Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Ωρολογιακές βόμβες

τουρκικά στρατεύματα και έποικοι

Συνέντευξη ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
στον ΝΕΟΦΥΤΟ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Στο τραπέζι των συνομιλιών θα διαφανούν και οι πραγματικές προθέσεις της τουρκικής πλευράς αν επιζητεί ή όχι λύση του Κυπριακού, δηλώνει σε συνέντευξή του στην «Χαραυγή» ο βουλευτής του ΑΚΕΛ - Αριστερά Νέες Δυνάμεις Αριστος Αριστοτέλους, προσθέτοντας ότι δεν είναι εύκολο στον κ. Ντ. Ερογλου να έρθει στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις γιατί αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην εικόνα που θέλει να εκπέμπει η Τουρκία και στις σχέσεις της με την Ε.Ε. Ο Αρ. Αριστοτέλους μιλά κατά πόσο είναι έτοιμη ή όχι σήμερα η Τουρκία να προχωρήσει σε επίλυση του Κυπριακού και για το πως επηρεάζουν το πρόβλημα οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Αναφέρεται επίσης στις προοπτικές μείωσης των εξοπλιστικών προγραμμάτων στο Αιγαίο, καθώς και για την αμυντική ικανότητα της Εθνικής μας Φρουράς.

Κύριε Αριστοτέλους, ποιες προοπτικές βλέπετε στο Κυπριακό με την έναρξη των απευθείας συνομιλιών με νέο Tουρκοκύπριο συνομιλητή τον κ. Ντ. Ερογλου;

Είναι δύσκολες οι συνομιλίες, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις του κ. Ερογλου στο Κυπριακό. Από την άλλη όμως για την τουρκοκυπριακή πλευρά δεν είναι εύκολο να έρχεται στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούν ούτε τους τακτικούς χειρισμούς της Τουρκίας. Υπάρχουν ωστόσο διαχρονικές θέσεις αρχών και συμφωνίες κορυφής, που είναι καταγραμμένες από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και δεν είναι εύκολο να παραγνωρίζονται από τον κ. Ερογλου. Αν ο κ. Ερογλου προσπαθήσει να περάσει μέσα από τις συνομιλίες τις γνωστές αδιάλλακτες θέσεις του περί δυο κρατών στην Κύπρο, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα στην πορεία των συνομιλιών και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη σθεναρή στάση του Δημήτρη Χριστόφια .

Μιλάμε ότι ο κ. Ερογλου παίρνει εντολές από την Άγκυρα Είναι έτοιμη σήμερα η Τουρκία να δεχθεί διευθέτηση και λύση στο Κυπριακό;

Είναι σωστή η θέση ότι το κλειδί της λύσης βρίσκεται στην Τουρκία και ότι ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι υποχρεωμένος να προσπαθεί να περάσει θέσεις της Άγκυρας. Όταν μιλάμε για τον σκληροπυρηνικό κ. Ερογλου και για τον κ. Ντενκτάς, ο οποίος είχε τη στήριξη του στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας, ασφαλώς οι θέσεις τους είναι ακόμα πιο σκληρές. Είναι εδώ που η παρουσία του κ. Ταλάτ στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας έκανε τη διαφορά, νοουμένου ότι είχε κάποιες απόψεις στο Κυπριακό πολύ διαφορετικές από εκείνες που πρεσβεύει ο κ. Ντενκτάς ή ο κ. Ερογλου.
Σε ότι αφορά την Τουρκία, εξυπηρετείται με το να προβάλλεται προς τα έξω μια θετική εικόνα. Εξυπηρετείται κυρίως η ευρωπαϊκή της πορεία. Δεν θα απέκλεια ότι η σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας επιθυμεί λύση, όχι οποιαδήποτε λύση, αλλά που να εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τους δικούς της στόχους. Η διευθέτηση του Κυπριακού θα βοηθήσει την Τουρκία και στο νέο ρόλο που θέλει να διαδραματίσει στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία αναβιώνει ως μια ισχυρή δύναμη με επιρροή, την οποία θέλει να εξασκήσει. Στηριζόμενοι επίσης στη θεωρία και στις αντιλήψεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών κ. Νταβούντογλου, για νέο πνεύμα στην εξωτερική πολιτική, που μιλά για μηδενικές διαφορές με τους γείτονες, δημιουργείται ελπίδα ότι η Τουρκία θα ήθελε και διευθέτηση του Κυπριακού. Βέβαια, η Τουρκία συνεχίζει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα διεθνή πράγματα τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, γεγονός που δυσκολεύει την όλη προσπάθεια για λύση.

-Σε ποιο βαθμό μπορεί να συμβάλλει ή να επιδράσει στο Κυπριακό η νέα σχέση συνεργασίας που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;
Το κυβερνητικό κατεστημένο στην Τουρκία, λειτουργώντας στο πνεύμα για μια νέα ρυθμιστική δύναμη στην περιοχή επιδιώκει να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη γειτονική Ελλάδα. Λογικά δε θα έπρεπε να δημιουργεί ένταση με την Ελλάδα, διότι θα ήταν εμπόδιο να εξασκήσει την εξωτερική της πολιτική στην περιοχή ως «παράγοντας σταθερότητας» και να έχει ρυθμιστικό ρόλο. Ναι, πιστεύω ότι η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα βοηθούσε και στην επίλυση του Κυπριακού.

Κατά την διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα υπήρξαν και συζητήσεις για μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Υπάρχει μια τέτοια προοπτική;
Νομίζω ότι θα ήταν πολύ ουσιαστικό και θετικό βήμα να υπάρξει μείωση των εξοπλισμών, ιδιαίτερα στο χώρο του Αιγαίου. Θα βοηθούσε στην καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και θα δημιουργούσε νέες προοπτικές. Δεν είναι, όμως, εύκολα τα πράγματα. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως ισχυρό παράγοντα στην περιοχή και στηρίζει αυτή την πολιτική και στο ανάλογο στρατιωτικό της εκτόπισμα και ισχύ που διαθέτει. Μπορεί η σημερινή ισχυρήΤουρκία να έχει ξεπεράσει το σύνδρομο της «απειλής» από την Ελλάδα, με το οποίο διακατεχόταν για πολλά χρόνια, αλλά δεν είναι εύκολο να δεχθεί το πολιτικό-στρατιωτικό κατεστημένο, μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών. Από την άλλη, η Ελλάδα με φοβερές δυσκολίες στην οικονομία, βρισκόμενη στα πρόθυρα χρεοκοπίας, είναι υποχρεωμένη ακόμη και μονομερώς να μειώσει τις αμυντικές της δαπάνες και τους εξοπλισμούς της. Θα ήταν βέβαια θετικό στοιχείο να μειωθούν τουλάχιστον εκείνοι οι εξοπλισμοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, τους οποίους η μια χώρα στρέφει εναντίον της άλλης. Αυτό θα δημιουργούσε ένα καλύτερο κλίμα και ανάπτυξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο χωρών.

Πως κρίνετε το ρόλο της Ε.Ε σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αλλά και ευρύτερα για τη σταθερότητα και ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή;

Η Ε.Ε μπορεί να έχει προωθήσει σε κάποιο βαθμό την κοινή εξωτερική πολιτικήκαι πολιτική ασφάλειας, αλλά δεν λειτουργεί ως μια οντότητα και δεν έχει το ανάλογο στρατιωτικό εκτόπισμα. Η Ε.Ε ως πείραμα περιφερειακής ολοκλήρωσης δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη κοινή αμυντική πολιτική. Προωθεί, όμως, τις σχέσεις καλής γειτονίας και σε αυτά τα πλαίσια καλείται και η Τουρκία ως υποψήφια χώρα να ενεργεί. Επίσης, προωθεί σειρά πακέτων μέτρων για εκδημοκρατισμό της τουρκικής πολιτείας και είναι γνωστές οι αντιδράσεις που έχουν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της. Συνεπώς, η Τουρκία γνωρίζει ότι για να προχωρήσει η ενταξιακή της πορεία θα πρέπει να προχωρήσει σε εκδημοκρατισμό και να ομαλοποιήσει τις γειτονικές της σχέσεις.

Εμείς, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε τον αγώνα μας εντός και εκτός της Ε.Ε,για να απαλλάξουμε την Κύπρο από την τουρκικά στρατεύματα και την κατοχή, αλλά και από τους έποικους που αποτελούν πηγή ανασφάλειας για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Γιατί, τουρκικά στρατεύματα και έποικοι αποτελούν ωρολογιακές βόμβες, με υπαρκτό τον κίνδυνο επιδείνωσης της κατάστασης στην Κύπρο. Να δούμε όλοι επιτέλους την πραγματικότητα και να αντιληφθούμε τους κινδύνους, οι οποίοι λειτουργούν αρνητικά σε βάρος της δικής μας υπόθεσης, στηρίζοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην προσπάθεια του για εξεύρεση βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό.

Ο παράγοντας Τουρκοκύπριοι δεν πρέπει να αγνοείται. Δεν έχουν καταλάβει ορισμένοι ότι αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει τον κυριότερο στρατηγικό παράγοντα επίλυσης του Κυπριακού. Αν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ακολουθούσαν την πολιτική του ΑΚΕΛ επί του θέματος, κυπριακό πρόβλημα δε θα υπήρχε. Μια τέτοια στρατηγική είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Αμυντική θωράκιση

Στην Κύπρο, επικρίνεται το Υπουργείο Αμυνας ότι κλείνει στρατόπεδα και ότι έχουν εγκαταλειφθεί εξοπλιστικά προγράμματα. Είναι σήμερα αξιόπιστη και μάχιμη η Εθνική μας Φρουρά;

Η κυβέρνηση δεν έχει εγκαταλείψει την πολιτική της αμυντικής θωράκισης. Αντίθετα, στο κυβερνητικό πρόγραμμα η αμυνα είναι σημαντικός τομέας για τον οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Γι’ αυτό, το Υπουργείο Αμυνας και ο υπουργός επιδίδονται σε μεγάλη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της άμυνας. Είναι φυσικό κάποιες μονάδες να συγχωνεύονται και να γίνονται αλλαγές στη βάση, όμως, της αναδιοργάνωσης. Εχουν αλλάξει οι αντιλήψεις γύρω από τοθέμα της απειλής που ίσχυαν από το 1974, και η άμυνα μας στηριζόταν σε υποτιθέμενες απειλές που ήταν πολύ απομακρυσμένες να υλοποιηθούν και σε οργάνωση που δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα. Υπάρχουν σήμερα νεές και πιο άμεσες μορφές κινδύνων και απειλών και η άμυνά μας θα πρέπει να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει. Για το σκοπό αυτό, η άμυνα μας ενισχύεται κατά τρόπο που να μπορεί να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και ευελιξία στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις αλλά και να μπορεί να εκπληρώσεις τις υποχρεώσεις της ως μέλος της Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι δεδομένης της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αλλά και λόγω του συνεχιζόμενου διαλόγου, δεν είναι και η καλύτερη περίοδος σήμερα για να επιδοθούμε σε εξοπλισμούς. Όμως, η κυβέρνηση δεν σταμάτησε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Μέσα στα πλαίσια των οικονομικών της δυνατοτήτων συνεχίζει να κρατεί την Εθνική μας Φρουρά στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα ετοιμότητας υπό τις περιστάσεις.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθούν και μέτρα ανάπτυξης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κοινοτήτων;

Η δική μας πλευρά έχει αποδείξει πολλές φορές ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει στη λήψη τέτοιων μέτρων, αλλά χρειάζεται να υπάρξει ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά. Εχουν ληφθεί μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το πιο σημαντικό μέτρο για αποκλιμάκωση της έντασης και ανάπτυξης εμπιστοσύνης στην Κύπρο είναι σίγουρα η μείωση και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, που είναι υπεράριθμα σε σχέση με το κυπριακό χώρο στον οποίο παράνομα εδρεύουν.

(ΧΑΡΑΥΓΗ 30.05.2010, σελ.10-11)







Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ

ΔΑΠΑΝΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Η πρόταση Παπανδρέου για μείωση των αμυντικών δαπανών Ελλάδας – Τουρκίας κατά 25% κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου ομολόγου του στην Αθήνα, εν μέσω και της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση όπως προκύπτει και από τη δημοσιότητα που της έχει δοθεί. Ωστόσο, τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη και οι διαφορετικές προτεραιότητες και προσανατολισμοί στην κάθε χώρα μάλλον αφήνουν αυτή την απόφαση περισσότερο ως ελληνική παρά τουρκική επιλογή.


Οι συνθήκες ανασφάλειας και οι αντιλήψεις περί απειλής, που προέρχονται κυρίως από την πλευρά της πολύ μεγαλύτερης Τουρκίας, έχουν επιβάλει στην Ελλάδα την ανάγκη να εξοπλίζεται και να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές ικανότητες, ιδίως στον τομέα της αεροπορίας. Επιδίωξη της Ελλάδας είναι η σμίκρυνση του ανισοζυγίου δυνάμεων ιδιαίτερα στο χώρο του Αιγαίου όπου επικεντρώνεται βασικά η διαφορά και η στρατιωτική ένταση με τη γείτονα χώρα.


Συνεπακόλουθο των αναγκών αυτών είναι η διάθεση τεράστιων οικονομικών πόρων για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ένα τεράστιο ποσό δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό ($10,3 δις ή 2,8% επί του ΑΕΠ 2008, το μεγαλύτερο στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ), διατίθεται κάθε χρόνο για το σκοπό αυτό. Πρόκειται για ένα βάρος που καθίσταται δυσβάστακτο υπό συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης και περισυλλογής, γεγονός που οδήγησε τον υπουργό Εθνικής Άμυνας της χώρας, τον περασμένο Μάρτιο να δηλώνει την πρόθεση της κυβέρνησης για «κολοσσιαίες» στρατιωτικές περικοπές, χωρίς όμως από την άλλη – όπως είπε – να επηρεάζεται ο συσχετισμός δυνάμεων με την Τουρκία.


Αυτό βέβαια είναι δύσκολο να συγκεραστεί εκτός αν ληφθούν ταυτόχρονα αμοιβαία μέτρα και από τη γείτονα χώρα. Γι’ αυτό και έγιναν δεχτές με ικανοποίηση οι δηλώσεις του Τούρκου επικεφαλής στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, Εγκεμέν Μπαγίς, πριν την επίσκεψη Έρντογαν στην Αθήνα, ότι «αν η Ελλάδα μειώσει τις αμυντικές δαπάνες της, η Άγκυρα θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο» και ότι οι δύο πρωθυπουργοί στη συνάντηση τους «θα τονίσουν από κοινού τη μείωση των αμυντικών δαπανών».


Στην πράξη όμως τα πράγματα δεν εξελιχτήκαν ακριβώς έτσι. Παρά το μήνυμα που μετέφερε ο Ερντογάν στους Έλληνες, πως «η Τουρκία δεν είναι μια χώρα που πρέπει να φοβάστε, αλλά μια χώρα στην οποία μπορείτε να στηρίζεστε», την ίδια ώρα οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις επιδίδονταν σε προκλητική συμπεριφορά στο ανατολικό Αιγαίο. Οι Τούρκοι στρατιωτικοί δήλωναν έτσι ότι έχουν και αυτοί ρόλο να διαδραματίσουν στο όλο σκηνικό. Επίσης, παρά τις δηλώσεις Μπαγίς και παρόλο που υπεγράφησαν 21 συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών, ωστόσο εκτός από γενικότητες δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη δέσμευση μείωσης των εξοπλισμών.


Ασφαλώς όπως ανάφερε και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, εμπνευστής της πολιτικής των μηδενικών διαφορών με τους γείτονες, πρωταρχικός σκοπός της επίσκεψης Ερντογάν ήταν «να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ψυχολογικής αλλαγής στις σχέσεις των δύο χωρών. Να αλλάξει την αντίληψη ότι οι δύο χώρες είναι αντίπαλες», δείχοντας βασικά ότι η Άγκυρα έχει ξεπεράσει το σύνδρομο ανασφάλειας από την Ελλάδα. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τις γενικότερες στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας προς άλλες κατευθύνσεις και το γεγονός ότι ως αναπτυσσόμενη περιφερειακή δύναμη επεκτείνει τη γεωπολιτική της ισχύ και ότι για τη κατοχύρωση της ασφάλειάς της προσβλέπει στο χώρο του Καυκάσου, της Μαύρης Θάλασσα και της Μέσης Ανατολής. Ούτε μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι για να επιτύχει η Άγκυρα στο στόχο αυτό επιβάλλεται να εξασφαλίζει και διατηρεί τις αναγκαίες στρατιωτικές ικανότητες και υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών. Ήδη διαθέτει μεγάλα ποσά κάθε χρόνο για την άμυνα της ( $13,5 δις για το 2008 ή 1,8% επί του ΑΕΠ) και συνεχίζει, χωρίς ένδειξη για ουσιαστικές περικοπές, να υλοποιεί τα εξοπλιστικά της προγράμματα.


Συνεπώς οι πιθανότητες σημαντικής μείωσης των τουρκικών αμυντικών δαπανών είναι περιορισμένες, όπως κατ’ επέκταση περιορισμένες είναι και οι προσδοκίες της Ελλάδας για δραστική μείωση των εκατέρωθεν εξοπλισμών. Γι’ αυτό και η Αθήνα κάτω από την πίεση των οικονομικών βαρών ενδεχόμενα να μην έχει άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει μονομερώς σε περικοπές στον αμυντικό τομέα έχοντας ως μόνο αντίκρισμα από την άλλη πλευρά κάποιας μικρής κλίμακας μέτρα που θα μπορούσαν ίσως να ληφθούν, καθώς και τις δηλώσεις Ερντογάν ότι η Τουρκία δεν είναι εχθρός – διαβεβαιώσεις όμως των οποίων η αξιοπιστία δοκιμάζεται καθημερινά στο Αιγαίο και στο Κυπριακό.



20.05.2010

Πέμπτη 6 Μαΐου 2010

ΕΛΛΑΔΑ – ΣΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ

ΚΡΙΣΙΜΗ ΠΟΡΕΙΑ


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ - Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Τα αυστηρά μέτρα λιτότητας που έδειξε αποφασισμένη να εφαρμόσει η Ελλάδα για να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού της ελλείμματος από 13.6% σε 3% έως το 2014, καθώς και η συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για εξασφάλιση χρηματοδότησης ύψους €110 δις για αποπληρωμή των χρεών της μέσα στα επόμενα δύο – τρία χρόνια, αποτελούν πολύ οδυνηρή επιλογή. Το οικονομικό τίμημα των ρυθμίσεων αυτών είναι βαρύ και η διορθωτική πορεία που έχει επιβληθεί στη χώρα είναι εξαιρετικά κρίσιμη με ευρύτερες επιδράσεις τόσο για την ίδια όσο και για την ευρωζώνη.


Για να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σμικρύνει ουσιαστικά το χάσμα μεταξύ εξόδων και εσόδων. Όσον αφορά τα έξοδα η κυβέρνηση στοχεύει στο πάγωμα ή και τις μειώσεις στις ετήσιες απολαβές και στις συντάξεις στο δημόσιο τομέα και ακόμη στην επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης εργαζομένων, όπως και στη μερική άρση ορισμένων τουλάχιστο περιορισμών σχετικά με την απόλυση κρατικών υπαλλήλων. Στο στόχαστρο έχουν τεθεί κοινωνικές παροχές και αμυντικές δαπάνες. Από την πλευρά των εσόδων η κυβέρνηση αποσκοπεί γενικά στην αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας από 21% σε 23%, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την επιβολή φόρου πάνω σε παράνομες οικοδομές.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα θα έχουν άμεσες επιδράσεις πάνω στην όλη οικονομική δραστηριότητα και κατ’ επέκταση στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας. Προβλέψεις για την ελληνική οικονομία από το Economist Intelligence Unit, πριν ακόμη και την πρόσφατη κρίση, προέβλεπαν πραγματική μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 5% κατά το 2010 και μικρότερες μειώσεις κατά το 2011 και 2012. Περαιτέρω μείωση στην οικονομική δραστηριότητα θα προκαλέσει επιπρόσθετη πίεση για μείωση του ΑΕΠ της χώρας, καθιστώντας πιο δύσκολη την εξασφάλιση πρόσθετου χρήματος για κάλυψη των ελλειμμάτων και για σταδιακή αποπληρωμή των δανείων και των υποχρεώσεων της.


Τα μέτρα και η ανεργία ήδη προκαλούν την έντονη αντίδραση των εργατικών συνδικάτων και του κοινού που βλέπουν τα εισοδήματα και τις κατακτήσεις τους να συρρικνώνονται και το βιοτικό τους επίπεδο να πλήττεται και να απειλείται. Όπως εξελίσσονται τα γεγονότα με τις αντιδράσεις αυτές και τις διαφαινόμενες κινητοποιήσεις στις εβδομάδες που διερχόμαστε και πιθανότατα όλο το καλοκαίρι και τους μήνες μετά, η χώρα θα ζήσει συνθήκες εργατικής αναταραχής, που ενδεχόμενα κάποια ακραία στοιχεία θα εκμεταλλευτούν για να οδηγήσουν τη χώρα σε ακυβερνησία και χαώδεις καταστάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι το Δεκέμβριο του 2008 η οργή του κοινού με την οικονομική κρίση που ξέσπασε, τους κυβερνητικούς χειρισμούς για τις πυρκαγιές των δασών και ο πυροβολισμός νεαρού από την Αστυνομία, προκάλεσαν διαδηλώσεις σε όλη την επικράτεια οδηγώντας στην κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή. Η Ελλάδα έχει ιστορικό σε ό,τι αφορά στην πολιτική βία, καθώς και αρκετά μεγάλο βαθμό βίαιης αναρχικής συμπεριφοράς ακόμη και σε πιο μικρής σημασίας γεγονότα. Πόσο μάλλον κάτω από πιο αντιλαϊκές συνθήκες όπως αυτές που διέρχεται σήμερα και που φαίνεται ότι θα ματώνουν τη χώρα για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.


Τα τελευταία βίαια γεγονότα είναι ίσως προάγγελος για χειρότερα ή παρόμοια περιστατικά που πιθανόν να έπονται, με σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Τέτοιες καταστάσεις θα μπορούσαν να καταστρέψουν την ερχόμενη τουριστική σαιζόν, σ' ένας τομέα που συμβάλει κατά 15-20% στο ΑΕΠ της Χώρας. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να ανατραπούν οι προσπάθειες μείωσης του ελλείμματος στην εξέλιξή τους και πιθανότατα να δημιουργηθούν έντονες αμφισβητήσεις για την ικανότητα της Ελλάδας να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανάλαβε. Θα μπορούσε επίσης να βύθιζε και πάλι σε αβεβαιότητα τη χώρα και την ευρωζώνη, όπου άλλες τέσσερις χώρες, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ιρλανδία ζουν τον εφιάλτη παρόμοιας κρίσης, πιθανών εξεγέρσεων και αναταραχών. Πολιτικά η Ελλάδα θα περιέλθει σε μια κατάσταση μεγαλύτερης εσωστρέφειας με επιδράσεις στη διακυβέρνηση, καθώς και στην εικόνα της στο εξωτερικό και στην ικανότητά της να στηρίξει αποτελεσματικά άλλα εθνικά συμφέροντα στο διεθνή περίγυρο, περιλαμβανομένου και του Κυπριακού. Η πορεία θα μπορούσε ίσως να ήταν λιγότερο κρίσιμη εάν επιτυγχανόταν δίκαιη κατανομή βαρών και ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συναίνεση στο θέμα αυτό.



06.05.2010

Παρασκευή 23 Απριλίου 2010


Η ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΕΡΟΓΛΟΥ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Οι δηλώσεις Ντερβίς Έρογλου μετά την εκλογή του, δημιουργούν εκ πρώτης όψεως την εντύπωση αποδοχής των παραμέτρων μέσα στις οποίες διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών (Η.Ε) και προσαρμογής των απόψεών του στη γραμμή που δημόσια διακηρύττει η Άγκυρα ότι ακολουθεί. Θα μπορούσε έτσι, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις που εκπροσωπεί - που είναι πιο ακραίες στην έκφρασή τους και από εκείνες της κυβέρνησης της Τουρκίας - να θεωρηθεί ότι όντας στην εξουσία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης πιθανόν να έχει υποχρεωθεί να συμβιβαστεί με τα δεδομένα και τις πραγματικότητες στην άσκηση της πολιτικής. Η πραγματικότητα όμως είναι μάλλον διαφορετική.


Παρά τις εύηχες τοποθετήσεις του για τις συνομιλίες και την αφοσίωση του στη λύση του Κυπριακού, ωστόσο μέρος των δηλώσεων του, όσο γενικές και να προβάλλουν, υποκρύπτουν πάγιες ακραίες θέσεις του στο Κυπριακό, τις οποίες είναι υποχρεωμένος τώρα για σκοπούς εντυπώσεων, τουλάχιστον δημοσίως κάπως να υποβαθμίζει και να γενικολογεί όταν αναφέρεται σε αυτές. Οι διαφαινόμενες προθέσεις του όμως όσον αφορά τη στρατηγική που θα ακολουθήσει στο θέμα των συνομιλιών και κατεπέκταση στο Κυπριακό, συνοψίζονται μέσα στις εξής δηλώσεις: «Φυσικά και είμαι δεσμευμένος στις παραμέτρους των Η.Ε.» και «θα συνεχίσω το διάλογο από εκεί που έμεινε ο Ταλάτ», λέει επιδεικνύοντας έτσι την καλή του θέληση, από τη μια. Από την άλλη, όμως, υπογραμμίζει ότι «πρέπει να συμπληρώσουμε το περιεχόμενο αυτής της παραμέτρου με βάση τα συμφέροντα της Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας».


Το ερώτημα βέβαια είναι, τι εννοεί ο Έρογλου με τον όρο «περιεχόμενο» αυτής της παραμέτρου του ΟΗΕ; Πώς και με ποια «συμφέροντα» της λεγόμενης Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας θέλει να το «συμπληρώσει»; Όταν μιλά για τον όρο «παράμετρος» προφανώς αναφέρεται στο πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες στο Κυπριακό, όπως είναι τα ψηφίσματα των Η.Ε. και οι συμφωνίες κορυφής. Με τον όρο «περιεχόμενο» φαίνεται να εννοεί το είδος της λύσης και τη βάση πάνω στην οποία διεξάγονται οι συνομιλίες, ήτοι τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, τη μία διεθνή προσωπικότητα, τη μία ιθαγένεια και τη μία κυριαρχία. Πρόκειται για θέματα για τα οποία ο Έρογλου πριν τις εκλογές δήλωνε ότι είχε διαμετρικά αντίθετη άποψη από τον Ταλάτ, τον οποίο κατηγορούσε ότι ενέδωσε στον Χριστόφια. Επίσης στο περιουσιακό και στο θέμα της διακυβέρνησης είχε ακραίες τοποθετήσεις όπως και για τους εποίκους και για τις εγγυήσεις της Άγκυρας. Όπως και στα προηγούμενα θέματα ισχυριζόταν ότι η «υποχωρητική» στάση του Ταλάτ και οι παραχωρήσεις του στην ελληνοκυπριακή πλευρά δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του παράνομου καθεστώτος στη βόρεια Κύπρο και της Τουρκίας. Συνεπώς χρειάζεται, σύμφωνα με τον Έρογλου, μια πιο απαιτητική προσέγγιση και διεκδικητική στάση στο Κυπριακό, όπως εξάλλου αφήνει να εννοηθεί μέσω πρόσφατης συνέντευξής του στη «Σαμπάχ».


Αυτές βέβαια είναι προσεγγίσεις και θέσεις που γνωρίζει ότι αν τεθούν κατά κόρον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα τινάξουν τις συνομιλίες στον αέρα. Έτσι, παρά τις έντονες διαφωνίες που έχει ο Έρογλου στα πιο πάνω θέματα, ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι θα βρεθεί σε μετωπική σύγκρουση με τα Η.Ε. αν με την εκλογή του τα καταγγείλει δημοσίως, γιατί θα πλήξει άμεσα την ίδια τη βάση του διαλόγου στο Κυπριακό. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι αυτή η αδιάλλακτη συμπεριφορά δεν εξυπηρετεί την Άγκυρα στις διεθνείς της σχέσεις και την πορεία της προς τη Ευρώπη. Συνεπώς, αντί να δηλώνει απερίφραστα ότι τα απορρίπτει, όπως ήταν η μέχρι σήμερα πολιτική του, επιλέγει άλλη προσέγγιση, ήτοι: Ενώ, από τη μια, θα δείχνει ότι συμβιβάζεται με τις παραμέτρους των Η.Ε. και επιθυμεί «συνέχιση του διαλόγου», από την άλλη, θα επιχειρεί μέσα από τις διαδικασίες των συνομιλιών τη σταδιακή ανατροπή της βάσης των διαπραγματεύσεων και εισαγωγή απαράδεκτων θέσεων στο Κυπριακό.


Αυτή τη στρατηγική φαίνεται να διαμορφώνει ο Έρογλου στο Κυπριακό, επιφυλάσσοντας έτσι δυσκολίες και σοβαρά εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη της πορείας των συνομιλιών. Ενόψει των δεδομένων αυτών, τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να συστρατευθούν στο κάλεσμα του προέδρου για ενότητα στην αντιμετώπιση των κινδύνων και να τον ενισχύσουν στο διαπραγματευτικό του έργο και όχι να εξαντλούν τις προσπάθειές τους ακόμη και σε άσκοπες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό.



22.04.2010









Σάββατο 17 Απριλίου 2010



ΕΚΛΟΓΗ ΕΡΟΓΛΟΥ

ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ



Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτής ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις



Το αποτέλεσμα των λεγόμενων προεδρικών εκλογών στα κατεχόμενα έχει ασφαλώς σημασία σε ό, τι αφορά το κυπριακό πρόβλημα και τις προοπτικές του. Ο εκπρόσωπος της τουρκοκυπριακής κοινότητας στις συνομιλίες, που εξάλλου αναδεικνύεται μέσα από τη διεργασία αυτή, αναπόφευκτα μεταφέρει και τα δικά του πιστεύω και πεποιθήσεις στο τραπέζι το διαπραγματεύσεων. Ως γνωστό, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και Ντερβίς Έρογλου, έχουν αντίθετες απόψεις στο Κυπριακό, με τον δεύτερο να είναι περισσότερο ταυτισμένος με την άκαμπτη και ακραία πολιτική Ραούφ Ντενκτάς και του βαθέως κράτους των Τούρκων στρατηγών παρά με αυτή της κυβέρνησης Ταγίπ Ερντογάν.



Βέβαια, μπορεί σωστά να λεχθεί ότι ούτως ή άλλως τον έλεγχο έχει η Τουρκία σε ό,τι αφορά τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις, όπως και σε επί μέρους τακτικούς χειρισμούς στο Κυπριακό. Επίσης η Άγκυρα έχει τα πολιτικά, τα στρατιωτικά και τα οικονομικά μέσα να ελέγχει το καθεστώς των κατεχομένων και σε τελική ανάλυση να επιβάλει τη θέληση της όταν επηρεάζεται σοβαρά η εθνική της πολιτική. Όμως, όπως προκύπτει και από το μέχρι σήμερα ιστορικό του κυπριακού προβλήματος είναι εμφανές ότι και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, παρά τους περιορισμούς που έχει να αντιμετωπίσει, είτε από την Άγκυρα, είτε από τη διεθνή κοινότητα, έχει το δικό του ρόλο να διαδραματίσει. Μπορεί, δηλαδή, να αξιοποιεί ή να εκμεταλλεύεται γεγονότα και να προωθεί προσωπικές του θέσεις, ανάλογα με τις επικρατούσες πολιτικές καταστάσεις, τις πολιτικές συμμαχίες που συνάπτει και τους συσχετισμούς δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας. Και αυτό άσχετα αν η τουρκική κυβέρνηση στη δεδομένη φάση πιθανόν και να μη συμφωνεί με τη συμπεριφορά αυτή γιατί δεν την εξυπηρετεί.



Συνεπώς, με τον Έρογλου στη θέση του διαπραγματευτή, ναι μεν οι συνομιλίες δεν είναι λογικό να αναμένεται να διακοπούν αυτόματα όπως κάποιοι ίσως να αναμένουν - εξάλλου θα ήταν μια λανθασμένη πολιτική κίνηση από μέρους του αμέσως μετά την εκλογή του - όμως η πορεία των διαπραγματεύσεων ενδέχεται να είναι ακόμη πιο δύσκολη και επίπονη. Οι λόγοι έχουν σχέση με τις σκληρές τοποθετήσεις του πολιτικού αυτού σε ζωτικές πτυχές του Κυπριακού, όπως τις έχει δημόσια διακηρύξει, στις οποίες περιλαμβάνονται και θέματα που προφανώς έχουν ήδη επιτευχθεί συγκλήσεις μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ, περιλαμβανομένης και της ίδιας της βάσης των συνομιλιών.



Τέτοιες συμπεριφορές ασφαλώς θα επηρεάσουν όχι μόνο τους πρωταγωνιστές και όσους εμπλέκονται στο θέμα των συνομιλιών αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους στο πρόβλημα αυτό, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σχέσεις της με την Τουρκία. Γι’ αυτό και τα πολιτικά κόμματα, ενόψει των διαγραφόμενων δεδομένων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα πρέπει να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων εισακούοντας τις εκκλήσεις του προέδρου Χριστόφια για ενότητα και συστράτευση ώστε ενισχυμένη η ελληνοκυπριακή πλευρά να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε πιθανές προκλήσεις και υποτροπές στο Κυπριακό. Η επικείμενη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου προσφέρει το βήμα για επίτευξη των σκοπών αυτών.



15.04.2010

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

ΝΕΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΡΚΟΥΔΑ»

ΕΠΙΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ;


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

AΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η ψυχροπολεμική τροπή που πήραν οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας τα τελευταία χρόνια, κυρίως ένεκα αμερικανικής υπαιτιότητας και αμοιβαίας καχυποψίας για τις στρατιωτικές δραστηριότητες εκάστης των πλευρών, δημιούργησε επιπλέον προβλήματα σε μια σειρά θεμάτων πολιτικής ασφάλειας για τους Αμερικανούς. Τώρα άρχισε να γίνεται λόγος ότι τα αμερικανικά συμφέροντα πιθανόν να εξυπηρετούνταν καλύτερα σε συνεργασία παρά σε αντιπαράθεση με τη Ρωσία και ότι ο χρόνος σήμερα είναι κατάλληλος για να διαμορφωθεί νέα σχέση μεταξύ τους. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι απλώς με ποιες ρυθμίσεις αυτό θα επιτευχθεί, όπως συζητείται στο ΝΑΤΟ, αλλά πώς η ίδια η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σχέση αυτή και πώς η Αμερική θα συμπεριφερθεί.

Εξάλλου η ένταση των τελευταίων χρόνων μεταξύ ΗΠΑ - Ρωσίας ήταν μάλλον προϊόν μιας αμερικανικής ηγεμονικής συμπεριφοράς που η Μόσχα εκλάμβανε ως πρόκληση για την ασφάλεια της. Η επίμονη αμερικανική προσπάθεια διεύρυνσης του ΝΑΤΟ μέχρι τον περίγυρο της χώρας, αγνοώντας τις ευαισθησίες και αντιδράσεις του Κρεμλίνου, η προσπάθεια δημιουργίας αντιπυραυλικής ασπίδας στην Ευρώπη, η προώθηση της ανεξαρτητοποίησης του Κόσσοβου, η καταστρατήγηση της Συμφωνίας για τα Συμβατικά Όπλα από πρώην Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες με ανοχή των ΗΠΑ, ήταν μόνο μερικά από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τη ρωσική αντίληψη για τις προθέσεις των Αμερικανών.


Από την άλλη, μια πλειάδα συναφών ζητημάτων απασχολούν την Ουάσιγκτον. Η εξάρτηση από τη Ρωσία όσον αφορά διευκολύνσεις και ενισχύσεις των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν είναι ιδιαίτερα σημαντική, όπως και η συνεργασία της στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Επίσης η Μόσχα έχει τη δυνατότητα να διχάζει τους συμμάχους συνάπτοντας ξεχωριστές σχέσεις με νατοϊκούς εταίρους των ΗΠΑ στην Ευρώπη ένεκα κυρίως της ενεργειακής εξάρτησης τους από αυτή. Πέραν τούτου η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στη Γεωργία και η στάση της στο θέμα της Ουκρανίας και της ένταξης τους στο ΝΑΤΟ έχει υπογραμμίσει την αποφασιστικότητα της Μόσχας να διατηρήσει και ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή του Καυκάσου και αλλού. Ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει αμφισβητήσεις για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων προς τους νέους - πρώην σοσιαλιστές - συμμάχους.


Βέβαια υπάρχουν ζωτικά θέματα διεθνούς ασφαλείας όπου τα συμφέροντα τους συγκλίνουν και η συνεργασία ΗΠΑ - Ρωσίας αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την προώθησή των. Ως τέτοια είναι η μείωση του πυρηνικού οπλοστασίου, και η πρόσφατη συμφωνία START είναι μέρος αυτού του σκεπτικού. Είναι ο έλεγχος των εξοπλισμών, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων μαζικής εξόντωσης, καθώς και η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας για τα οποία η Μόσχα έχει σαφείς τοποθετήσεις.


Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, στις ΗΠΑ υπάρχει η πεποίθηση ότι τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για βελτίωση και ρύθμιση των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο λόγος είναι γιατί αυτή την περίοδο βρίσκεται υπό εξέλιξη και συζητείται έντονα ο ρόλος και η ύπαρξη του ΝΑΤΟ, που μετά το Ψυχρό Πόλεμο έχασε το νόημα και το σκοπό του. Οι ΗΠΑ και οι νατοϊκοί εταίροι προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την όλη στρατηγική τους αντίληψη, όπως και το περιβόητο Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας το οποίο η κάθε χώρα μέλος της Συμμαχίας εκλαμβάνει διαφορετικά. Προσπαθούν να επαναξιολογήσουν τις απειλές και να ανασυγκροτήσουν τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΑΣΕ, την Κίνα και την Ασία. Μέσα στα πλαίσια αυτά η Ρωσία θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μέρη του οικοδομήματος ασφάλειας στην Ευρώπη και αλλού και ουδόλως μπορεί να αγνοηθεί στη νέα αρχιτεκτονική.


Όμως και στο παρελθόν, συγκεκριμένα από το 2002, οι σχέσεις της Μόσχας με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ είχαν πάρει ιδρυματικό σχήμα μέσω του Συμβουλίου ΝΑΤΟ – Ρωσίας, που υφίσταται μέχρι σήμερα, αλλά οι μεταξύ τους εχθρότητες το κατέστησαν άνευ περιεχομένου και ανενεργές. Συνεπώς μπορεί ΗΠΑ και ΝΑΤΟ να επιζητούν μια νέα σχέση συνεργασίας με τη «ρωσική αρκούδα», όμως αυτό εξυπακούει την κατανόηση και ικανοποίηση των αναγκών ασφαλείας της χώρας και διάλυση των καχυποψιών που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα είναι, πόσο τους εμπιστεύεται πια η Μόσχα δεδομένων των μέχρι σήμερα εμπειριών στον μεταξύ τους ανταγωνισμό αλλά και των δικών της γεωπολιτικών στόχων; Επίσης θα επιδείξουν οι ΗΠΑ αυτοσυγκράτηση στην προσπάθεια διατήρησης της φθίνουσας ηγεμονίας τους στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία όπου Κίνα και Ινδία αναδεικνύονται ισχυροί παίχτες στον περιφερειακό και διεθνή οικονομικό και πολιτικό στίβο; Οι απαντήσεις είναι αμφίβολες.



9.4.2010

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Ζοφερό τοπίο συνεργασιών

στην Ε.Ε. εν μέσω κρίσης


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή του ΑΚΕΛ Λεμεσού


Διάφορα σοβαρά ζητήματα, προεξάρχουσας της οικονομικής κρίσης, απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και χρειάζονται ηγετικές πρωτοβουλίες και συλλογικότητα στην αντιμετώπιση τους. Παρά ταύτα η εσωστρέφεια ιδίως των μεγάλων χωρών ενόψει εσωτερικών προβλημάτων, απονευρώνουν τις δυνατότητες ανάπτυξης κοινών πολιτικών και αποτελεσματικής συνεργασίας για την επίλυσή τους, καθιστώντας κάπως ανώμαλη την πορεία της Ένωσης, ενώ η οικονομική κρίση συνεχίζεται.


Η αδυναμία αυτή ήταν έκδηλη στην περίπτωση της Γερμανίας στο θέμα της οικονομικής στήριξης της Ελλάδας. Η απροθυμία της κυβέρνησης της Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ, να αναλάβει δέσμευση εγγύησης έναντι της Ελλάδας παρόλο που ήταν η μόνη από τις ευρωπαϊκές χώρες που είχε το οικονομικό υπόβαθρο να πράξει κάτι τέτοιο, οφειλόταν πρωτίστως σε έντονη εσωτερική αντίδραση από το γερμανικό κοινό. Επίσης ένεκα των πρόσφατων μειωμένων ποσοστών της εκλογικής της δύναμης και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει στις επερχόμενες εκλογές είναι λογικό η Άγκελα Μέρκελ να αποφεύγει ενέργειες στον ευρωπαϊκό χώρο που ναι μεν πιθανό να εξυπηρετούν το γενικό καλό της Ένωσης αλλά βρίσκουν τους Γερμανούς ψηφοφόρους να διαφωνούν.


Αυτή η αδυναμία χαρακτηρίζει και άλλες μεγάλες χώρες στην Ε.Ε. Στη Γαλλία ο πρόεδρος Νικόλα Σαρκοζύ δεν συνήλθε ακόμη από την πρόσφατη αποτυχία του κόμματος του στις περιφερειακές εκλογές. Επίσης η δημοτικότητά του βρίσκεται πολύ χαμηλά. Στη Βρετανία, από την άλλη, η κυβέρνηση των Εργατικών αντιμετωπίζει σοβαρή πρόκληση από τους Συντηρητικούς ενόψει κρίσιμων γενικών εκλογών στη χώρα όπου οι πρώτοι κινδυνεύουν και η έγνοια του πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν είναι όχι μόνο πώς να μην καταποντιστούν αλλά και να επανεκλεγούν. Από την άλλη, ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι που πριν μερικούς μήνες πέρασε ακόμη μία φάση με νομικές περιπέτειες και σκάνδαλα, είναι ο μόνος στην παρούσα συγκυρία που παρουσιάζεται χωρίς έντονα εσωτερικά προβλήματα, αλλά δεν διαθέτει ερείσματα ανάληψης ηγετικών πρωτοβουλιών και συντονισμένης δράσης με τους υπόλοιπους εταίρους. Ακόμη και η Ισπανία, που έχει την προεδρία της Ένωσης αυτή την εξαμηνία ταλανίζεται κυριολεκτικά από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και τα οικονομικά της προβλήματα.


Υπ’ αυτές τις συνθήκες όπου η κάθε χώρα και κυρίως οι μεγάλες στην Ε.Ε. έχουν άλλες σημαντικές πολιτικές προτεραιότητες στο εσωτερικό, φαίνεται ότι αυτές καθορίζουν εν πολλοίς και τη συμπεριφορά τους και τη στάση τους στα κοινοτικά προβλήματα. Είναι λοιπόν βέβαιο ότι ενόσω η κατάσταση στις πρώτευσες των ανωτέρω χωρών δεν διαφοροποιείται προς το καλύτερο και συνεχίζει να απορροφά σοβαρό μέρος της ενέργειας των κυβερνώντων, οι προοπτικές ανάπτυξης ηγετικών πρωτοβουλιών και συνεργασιών σε υπερεθνικό επίπεδο στην Ε.Ε. είναι περιορισμένες. Αυτό δημιουργεί αναταράξεις στη λειτουργία της Ε.Ε., ιδιαίτερα σε μια περίοδο συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης όπου η συλλογικότητα και η συναίνεση των χωρών μελών για έξοδο από την οικονομική κρίση είναι εκ των ων ουκ άνευ.