Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΕΡΚΕΛ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η στρατηγική

διάσταση

των σχέσεων

Κύπρου -

Γερμανίας

και το

Κυπριακό


Του Άριστου Αριστοτέλους


Η κάθοδος της Γερμανίδας Καγκελάριου Άγκελας Μέρκελ στην Κύπρο δεν είναι μόνο ένα εθιμοτυπικό γεγονός αλλά μια πράξη με στρατηγικές διαστάσεις για τις διεθνείς σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Κυπριακό, καθώς και για τον ολοένα πιο σημαντικό ρόλο που αναπτύσσει εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) η Γερμανία. Παρά τα διαφορετικά μεγέθη Κύπρου - Γερμανίας, η επίσκεψη έχει περισσότερη ουσία αφού τα συμφέροντα των δύο χωρών συναντώνται σε διάφορα ζητήματα υψίστης σπουδαιότητας για την Ε.Ε. και τις εξωτερικές τους σχέσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα προβλήματα που προκύπτουν στο χώρο της Ευρώπης ένεκα του Κυπριακού και της συμπεριφοράς της Τουρκίας στο θέμα αυτό. Η επίσκεψη είναι ίσως ευκαιρία για δύο εταίρους στην Ε.Ε. για συζήτηση σοβαρών προβλημάτων της Ευρώπης, η αποτελεσματική θεραπεία των οποίων όμως δεν εξαρτάται από πρόσκαιρες ή επιφανειακές ρυθμίσεις, που προτείνονται από διαφόρους αλλά από τη λύση του Κυπριακού. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε ακόμη πιο αποφασιστικά να συμβάλει ο γερμανικός παράγοντας όχι απλώς με εισηγήσεις και απόψεις, αλλά χρησιμοποιώντας κυρίως το κύρος και την αυξημένη επιρροή του για να πεισθεί η Τουρκία να επιδείξει τον πρέποντα σεβασμό στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, καθώς και την απαραίτητη διαλλακτικότητα για επίλυση του προβλήματος.


Όφελος και σημασία

Παρά το σύντομο της παραμονής της Άγκελας Μέρκελ στο νησί, η επίσκεψή της έχει ιδιαίτερο όφελος και σημασία για την Κύπρο. Είναι η πρώτη φορά που δυτικοευρωπαίος πολιτικός της εμβέλειας της Γερμανίδας Καγκελάριο, από την ύπαρξη του κυπριακού κράτους, επισκέπτεται επίσημα τη Λευκωσία. Υπογραμμίζεται έτσι για ακόμη μια φορά η αναγνώριση που τυγχάνει η Κυπριακή Δημοκρατία διεθνώς, γεγονός που αποτελεί απάντηση στη συνεχή αμφισβήτηση της από την Τουρκία. Η επίσκεψη υποδηλοί ταυτόχρονα τις πολύ καλές σχέσεις της Κύπρου με τη Γερμανία, μια χώρα που έχει την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας και το οικονομικά ισχυρότερο μέλος της Ε.Ε. και η οποία βασικά καθορίζει σήμερα σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες του παιγνιδιού στο χώρο του ευρώ.

Η Γερμανία είναι χώρα με την οποία η Κύπρος συνεργάζεται στενά εντός και εκτός της Ε.Ε. και είναι σημαντικός εμπορικός της εταίρος. Το 9.4% των εισαγωγών της Κύπρου προέρχονται από την χώρα αυτή, δέχεται πέραν τους 130.000 Γερμανούς τουρίστες ετησίως και φιλοξενεί πλοιοκτήτριες της εταιρείες. Επίσης από το 2006 παρέχει στη Γερμανία επάκτιες διευκολύνσεις για τη ναυτική ειρηνευτική δύναμη που έχει εκχωρήσει στη UNIFIL, η οποία περιπολεί στην Ανατολική Μεσόγειο για να ελέγχει τυχόν μεταφορά όπλων στο Λίβανο. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με την γερμανική αντίληψη, συμβάλλει ουσιαστικά στη Μεσανατολική στρατηγική της χώρας προσφέροντας με τον τρόπο αυτό εγγυήσεις στο δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει και στηρίζοντας τις προσπάθειες οικοδόμησης παλαιστινιακού κράτους και για σταθερότητα στο Λίβανο.


Από την άλλη, η επίσκεψη Μέρκελ στην Κύπρο, όπως και αυτή που θα πραγματοποιήσει στη Μάλτα, καθώς και μια σειρά πρωτοβουλιών που είχε αναλάβει σε άλλες περιοχές (πρώην σοσιαλιστικές χώρες μέλη της Ε.Ε., Καυκασία, Μέση Ανατολή), περιλαμβανομένης και της αναθεώρησης του στρατιωτικού της δόγματος, υποδηλώνουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο γεωπολιτικό τοπίο στην Ε.Ε και στην άσκηση μιας πιο διευρυμένης εξωτερικής πολιτικής από μέρους της Γερμανίας. Τα στοιχεία καταμαρτυρούν ότι η Γερμανία, η ισχυρότερη ίσως χώρα στο χώρο της Ευρώπης σήμερα, έχει ξεπεράσει τα θλιβερά σύνδρομα και ενοχές των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, καθώς και τους συμμαχικούς και άλλους περιορισμούς της μεταπολεμικής και ψυχροπολεμικής εποχής. Η χώρα, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποτελεσματικότητα ασκεί τώρα την κυριαρχία και την επιρροή της και αξιοποιεί τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και δυνατότητες που της προσφέρει η νέα κατάσταση πραγμάτων για την προώθηση της εθνικής της πολιτικής, που σε αρκετό βαθμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της Ε.Ε.


Στρατηγική διάσταση

Με την Κύπρο τα συμφέροντα της Γερμανίας συναντώνται βέβαια και σε άλλους σημαντικούς τομείς που αφορούν την ίδια την Ε.Ε, τις εξωτερικές τους υποθέσεις και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της Ένωσης, υπογραμμίζοντας περαιτέρω την στρατηγική προοπτική της σχέσης αυτής. Κοινό σημείο αναφοράς στην προκειμένη περίπτωση είναι η Τουρκία και η επιθυμία ένταξης της στην Ε.Ε. αλλά και γενικά ο ρόλος που η ίδια η Άγκυρα θέλει, ή και που άλλοι επιδιώκουν να προωθήσουν για αυτήν, στα θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας.

Είναι γεγονός ότι για τη Γερμανία το θέμα της ένταξης μιας σημαντικής εμπορικής εταίρου και νατοϊκής συμμάχου, όπως είναι η Τουρκία, στην Ε.Ε. και το πρόβλημα της Κύπρου είναι αγκάθι στις σχέσεις της με την Άγκυρα, όπως είναι και άλλα ζητήματα βέβαια, ήτοι οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν και η απαίτηση για διδασκαλία των Τούρκων μαθητών στη Γερμανία στην τουρκική γλώσσα. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι για την Τουρκία ο μεγαλύτερος της εμπορικός εταίρος, ο μεγαλύτερος επενδυτής στην τουρκική οικονομία, η μεγαλύτερη πηγή τουριστικού εισοδήματος, και η χώρα όπου διαμένουν τρία περίπου εκατομμύρια Τούρκων μεταναστών. Ωστόσο η θέση της Γερμανίας ότι τάσσεται υπέρ μιας «προνομιακής σχέσης» της Άγκυρας με την Ε.Ε. και ότι είναι ενάντια στην πλήρη ένταξη της σ’ αυτή, είναι ένα σοβαρό σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών. Οι Τούρκοι, που από το 2005 άρχισαν τις διαπραγματεύσεις με την Ένωση για να γίνουν μέλη της Ε.Ε., θεωρούν την γερμανική πρόταση «προσβλητική» και την απορρίπτουν. Η Άγκελα Μέρκελ κατά την επίσκεψη της στην Άγκυρα το Μάρτιο του περασμένου χρόνου, για το θέμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είπε ακόμη ότι αυτές δεν είναι πια μια διαδικασία με ημερομηνία κατάληξης, προκαλώντας απογοήτευση στον Έρντογαν για τις γερμανικές προθέσεις. Ωστόσο άφησε και κάποιο παράθυρο προοπτικής ένταξης της Τουρκίας στη Ε.Ε. λέγοντας ότι βλέπει αυτή ως πιθανότητα με τη συμπλήρωση των 28 από τα 35 λεγόμενα κεφάλαια της νομοθεσίας της Ένωσης, με τα οποία η Άγκυρα οφείλει να συμμορφωθεί πριν καταστεί πλήρες μέλος.


Η κυπριακή πλευρά, από την άλλη, έχει διαφορετική προσέγγιση δεδομένου ότι ευνοεί την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση, την οποία αξιοποιεί ως τον κυριότερο μοχλό πίεσης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Όμως το γεγονός ότι η Γερμανία αφήνει και κάποιες ελπίδες για τους Τούρκους να αιωρούνται αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο, υπό την έννοια του ότι τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Γάλλοι, που έχουν την ίδια άποψη, καθίστανται πιο απαιτητικοί έναντι της Τουρκίας. Αυτό αφορά και την εμμονή τους για σεβασμό των αρχών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και του πρωτοκόλλου της Άγκυρας από τους Τούρκους σχετικά με το άνοιγμα των τουρκικών αεροδρομίων και λιμανιών για την Κυπριακή Δημοκρατία και για επίλυση του Κυπριακού. Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 2006, η τουρκική άρνηση να επεκτείνει τη συμφωνία τελωνιακής ένωσης με την Ε.Ε στην Κύπρο οδήγησε την Ένωση στο πάγωμα οκτώ από τα ανωτέρω κεφάλαια.


Ευρωπαϊκή ασφάλεια

Το τοπίο στην Ευρώπη καθίσταται ακόμη πιο ζοφερό με τις δυσκολίες που προκύπτουν στο θέμα της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και πιο συγκεκριμένα στη περαιτέρω συνεργασία μεταξύ Ε.Ε. και Ατλαντικής Συμμαχίας, που δεν προωθείται αφού η Τουρκία δεν δέχεται η Κύπρος αν και ισότιμο μέλος της Ένωσης, να παρακάθεται σε αυτές. Από την άλλη, η Κύπρος ως απάντηση στην τουρκική στάση και βέβαια ως μοχλό άσκησης πίεσης προς την Τουρκία για επίλυση του Κυπριακού, προβάλλει ένσταση στη συμπερίληψη της στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας στον οποίο η Άγκυρα και άλλες συμμαχικές της χώρες θα ήθελαν να ενταχθεί για να συμβάλλει στο συντονισμό των αμυντικών προγραμμάτων και στη διαχείριση κρίσεων. Οι εκκλήσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσσεν για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά είναι ενδεικτικές του πόσο απασχολεί την Ατλαντική Συμμαχία το όλο ζήτημα. Γι αυτό με σχετική πρότασή του ο Ρασμούσσεν εισηγείται στη Ε.Ε να συνομολογήσει συμφωνία ασφάλειας με την Άγκυρα, να προσφέρει στην Τουρκία ειδικό καθεστώς με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας και να έχει ανάμιξη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αποστολές ασφάλειας της Ένωσης.


Η Γερμανία και η Άγκελα Μέρκελ ιδιαίτερα, παρόλο που έχει συμβάλει τα μέγιστα στην προώθηση αυτόνομων λειτουργιών της Ένωσης στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και παρόλο που η χώρα αυτή δεν είναι πια τόσο φιλονατοϊκή όσο ήταν στο παρελθόν, ωστόσο, από την άλλη, προσπαθεί να κρατά μια ισορροπία στις υπερατλαντικές σχέσεις. Είναι γι αυτό το λόγο που σε διάφορες περιπτώσεις η ίδια η Μέρκελ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες και έχει προσπαθήσει να βοηθήσει να ξεπεραστούν προβλήματα στις σχέσεις αυτές. Δεν θα ήταν λοιπόν καθόλου παράξενο αν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της στο νησί, το πρόβλημα με τη Τουρκία και την πολική ασφάλεια και άμυνας της Ευρώπης αποτελούσε αντικείμενο του ενδιαφέροντός της.


Συνεπώς με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζονται στο Κυπριακό, την τουρκική κυβέρνηση να αρνείται σεβασμό του πρωτοκόλλου για τελωνιακή ένωση, τα σχετικά κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα να παραμένουν παγοποιημένα, την Ε.Ε να αντιμετωπίζει το δίλημμα της επιβολής κυρώσεων προς αυτή, την ευρωατλαντική συνεργασία στα θέματα ασφάλειας να είναι αποτελματωμένη, το 2011 διαγράφεται κρίσιμο και οι σχέσεις με την τουρκική πλευρά κρισιμότερες. Υπό τις συνθήκες, η ανίχνευση των προθέσεων των πρωταγωνιστών μεταξύ των οποίων είναι και η Κύπρος και η ανταλλαγή απόψεων είναι αρκετά χρήσιμη σε κάθε προγραμματισμό των περαιτέρω χειρισμών αμφοτέρων των πλευρών.


Η ανάγκη λύσης στο Κυπριακό

Βέβαια, η Γερμανίδα Καγκελάριος, όπως και άλλοι ηγέτες στο χώρο της Ε.Ε., αντιλαμβάνονται ότι κοινή συνισταμένη όλων των ανωτέρω προβλημάτων είναι το Κυπριακό. Όμως η περιστασιακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλεί το Κυπριακό αντί της επίλυσης του προβλήματος καθεαυτό, δεν αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο θεραπείας του φαινόμενου αυτού. Ως τέτοια πρόσκαιρη αντιμετώπιση του θέματος είναι η προσπάθεια ορισμένων κύκλων στην Ένωση να υπερκεράσουν το πάγωμα των κεφαλαίων ή να αντισταθμίσουν την απαίτηση για σεβασμό του πρωτοκόλλου της τελωνιακής ένωσης από την Άγκυρα, προωθώντας την τουρκική θέση για απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα. Είναι επίσης η συνέχιση της ατιμωρησίας και ανοχής της προκλητικής συμπεριφοράς της Τουρκίας σε ό, τι αφορά το θέμα της παρουσίας της Κύπρου στις κοινές συναντήσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ, καθώς και οι εκκλήσεις από την ηγεσία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας να της παραχωρηθεί ειδικό καθεστώς στη λήψη αποφάσεων σε θέματα ασφάλειας της Ένωσης κατά παράβαση ευρωπαϊκών αρχών και αξιών. Εντούτοις, χωρίς να λυθεί το Κυπριακό, τα στρατηγικά αυτά προβλήματα δεν θα πάψουν να υπάρχουν και να ταλανίζουν τις διεθνείς σχέσεις και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη αλλά και πέραν από αυτή. Οι οποιεσδήποτε ιδέες της Άγκελας Μέρκελ επί διαφόρων πτυχών του Κυπριακού, που απασχολούν τις συνομιλίες, όπως είναι για παράδειγμα το περιουσιακό, ενδεχόμενα να είναι χρήσιμες. Όμως το κλειδί της λύσης στο Κυπριακό βρίσκεται κυρίως στην Άγκυρα η οποία εκτός από κινήσεις εντυπωσιασμού, δεν έχει μέχρι σήμερα δείξει πραγματική διάθεση επίλυσης του προβλήματος. Αντίθετα στηρίζει τις ακραίες θέσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου σε όλα σχεδόν τα ζητήματα, καθιστώντας το διάλογο μεταξύ των δύο κοινοτήτων εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθεί. Δεδομένων λοιπόν και των εκκλήσεων του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν κι Μουν για επίτευξη προόδου στο Κυπριακό, η αξιοποίηση των κοινών στρατηγικών συμφερόντων των δύο χωρών και του εκτοπίσματος και του ρόλου της Γερμανίας στις προσπάθειες για κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας, θα μπορούσε να αποβεί επωφελής και στην πραγμάτωση των ανωτέρω στόχων.

.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, Η Ε.Ε. ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους, Βουλευτή του AΚΕΛ
Το θέμα της ενέργειας και της μείωσης της εξάρτησης των χωρών από παραδοσιακές κυρίως μορφές ενέργειας αποτελεί ζήτημα ύψιστης σημασίας, τόσο για την οικονομία, όσο και για την κοινωνία και το περιβάλλον. Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Ε.Ε.) και κατ’ επέκταση της Κύπρου στην πρόκληση αυτή.

Συναφώς αναφέρονται τα εξής: Η Ε.Ε. στο σύνολο των καυσίμων της εξαρτάται κατά ένα ποσοστό 53.1% από εισαγωγές, με το πετρέλαιο και τα στερεά καύσιμα να αποτελούν τις κύριες μορφές εισαγόμενων καυσίμων. Η Κύπρος στον τομέα αυτό εξαρτάται κατά 95.9% και είναι η δεύτερη χώρα μετά τη Μάλτα ( 100%) στην Ε.Ε. με την πιο ψηλή εξάρτηση σε εισαγωγές καυσίμων, με το πετρέλαιο να αποτελεί την κύρια μορφή ενέργειας για τον τόπο. Το γεγονός αυτό και οι αυξητικές τάσεις στις τιμές του πετρελαίου εξηγούν και προσπάθειες διαδοχικών κυβερνήσεων να δημιουργήσουν την υποδομή και να εισαγάγουν φυσικό αέριο στο νησί, που θεωρείται και πιο φθηνό, μειώνοντας την εξάρτηση της Κύπρου από ένα είδος καυσίμου μόνο.


Γενικότερο θέμα ενέργειας


Σε ό,τι αφορά τώρα το γενικότερο θέμα της ενέργειας: Με βάση την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. όφειλαν να ετοιμάσουν σχέδιο δράσης, για αντικατάσταση μέρους της ηλεκτρικής τους ενέργειας, αλλά και της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2010. Ειδικά για το θέμα της ηλεκτρικής ενέργειας η Κύπρος έθεσε ως στόχο την αντικατάσταση του 6% της κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές και για το σύνολο της κατανάλωσης ενέργειας την αντικατάσταση του 1.9% έως 3.8% με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, είχαν ετοιμαστεί ειδικά προγράμματα. Το 2004 είχε εκπονηθεί Σχέδιο Χορηγιών που κάλυπτε κυρίως αιολική και ηλιακή ενέργεια, εκστρατεία διαφώτισης, συμμετοχή σε εκθέσεις και άλλες μορφές ενημέρωσης ενδιαφερομένων, καθώς και παραχώρηση διευκολύνσεων και μείωση της γραφειοκρατίας.


Είναι γεγονός ότι η Κύπρος όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν πέτυχαν τους στόχους που τέθηκαν προ δεκαετίας ίσως γιατί ήταν πολύ αισιόδοξοι ή γιατί υπήρξε αναποτελεσματικότητα στην προώθηση των. Ωστόσο με τα μέτρα που λήφθηκαν αργότερα και με την ώθηση που έδωσε η παρούσα κυβέρνηση, ο συνολικός στόχος του 1.9% έως 3.8% που είχε τεθεί έως το 2010 όχι μόνο έχει επιτευχθεί, αλλά και ξεπεράστηκε φτάνοντας το 4.9%. Βέβαια, ο στόχος του 6% όσο αφορά την ηλεκτρική ενέργεια, επιτεύχθηκε μόνο κατά το ήμισυ ένεκα προφανώς δυσκολιών που είχαν προκύψει στην πορεία. Επειδή οι στόχοι δεν ήταν υποχρεωτικοί καμία χώρα της Ένωσης δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε κυρώσεις.


Νέοι στόχοι, 2020


Το 2009 μια νέα Οδηγία (2009/28/ΕΚ )της Ε.Ε. προέκυψε με νέους στόχους για το 2010-2020. Η εν λόγω Οδηγία έχει ως στόχο, για το σύνολο των κρατών της Ένωσης, την αντικατάσταση του 20% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας - όχι μόνο της ηλεκτρικής - από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020.


Οι στόχοι για την κάθε χώρα είναι διαφορετικοί ανάλογα με τις ιδιαίτερες τους συνθήκες. Στην περίπτωση της Κύπρου ο στόχος είναι η αντικατάσταση του 13% της συνολικής ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές. Σημειώνεται ότι ένας άλλος, επί μέρους στόχος, αφορά τις μεταφορές όπου προβλέπεται η αντικατάσταση του 10% της ενέργειας που καταναλώνεται στον τομέα αυτό, με βιοκαύσιμα έως το 2020, από το 2% που είναι σήμερα. Επίσης επιδιώκεται η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 5% σε σχέση με το 2005.


Μέσα στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση υπέβαλε Σχέδιο Δράσης προς την Ε.Ε. για την περίοδο αυτή, με βάση το οποίο θα ενεργούσε για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Επιπλέον, καθόρισε αυξημένο τέλος επί των κιλοβατώρων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, γεγονός που θα βελτιώσει τα οικονομικά του Ταμείου. Επίσης πέραν της παράλληλης προώθησης της θέρμανσης και ψύξης χώρων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυβέρνηση προωθεί την εξοικονόμηση ενέργειας σε διάφορους τομείς δραστηριότητας.


Σαφώς η ενέργεια είναι ένα κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και στην Κύπρο με πολλά περιθώρια βελτίωσης . Η παρούσα Κυβέρνηση το αναγνωρίζει πλήρως αυτό και καταβάλλει ασταμάτητες προσπάθειες για επίτευξη των στόχων του προγράμματός της προς όφελος της κυπριακής οικονομίας, του περιβάλλοντος της κοινωνίας γενικότερα και ασφαλώς του Κύπριου πολίτη. Το γεγονός ότι έβγαλε από την αποτελμάτωση στην οποία βρισκόταν για χρόνια το θέμα της έλευσης του φυσικού αερίου στην Κύπρου και προωθεί την υλοποίηση του αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της αποφασιστικότητάς της στην επίλυση διαχρονικών προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί από προηγούμενες διακυβερνήσεις.










Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΣΡΑΗΛ

"ΑΝΤΙΒΑΡΟ" ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ;..


Του Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή του ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την κάθοδο Παπανδρέου στο Τελ Αβίβ, εν μέσω γεωπολιτικών τάσεων σε συνάρτηση με την αναδυόμενη Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη, καθώς και τη χειροτέρευση των σχέσεων της με το Ισραήλ, οδηγεί σε διάφορους συλλογισμούς για τις στοχεύσεις των δύο χωρών. Η άποψη όμως περί δημιουργίας «άξονα» ή γεωστρατηγικού αντίβαρου απέναντι στην Τουρκία είναι υπερβολική.

Για τους Ισραηλινούς κάποια συμφέροντα τους την περίοδο αυτή έναντι της Τουρκίας συμπίπτουν με ελληνικά, επιτρέποντας μια τέτοια συνεργασία να προωθηθεί. Βέβαια μέχρι τελευταίως για το Ισραήλ η ισλαμική Τουρκία ήταν στρατηγικός σύμμαχος κι ένας τίμιο μεσολαβητή στο Μεσανατολικό, δεδομένων και των σχέσεων της με Άραβες και Παλαιστινίους. Ωστόσο, η αρνητική τροπή στις σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας και οι αναπτυσσόμενες σχέσεις της με το Ιράν άρχισαν να αποτελούν πηγή προβληματισμού για τους Ισραηλίτες στην περιοχή.

Η επίσκεψη Νεατανιάχου στην Αθήνα μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια διεξόδου για το Ισραήλ από την κατάσταση αυτή και αξιοποίησης κοινών ανησυχιών για διαμόρφωση στρατηγικών έναντι της Τουρκία. Κοινός στόχος η δημιουργία στρατηγικού αντίβαρου για έλεγχο της αναπτυσσόμενη επιρροή της τουρκικής πλευράς, πιστεύοντας έτσι ότι επιτυγχάνεται, από τη μια, κάποια αποδυνάμωση της, το οποίο ενδιαφέρει την Ελλάδα και, από την άλλη, μετατόπιση των ενεργειών της εκτός Μέσης Ανατολής, που αφορά το Ισραήλ

Η σχέση αυτή όντως ενδιαφέρει την ελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι σε μια αυξανόμενη σε σημασία Τουρκία. Εξ ου και κατά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα του προτάθηκε αμοιβαία μείωση εξοπλισμών, πράγμα ιδιαίτερα επιθυμητό για τη Ελλάδα εν όψει και της οικονομικής κρίσης. Όχι όμως και για την Τουρκία που θέλει να διατηρεί ευνοϊκό για την ίδια συσχετισμό δυνάμεων με την Ελλάδα ώστε απερίσπαστα να επιδίδεται στη διεύρυνση της επιρροής της στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Γι αυτό και η ανάπτυξη σχέσεων της Αθήνας με το Ισραήλ θα μπορούσε να εκληφθεί ότι εκπέμπει μήνυμα προς την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να έχει τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζει και ότι η Ελλάδα έχει και άλλες επιλογές όταν χρειαστεί.

Βέβαια τα δεδομένα μπορεί να επιτρέπουν σήμερα στην Ελλάδα και το Ισραήλ την ανάπτυξη τέτοιων σχέσεων. Όμως όσον αφορά την προοπτική και την αποτελεσματικότητας τους δεν μπορεί κανείς να υπερβάλλει. Πρώτο, γιατί οι σχέσεις της Αθήνα με την Άγκυρα δεν έχουν την ίδια ένταση που είχαν μέχρι τη δεκαετία του 1990 αρχές του 2000, παρόλο που οι διαφορές στο Αιγαίο και το Κυπριακό συνεχίζουν να αποτελούν σημείο τριβής και πιθανής κρίσης. Δεύτερο, η παραδοσιακά φιλοαραβική και φιλοπαλαιστινιακή στάση της Ελλάδας καθιστά μια «συμμαχία» με το «επιθετικό» Ισραήλ πολύ λεπτή υπόθεση όχι μόνο για τις εξωτερικές υποθέσεις της χώρας αλλά και για την εσωτερική της πολιτική. Τρίτο, η γεωγραφική της θέση και το στρατιωτικό εκτόπισμα της χώρας δεν μπορούν να αποτελέσουν για του Αμερικανούς και του Ισραηλινούς, υποκατάστατο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή – πλην της κάποιας βαρύτητας που θα μπορούσε να έχει ως χώρα μέλος της Ε.Ε και των καλών σχέσεων της στην περιοχή.

Συμπερασματικά, σημειώνονται τα εξής: Η χειροτέρευση των σχέσεων της Άγκυρας - Ισραήλ μπορεί να έχει κάποιες αρνητικές επιδράσεις για την Τουρκία σε θέματα όπως το Κουρδικό ή την προμήθεια ισραηλινού οπλισμού. Η σύναψη στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ μπορεί να είναι κίνηση αντιπερισπασμού που δεν μπορεί η Άγκυρα να αγνοήσεις παντελώς. Όμως με βάση τα δεδομένα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το αντίβαρο αυτό, πάρα την κάποια χρησιμότητα του, δεν μπορεί να είναι, ούτε ουσιαστικό εργαλείο στα χέρια των Ελλήνων, αλλά ούτε και σοβαρός μοχλός μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας και της δραστηριότητας της στο Αιγαίο από τη Μέση Ανατολή, που προφανώς είναι επιθυμία του Ισραήλ.





18.08.2010













Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ 2010


Συμπεράσματα - Διαπιστώσεις


ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΔΕΔΟΜΕΝΑ


ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 2000 -2010


Ανάλυση Άριστου Αριστοτέλους


Από το 2002 που οι Τούρκοι προέβησαν σε ουσιαστική και άνευ προηγουμένου αύξηση των δυνάμεων τους , οι στρατιωτικές δυνάμεις των αντιπάλων πλευρών στον κυπριακό χώρο – Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, Τουρκικά Στρατεύματα και Τουρκοκυπριακές Στρατιωτικές Δυνάμεις – βασικά παραμένουν αριθμητικά αμετάβλητες μέχρι σήμερα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις στα κατεχόμενα αντικαθιστούσαν, επιδιόρθωναν ή ανανέωναν κατά διαστήματα μέρος του εξοπλισμού τους. Η τουρκική πλευρά διατηρεί σε υψηλά επίπεδα ικανοτήτων τα στρατεύματα της στην Κύπρο. Είναι σε θέση στρατιωτικά να αποκλείσει από θάλασσα και αέρα την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία υστερεί σημαντικά σ’ αυτούς τους τομείς. Η Τουρκία έχει δυνατότητα πλήρους αεροπορικής και ναυτικής κάλυψης, υποστήριξης και ταχείας ενίσχυσης των δυνάμεων της στο νησίαπό βάσεις και εγκαταστάσεις στο έδαφός της.


Με την κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού και το στρατιωτικό δυναμικό που διαθέτει, καθώς και με τις αεροπορικές και ναυτικές της δυνάμεις, η Τουρκία δύναται να έχει σχεδόν πλήρη στρατηγικό έλεγχο επί της Κύπρου. Επίσης, ένεκα του εκτοπίσματός της, της εγγύτητας της και των σχέσεων της, δύναται να ασκήσει διάφορου βαθμού επιρροή σε οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Σ’ αυτό το ρόλο βέβαια που η Άγκυρα επιδιώκει να διαδραματίσει δεν μπορεί να αγνοήσει πιθανόν ανταγωνισμό με δυνάμεις όπως το Ιράν και η Αίγυπτος.


Η προγραμματισμένη ενίσχυση του στόλου της Τουρκίας με φρεγάτες και υποβρύχια στα επόμενα χρόνια όπως και με μεταγωγικά αεροσκάφη θα ενισχύσει περαιτέρω την εμβέλεια δράσης και την αποτελεσματικότητα των δυνάμεων της στην περιοχή και πέραν από αυτή. Ο κομβικός της ρόλος όσον αφορά τη διέλευση των αγωγών πετρελαίου προσθέτουν ερείσματα στη στρατηγική σημασία της χώρας αυτής και στις σχέσεις της στην Καυκασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία, όμως, στις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, πρέπει να είναι πολύ προσεχτική για να μην προκαλεί τη ρωσική αρκούδα - ένα άλλο πανίσχυρο παίχτη με ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή.


Η Τουρκία είκοσι χρόνια μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου άρχισε να αποκτά αυτοπεποίθηση, αλλά και να ανεξαρτητοποιείται από τις ΗΠΑ και ακολουθεί μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική - αναβιώνοντας μνήμες και συμπεριφορές παράλληλες του οθωμανικού της παρελθόντος. Η Άγκυρα ήδη λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της στρατηγικής αυτής και προβλέπεται ότι έως το 2025 θα είναι μια πολύ σημαντική οικονομική και στρατιωτική δύναμη στο παγκόσμιο και ιδιαίτερα στο περιφερειακό σκηνικό.


Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών κι ενώσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, η σκιά της παρουσίας της Τουρκίας στην Κύπρο, όπως και αυτής των εποίκων καθίσταται ολοένα και πιο βαρετή. Η διχοτόμηση βαθαίνει και η διαπραγματευτική θέση της Άγκυρα γίνεται πιο ισχυρή, με αρνητικές συνέπειες για την ελληνοκυπριακή πλευρά σε διάφορους ζωτικούς τομείς που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, περιλαμβανομένου και του τομέα της ασφάλειας.


Από την άλλη ο κατακερματισμός του εσωτερικού μετώπου των Ελληνοκυπρίων, η ασυμφωνία σε κοινούς στόχους στο Κυπριακό μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και η διατύπωση ακραίων θέσεων δεν βοηθά την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά ούτε στο διεθνές πεδίο. Δεν βοηθά την Κύπρο πολλές φορές ούτε στον ίδιο το χώρο της Ε.Ε., που παρέμεινε ως ο πιο σημαντικός ίσως διεθνής μοχλός της Λευκωσίας στις προσπάθειες άσκησης πίεσης στην Άγκυρα για επίλυση του προβλήματος και αντιμετώπισης των τουρκικών προκλήσεων στο διπλωματικό πεδίο.


Σαφώς η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεχίζει να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στρατιωτικά σε σχέση με τις κατοχικές δυνάμεις. Η στενή λωρίδα εδάφους που έχει να υπερασπισθεί η Ε.Φ., η απουσία άμυνας σε βάθος, οι αδυναμίες στον αεροπορικό και αντιαεροπορικό τομέα έναντι μιας πολύ ισχυρής αεροπορίας της τουρκικής πλευράς, που διαθέτει σύγχρονα πολεμικά μέσα, καθώς και οι πολύ ισχνές ναυτικές ικανότητες της Δημοκρατίας σε σχέση με τις τουρκικές άφηναν ανέκαθεν το νησί ιδιαίτερα ευάλωτο στους τομείς αυτούς. Η υπό εξέλιξη αναδιοργάνωση ωστόσο θα καταστήσει την Ε.Φ. μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική δύναμη να αντιμετωπίσει διάφορες μορφές κρίσεις, προκλήσεις και απειλές στο νησί αλλά και να ανταποκρίνεται στις διεθνείς της υποχρεώσεις σε σχέση με τη συμμετοχή της Κύπρου ως ισότιμο μέλος της Ε.Ε.


Στον τομέα του στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού, στον κυπριακό χώρο, η Κυπριακή Δημοκρατίας μειονεκτεί με αναλογίες 3,1 Τούρκους στρατιώτες για κάθε Εθνοφρουρό. Ωστόσο υπολογίζοντας το αριθμητικό δυναμικό της Εφεδρείας, τα δεδομένα διαφοροποιούνται αισθητά και μετατρέπονται σε ένα Τούρκο για κάθε δύο Εθνοφρουρούς. Όμως το ανθρώπινο δυναμικό της τουρκικής πλευράς δεν περιορίζεται στους 36.000 στρατιώτες της επί κυπριακού εδάφους αλλά και στις ενισχύσεις που θα έχει από δυνάμεις τους στην Τουρκία.


Από την άλλη, η απόσταση της Κύπρου από την Ελλάδα αλλά και η ανυπαρξία αποτελεσματικών λύσεων πλήρωσης του κενού στον τομέα της αεροπορίας και του ναυτικού, συνεχίζουν να αποτελούν την πάγια αδυναμία της ελληνικής πλευράς έναντι της Τουρκίας για αποτελεσματική και αξιόπιστη κάλυψη, υποστήριξη και ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Οι ναυτικές εγκαταστάσεις στο Μαρί και οι αεροπορικές στην Πάφο και αλλού συμβάλλουν κατά κάπως στην ενίσχυση της κυπριακής άμυνας σ’ αυτούς τους τομείς αλλά ένεκα γεωγραφίας και αδυναμίας εξασφάλισης αποτελεσματικών μέσων προστασίας τους (π.χ. S-300) παραμένουν εκτεθειμένοι σε οποιασδήποτε επιδρομής.


Η Ελλάδα, ακολουθούμενη από την Τουρκία ήταν κατά το 2009 ανάμεσα στις πρώτες χώρες σε εισαγωγή οπλισμού παγκοσμίως, παρά την οικονομική κρίση. Όμως κάτω από τα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα του 2010, τουλάχιστον η ελληνική πλευρά, περικόπτει κονδύλια από τον προϋπολογισμό για την άμυνα. Υπό τις περιστάσεις ενδεχόμενα να είναι δύσκολα να αποφύγει κάποια κάμψη στη μαχητική ικανότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στο εύρος της αποτρεπτικής τους ισχύς και της δυνατότητας προέκτασης της στην Κύπρο.


Στην πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι αυστηρές απαιτήσεις σύγκλησης με τους δείκτες του Μάαστριχτ, της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της υιοθέτησης του ευρώ, κατέστησαν την άμυνα, τομέα εξοικονόμησης πόρων, συμβάλλοντας ταυτόχρονα σε επιβράδυνση στο ρυθμό εισαγωγής οπλισμού. Σ’ αυτό συνέβαλε και η επιδεινούμενη οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Παρά ταύτα η Κύπρος προχωρεί στην αντικατάσταση μέρους των αρμάτων της – μιας ατυχέστατης αγοράς προηγούμενων χρόνων - που περιέπεσαν σχεδόν σε αχρηστία, καθώς και σε αγορά σημαντικού αριθμών οχημάτων όπως και ελικοπτέρων για έρευνα και διάσωση.


Ως εκ των ανωτέρω, οι αμυντικές δαπάνες στην Κυπριακή Δημοκρατία παραμένουν σταθερά στο 2.1% - 2.3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τα τελευταία χρόνια. Παρόλο που ως ποσοστό οι δαπάνες αυτές είναι χαμηλότερες από ό,τι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ωστόσο είναι κάπως πιο ψηλές ως ποσοστό από το μέσο όρο αμυντικών δαπανών στο χώρο της Ε.Ε., ο οποίος ανέρχεται στο 1.9%.


ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΥΝΦΙΚΥΠ


Το στρατιωτικό τοπίο στην Κύπρο συμπληρώνουν οι δυνάμεις των βρετανικών βάσεων και της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Για τη Βρετανία η Κύπρος με τις εγκαταστάσεις και τις βάσεις που διατηρούν στο έδαφός της συνεχίζει να αποτελεί παγκοσμίως έναν εξαιρετικής σημασίας κόμβο στρατηγικών επικοινωνιών. Αποτελούν σημαντικό ορμητήριο και χώρο ανεφοδιασμού και στάθμευσης των δυνάμεων της. Γι αυτό παρά τις φοβερές οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται το Λονδίνο εντούτοις δεν προτίθεται να τις εγκαταλείψει αν και περαιτέρω εξοικονόμηση είναι πιθανή. Όσον αφορά την ΟΥΝΦΙΚΥΠ τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει ολοένα και πιο ισχυρές πιέσεις για απομάκρυνση της από την Κύπρο ή για περαιτέρω μείωση του δυναμικού της δεδομένης της ανυπαρξίας λύσης στο Κυπριακό και την ανάγκη εκχώρησης δυνάμεων σε άλλες αποστολές. Ωστόσο, μια τέτοια ενέργεια θα εμπεριείχε και κινδύνους δημιουργίας κρίσης ή επεισοδίων κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός που δεν μπορεί ο ΟΗΕ να αγνοήσει.


Στρατηγικό έλεγχος επί της Κύπρου


Βασικά η στρατηγική αξία σχεδόν ολόκληρου του κυπριακού χώρου βρίσκεται νόμιμα στα χέρια της Βρετανίας μέσω της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης από το 1960. Ένα άλλο μέρος βρίσκεται παράνομα στα χέρια της Τουρκίας από το 1974 με την εισβολή και κατοχή. Στον υπόλοιπο χώρο, που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, οι ΗΠΑ επωφελούνται σημαντικών στρατηγικών και άλλων διευκολύνσεων και δικαιωμάτων που τους παραχωρήθηκαν μετά από μυστική συμφωνία με τη Λευκωσία το 2002


Άλλες διαπιστώσεις


Τα αριθμητικά δεδομένα στο στρατιωτικό τομέα στις αντίπαλες πλευρές στην Κύπρο μεταξύ 2002 βασικά παραμένουν αμετάβλητα. Σήμερα η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Οι δυνάμεις τη Εθνικής Φρουράς ανέρχονται στις 12.000 και μαζί με τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ φθάνουν γύρω στις 13.000 περίπου. Από την άλλη, το ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό των κατοχικών στρατευμάτων στην Κύπρο για την ίδια περίοδο παραμένει σταθερά γύρω στις 36.000 και μαζί με τους 5.000 Τουρκοκύπριους ενόπλους αριθμεί περίπου 41.000. Δηλαδή για κάθε Εθνοφρουρό αναλογούν 3,1 Τούρκοι στρατιώτες. Όσον αφορά τη διάρκεια της θητείας στην Τουρκία αυτή ανέρχεται στους 15 μήνες, στην Ελλάδα είναι μέχρι τους 12 μήνες και στην Κύπρο 24 μήνες. Τα άρματα μάχης στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται στα 179 και εκείνα των κατοχικών στρατευμάτων συνεχίζουν να ανέρχονται στα 449 (441Μ-48Α5Τ12 και 8 Μ-48 Α2 εκπαιδευτικά) σε σύγκριση με 300 που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δηλαδή για κάθε άρμα μάχης της Εθνικής Φρουράς αναλογούν σήμερα 3 τουρκικά. Αν υπολογιστούν και τα 61 άρματα της ΕΛΔΥΚ η αναλογία μειώνεται σε ένα άρμα της Ε.Φ. για κάθε 2,09 τουρκικό. Ο αριθμός των Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) στην Εθνική Φρουρά ανέρχεται στα 402 και των κατοχικών δυνάμεων, παραμένει στα 627. Από αυτά τα 361 είναι τουρκικής κατασκευής τύπου ΑΑΡC και τα 266 αμερικανικής τύπου Μ-133


Τουρκικές επιδιώξεις


Με τη διατήρηση ισχυρών στρατιωτικών ικανοτήτων στην Κύπρο και την αδιαμφισβήτητη αεροπορική και ναυτική υπεροχή, η Τουρκία επιδιώκει:


Τη συνεχή διασφάλιση του στρατηγικού ελέγχου της επί του κυπριακού χώρου, καθώς και της μεγάλης διαπραγματευτικής της ισχύς στο Κυπριακό και την αποτελεσματική στήριξη της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής στο πρόβλημα αυτό.


Την υπογράμμιση της αποφασιστικότητας της για διαιώνιση και νομιμοποίηση της στρατιωτικής της παρουσίας και του στρατηγικού ελέγχου της στο νησί.


Τη διατήρηση του ελέγχου της επί του καθεστώτος των κατεχομένων και των δραστηριοτήτων των Τουρκοκυπρίων, ιδιαίτερα σε θέματα που ενδεχόμενα να επηρεάζουν τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας στο νησί.


Τη διατήρηση της ικανότητας να επηρεάζει εξελίξεις στις ελεύθερες περιοχές και να εκβιάζει την ελληνοκυπριακή πλευρά και να δημιουργεί αμφισβητήσεις για την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ξηρά και στο θαλάσσιο και εναέριο χώρο της Κύπρου.


Ο έλεγχος του κυπριακού χώρου από την Τουρκία, δεδομένου και του διευρυμένου ή ηγετικού ρόλου που επιδιώκει να διαδραματίσει στη γύρω περιοχή, αποτελεί εν δυνάμει στρατηγικό εφαλτήριο που έστω και συγκαλυμμένα ενδεχόμενα να μην αντισταθεί στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει.



Πηγές: Τα στοιχεία προέρχονται από ανοικτές και έγκυρες πηγές, προσβάσιμες στο κοινό και περιλαμβάνουν το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών Λονδίνου, το SIPRI, το NATO, τον ΟΑΣΕ, το Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα.





































Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ΟΡΑΜΑ: ΜΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΗΣ

Συμμερίζεται το όραμα των Κυπρίων για λύση και μια χώρα χωρίς στρατούς, σημειώνοντας ωστόσο πως «η πραγματικότητα επιβάλλει την ύπαρξη των μεγαλύτερων δυνατών ικανοτήτων που μπορεί να διαθέσει η Κύπρος, καθώς ο στρατός αποτελεί μια μορφή ασφάλειας» υπογράμμισε σε συνέντευξη μου στη χθεσινή «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της Επιτροπής Άμυνας, Άριστος Αριστοτέλους . «Ασφάλεια έναντι της πάνοπλης Τουρκίας των 80 εκατομμυρίων», ρώτησε η δημοσιογράφος. Η απάντηση και το πλήρες κείμενο της συνέντευξης ακολουθεί.

Φυγοστρατία
Ένα νομοσχέδιο δεν θα φέρει την άνοιξη, όπως ξεκαθαρίζει ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της Επιτροπής Άμυνας, Άριστος Αριστοτέλους, σε σχέση με το διογκούμενο φαινόμενο της φυγοστρατίας. «Ας μην αναμένουμε πως το νομοσχέδιο θα είναι πανάκεια στην πάταξη της φυγοστρατίας. Πρέπει να γίνουν προσαρμογές και στο ίδιο το στράτευμα, αλλαγές στην αντίληψη και στον χειρισμό των νέων, ίσως θα πρέπει ακόμα να επενδύσουμε στη διαφοροποίηση της υποδομής υποδοχής των νέων και της διαβίωσής τους στα στρατόπεδα. Ούτε η μείωση της θητείας από μόνη της θα επιλύσει τα προβλήματα, αν και νομίζω πρέπει να διατηρήσουμε αυτόν τον στόχο».

Ασφάλεια έναντι της πάνοπλης Τουρκίας των 80 εκατομμυρίων;
«Η ασφάλεια είναι υποκειμενική έννοια. Εξαρτάται πώς την αντιλαμβάνεται κάποιος και πώς την καταναλώνει ψυχολογικά. Από έρευνες που έχουν γίνει, διαφαίνεται πως όντως η ύπαρξη της Ε.Φ. προσφέρει κάποιο αίσθημα ασφάλειας. Αν δούμε το ζήτημα με ρεαλιστικούς αριθμούς, βλέπουμε πως πράγματι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε στρατιωτικά την Τουρκία. Όμως έχει σημασία έστω και το ελάχιστο κόστος που μπορείς να προκαλέσεις στον αντίπαλό σου, εάν αυτός έχει επιθετικές βλέψεις. Είναι διαφορετικό το να είσαι εντελώς άοπλος με το να ξέρει ο αντίπαλός σου πως έχεις έναν σουγιά, για να του κάνεις ζημιά».

Πώς μπορεί όμως στ’ αλήθεια η μικρή Κύπρος να αντεπεξέλθει στρατιωτικά σε μια Τουρκία των 80 εκατομμυρίων;
Σύμφωνα με τον κ. Αριστοτέλους, η Ε.Φ. δεν αποτελεί από μόνη της αποτρεπτικό στοιχείο μπροστά σε μια ενδεχόμενη επίθεση. Όμως, όπως υπέδειξε, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που αποτελούν στοιχεία κόστους, όπως η διεθνής κατακραυγή, η απομόνωση, τα ψηφίσματα των Η.Ε., η επιβολή εμπάργκο, το διπλωματικό κόστος, η πιθανή αντίδραση της Ελλάδας κι η γενίκευση του πολέμου.

Άρα, η «άμυνα» της Κύπρου θα έπρεπε να βασίζεται στη στρατιωτική της ετοιμότητα ή μήπως στη διπλωματική της οχύρωση, ρωτήσαμε τον βουλευτή της Αριστεράς. «Δεν μπορείς να αγνοείς τον στρατιωτικό τομέα. Αποτελεί το μόνο πραγματικό στοιχείο αντίστασης. Σε περίπτωση πολεμικής απειλής, ενώ μπορείς να αγνοήσεις τη διεθνή κοινότητα, τον στρατό της χώρας που επιτίθεσαι δεν μπορείς να τον αγνοήσεις. Επίσης, τη στρατιωτική ισχύ της Κύπρου πρέπει να τη δεις σε συνδυασμό με την Ελλάδα. Έχει μεγάλη σημασία η συνδυασμένη άμυνα και ο ελληνικός παράγοντας δεν πρέπει να δείξει στοιχεία υποχωρητικότητας σε ό,τι αφορά το θέμα της ασφάλειας της Κύπρου», επεσήμανε ο κ. Αριστοτέλους, σημειώνοντας παράλληλα πως η σχέση Ελλάδας-Κύπρου έχει κακοποιηθεί επανειλημμένως κατά τους χειρισμούς του παρελθόντος κι έχει καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από διάφορα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Θεσμός υπό αμφισβήτησηΥπόψη του κ. Αριστοτέλους θέσαμε το γεγονός πως ο τρόπος λειτουργίας του στρατού οδηγεί πολλούς πολίτες στο να απαξιώνουν και να αμφισβητούν τον ίδιο τον θεσμό, υπενθυμίζοντας τις συνεχείς καταγγελίες εφέδρων πως αντί να ασκούνται, χάνουν άπρακτοι τον χρόνο τους. Ο βουλευτής συμφώνησε κι επιβεβαίωσε πως οι καταγγελίες αυτές έχουν διασταυρωθεί και τεκμηριωθεί μέσα από έρευνες.

«Άρα», ρωτήσαμε τον κ. Αριστοτέλους, «συνεχίζουμε να επενδύουμε σ’ έναν θεσμό ο οποίος είναι σχετικά απαξιωμένος στα μάτια του κόσμου;»
«Δεν είναι κανόνας ότι η Ε.Φ. είναι απαξιωμένη. Αντίθετα, οι έρευνες δείχνουν πως είναι από τους θεσμούς που εμπιστεύονται περισσότερο οι Κύπριοι σε σχέση με τους υπόλοιπους. Έχετε όμως δίκαιο, υπάρχει πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να επενδύουμε περαιτέρω στον στρατό, πρέπει απλά να τον αξιοποιήσουμε σωστά. Πρέπει να αλλάξουμε την εικόνα και τη σημασία του στρατού, πρέπει να τον τοποθετήσουμε στη σύγχρονη εποχή. Και πρέπει να αφουγκραστούμε τα μηνύματα του κόσμου».

Ρωτήσαμε κατά πόσον υπάρχει σκέψη να γίνει επαγγελματικός ο στρατός της Κύπρου: «Όχι αποκλειστικά επαγγελματικός, γιατί αυτό θα σήμαινε κατάργηση της εφεδρείας, στην οποία και βασίζεται η άμυνά μας. Μια σοφή ενέργεια θα ήταν να προωθούσαμε περισσότερο την ιδέα του ημιεπαγγελματικού στρατού. Ελπίζω πως όταν τα οικονομικά δεδομένα βελτιωθούν, θα προωθηθεί η αύξηση των επαγγελματιών στον στρατό, ούτως ώστε να καταστεί και το θέμα της μείωσης της θητείας δυνατό».

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Ωρολογιακές βόμβες

τουρκικά στρατεύματα και έποικοι

Συνέντευξη ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
στον ΝΕΟΦΥΤΟ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Στο τραπέζι των συνομιλιών θα διαφανούν και οι πραγματικές προθέσεις της τουρκικής πλευράς αν επιζητεί ή όχι λύση του Κυπριακού, δηλώνει σε συνέντευξή του στην «Χαραυγή» ο βουλευτής του ΑΚΕΛ - Αριστερά Νέες Δυνάμεις Αριστος Αριστοτέλους, προσθέτοντας ότι δεν είναι εύκολο στον κ. Ντ. Ερογλου να έρθει στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις γιατί αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην εικόνα που θέλει να εκπέμπει η Τουρκία και στις σχέσεις της με την Ε.Ε. Ο Αρ. Αριστοτέλους μιλά κατά πόσο είναι έτοιμη ή όχι σήμερα η Τουρκία να προχωρήσει σε επίλυση του Κυπριακού και για το πως επηρεάζουν το πρόβλημα οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Αναφέρεται επίσης στις προοπτικές μείωσης των εξοπλιστικών προγραμμάτων στο Αιγαίο, καθώς και για την αμυντική ικανότητα της Εθνικής μας Φρουράς.

Κύριε Αριστοτέλους, ποιες προοπτικές βλέπετε στο Κυπριακό με την έναρξη των απευθείας συνομιλιών με νέο Tουρκοκύπριο συνομιλητή τον κ. Ντ. Ερογλου;

Είναι δύσκολες οι συνομιλίες, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις του κ. Ερογλου στο Κυπριακό. Από την άλλη όμως για την τουρκοκυπριακή πλευρά δεν είναι εύκολο να έρχεται στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούν ούτε τους τακτικούς χειρισμούς της Τουρκίας. Υπάρχουν ωστόσο διαχρονικές θέσεις αρχών και συμφωνίες κορυφής, που είναι καταγραμμένες από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και δεν είναι εύκολο να παραγνωρίζονται από τον κ. Ερογλου. Αν ο κ. Ερογλου προσπαθήσει να περάσει μέσα από τις συνομιλίες τις γνωστές αδιάλλακτες θέσεις του περί δυο κρατών στην Κύπρο, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα στην πορεία των συνομιλιών και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη σθεναρή στάση του Δημήτρη Χριστόφια .

Μιλάμε ότι ο κ. Ερογλου παίρνει εντολές από την Άγκυρα Είναι έτοιμη σήμερα η Τουρκία να δεχθεί διευθέτηση και λύση στο Κυπριακό;

Είναι σωστή η θέση ότι το κλειδί της λύσης βρίσκεται στην Τουρκία και ότι ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι υποχρεωμένος να προσπαθεί να περάσει θέσεις της Άγκυρας. Όταν μιλάμε για τον σκληροπυρηνικό κ. Ερογλου και για τον κ. Ντενκτάς, ο οποίος είχε τη στήριξη του στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας, ασφαλώς οι θέσεις τους είναι ακόμα πιο σκληρές. Είναι εδώ που η παρουσία του κ. Ταλάτ στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας έκανε τη διαφορά, νοουμένου ότι είχε κάποιες απόψεις στο Κυπριακό πολύ διαφορετικές από εκείνες που πρεσβεύει ο κ. Ντενκτάς ή ο κ. Ερογλου.
Σε ότι αφορά την Τουρκία, εξυπηρετείται με το να προβάλλεται προς τα έξω μια θετική εικόνα. Εξυπηρετείται κυρίως η ευρωπαϊκή της πορεία. Δεν θα απέκλεια ότι η σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας επιθυμεί λύση, όχι οποιαδήποτε λύση, αλλά που να εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τους δικούς της στόχους. Η διευθέτηση του Κυπριακού θα βοηθήσει την Τουρκία και στο νέο ρόλο που θέλει να διαδραματίσει στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία αναβιώνει ως μια ισχυρή δύναμη με επιρροή, την οποία θέλει να εξασκήσει. Στηριζόμενοι επίσης στη θεωρία και στις αντιλήψεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών κ. Νταβούντογλου, για νέο πνεύμα στην εξωτερική πολιτική, που μιλά για μηδενικές διαφορές με τους γείτονες, δημιουργείται ελπίδα ότι η Τουρκία θα ήθελε και διευθέτηση του Κυπριακού. Βέβαια, η Τουρκία συνεχίζει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα διεθνή πράγματα τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, γεγονός που δυσκολεύει την όλη προσπάθεια για λύση.

-Σε ποιο βαθμό μπορεί να συμβάλλει ή να επιδράσει στο Κυπριακό η νέα σχέση συνεργασίας που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;
Το κυβερνητικό κατεστημένο στην Τουρκία, λειτουργώντας στο πνεύμα για μια νέα ρυθμιστική δύναμη στην περιοχή επιδιώκει να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη γειτονική Ελλάδα. Λογικά δε θα έπρεπε να δημιουργεί ένταση με την Ελλάδα, διότι θα ήταν εμπόδιο να εξασκήσει την εξωτερική της πολιτική στην περιοχή ως «παράγοντας σταθερότητας» και να έχει ρυθμιστικό ρόλο. Ναι, πιστεύω ότι η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα βοηθούσε και στην επίλυση του Κυπριακού.

Κατά την διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα υπήρξαν και συζητήσεις για μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Υπάρχει μια τέτοια προοπτική;
Νομίζω ότι θα ήταν πολύ ουσιαστικό και θετικό βήμα να υπάρξει μείωση των εξοπλισμών, ιδιαίτερα στο χώρο του Αιγαίου. Θα βοηθούσε στην καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και θα δημιουργούσε νέες προοπτικές. Δεν είναι, όμως, εύκολα τα πράγματα. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως ισχυρό παράγοντα στην περιοχή και στηρίζει αυτή την πολιτική και στο ανάλογο στρατιωτικό της εκτόπισμα και ισχύ που διαθέτει. Μπορεί η σημερινή ισχυρήΤουρκία να έχει ξεπεράσει το σύνδρομο της «απειλής» από την Ελλάδα, με το οποίο διακατεχόταν για πολλά χρόνια, αλλά δεν είναι εύκολο να δεχθεί το πολιτικό-στρατιωτικό κατεστημένο, μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών. Από την άλλη, η Ελλάδα με φοβερές δυσκολίες στην οικονομία, βρισκόμενη στα πρόθυρα χρεοκοπίας, είναι υποχρεωμένη ακόμη και μονομερώς να μειώσει τις αμυντικές της δαπάνες και τους εξοπλισμούς της. Θα ήταν βέβαια θετικό στοιχείο να μειωθούν τουλάχιστον εκείνοι οι εξοπλισμοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, τους οποίους η μια χώρα στρέφει εναντίον της άλλης. Αυτό θα δημιουργούσε ένα καλύτερο κλίμα και ανάπτυξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο χωρών.

Πως κρίνετε το ρόλο της Ε.Ε σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αλλά και ευρύτερα για τη σταθερότητα και ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή;

Η Ε.Ε μπορεί να έχει προωθήσει σε κάποιο βαθμό την κοινή εξωτερική πολιτικήκαι πολιτική ασφάλειας, αλλά δεν λειτουργεί ως μια οντότητα και δεν έχει το ανάλογο στρατιωτικό εκτόπισμα. Η Ε.Ε ως πείραμα περιφερειακής ολοκλήρωσης δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη κοινή αμυντική πολιτική. Προωθεί, όμως, τις σχέσεις καλής γειτονίας και σε αυτά τα πλαίσια καλείται και η Τουρκία ως υποψήφια χώρα να ενεργεί. Επίσης, προωθεί σειρά πακέτων μέτρων για εκδημοκρατισμό της τουρκικής πολιτείας και είναι γνωστές οι αντιδράσεις που έχουν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της. Συνεπώς, η Τουρκία γνωρίζει ότι για να προχωρήσει η ενταξιακή της πορεία θα πρέπει να προχωρήσει σε εκδημοκρατισμό και να ομαλοποιήσει τις γειτονικές της σχέσεις.

Εμείς, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε τον αγώνα μας εντός και εκτός της Ε.Ε,για να απαλλάξουμε την Κύπρο από την τουρκικά στρατεύματα και την κατοχή, αλλά και από τους έποικους που αποτελούν πηγή ανασφάλειας για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Γιατί, τουρκικά στρατεύματα και έποικοι αποτελούν ωρολογιακές βόμβες, με υπαρκτό τον κίνδυνο επιδείνωσης της κατάστασης στην Κύπρο. Να δούμε όλοι επιτέλους την πραγματικότητα και να αντιληφθούμε τους κινδύνους, οι οποίοι λειτουργούν αρνητικά σε βάρος της δικής μας υπόθεσης, στηρίζοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην προσπάθεια του για εξεύρεση βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό.

Ο παράγοντας Τουρκοκύπριοι δεν πρέπει να αγνοείται. Δεν έχουν καταλάβει ορισμένοι ότι αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει τον κυριότερο στρατηγικό παράγοντα επίλυσης του Κυπριακού. Αν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ακολουθούσαν την πολιτική του ΑΚΕΛ επί του θέματος, κυπριακό πρόβλημα δε θα υπήρχε. Μια τέτοια στρατηγική είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Αμυντική θωράκιση

Στην Κύπρο, επικρίνεται το Υπουργείο Αμυνας ότι κλείνει στρατόπεδα και ότι έχουν εγκαταλειφθεί εξοπλιστικά προγράμματα. Είναι σήμερα αξιόπιστη και μάχιμη η Εθνική μας Φρουρά;

Η κυβέρνηση δεν έχει εγκαταλείψει την πολιτική της αμυντικής θωράκισης. Αντίθετα, στο κυβερνητικό πρόγραμμα η αμυνα είναι σημαντικός τομέας για τον οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Γι’ αυτό, το Υπουργείο Αμυνας και ο υπουργός επιδίδονται σε μεγάλη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της άμυνας. Είναι φυσικό κάποιες μονάδες να συγχωνεύονται και να γίνονται αλλαγές στη βάση, όμως, της αναδιοργάνωσης. Εχουν αλλάξει οι αντιλήψεις γύρω από τοθέμα της απειλής που ίσχυαν από το 1974, και η άμυνα μας στηριζόταν σε υποτιθέμενες απειλές που ήταν πολύ απομακρυσμένες να υλοποιηθούν και σε οργάνωση που δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα. Υπάρχουν σήμερα νεές και πιο άμεσες μορφές κινδύνων και απειλών και η άμυνά μας θα πρέπει να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει. Για το σκοπό αυτό, η άμυνα μας ενισχύεται κατά τρόπο που να μπορεί να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και ευελιξία στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις αλλά και να μπορεί να εκπληρώσεις τις υποχρεώσεις της ως μέλος της Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι δεδομένης της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αλλά και λόγω του συνεχιζόμενου διαλόγου, δεν είναι και η καλύτερη περίοδος σήμερα για να επιδοθούμε σε εξοπλισμούς. Όμως, η κυβέρνηση δεν σταμάτησε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Μέσα στα πλαίσια των οικονομικών της δυνατοτήτων συνεχίζει να κρατεί την Εθνική μας Φρουρά στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα ετοιμότητας υπό τις περιστάσεις.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθούν και μέτρα ανάπτυξης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κοινοτήτων;

Η δική μας πλευρά έχει αποδείξει πολλές φορές ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει στη λήψη τέτοιων μέτρων, αλλά χρειάζεται να υπάρξει ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά. Εχουν ληφθεί μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το πιο σημαντικό μέτρο για αποκλιμάκωση της έντασης και ανάπτυξης εμπιστοσύνης στην Κύπρο είναι σίγουρα η μείωση και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, που είναι υπεράριθμα σε σχέση με το κυπριακό χώρο στον οποίο παράνομα εδρεύουν.

(ΧΑΡΑΥΓΗ 30.05.2010, σελ.10-11)