Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΕΠΙΚΕΙΤΑΙ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ;

Η απόφαση

Μουμπάρακ

και οι επιλογές

των στρατιωτικών


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απρόσμενη σε πολλούς απόφαση του προέδρου Μουμπάρακ να μην παραιτηθεί , παρά το κύμα της λαϊκής αντίδρασης και της πίεσης των στρατιωτικών, δίνει νέα τροπή στην αιγυπτιακή κρίση . Το γεγονός αυτό και η αναμενόμενη κλιμάκωση της αντίδρασης των μαζών, έχουν στενέψει τα περιθώρια επιλογών των στρατιωτικών, αυξάνοντας το ενδεχόμενο πραξικοπήματος το συντομότερο.

Η στρατιωτική πλευρά, η οποία προφανώς χαίρει εκτίμησης στην Αίγυπτο, δεν γνοιάζεται βέβαια για το μέλλον ή την επιβίωση του Μουμπάρακ καθεαυτό αλλά για τη συνέχιση του υφιστάμενου καθεστώτος και της ασφάλειας και σταθερότητας της χώρας. Υπό τις συνθήκες λαϊκής οργής και του ενδεχομένου ακόμη πιο έντονων διαδηλώσεων - περιλαμβανομένης και της κατάληψης του προεδρικού - οι επιλογές των στρατιωτικών, οι οποίοι μέχρι τώρα επιζητούσαν την ομαλή διαδοχή του για ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος, έχουν πια περιοριστεί στα εξής: Κατά πόσο θα πρέπει να αντισταθούν και ίσως να συγκρουστούν με τα κύματα των διαδηλωτών ενώ συνεχίζουν την προσπάθεια τους να πείσουν τον πρόεδρο να παραιτηθεί ή αν θα προχωρήσουν εξωσυνταγματικά στην ανατροπή και την αντικατάστασή του από άτομο της εμπιστοσύνης τους.

Η απροθυμία των στρατιωτικών, από τη μια, να μην εμπλακούν σε σύγκρουση με το λαό και η τυχόν πρόθεση τους, από την άλλη, να μην αφήσουν ανεξέλεγκτη την κατάσταση στα χέρια των μαζών, περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές τους Η δε επιμονή Μουμπαρακ να μην εγκαταλείπει την εξουσία, αφήνουν ως πολύ πιθανή την επιλογή διενέργειας άμεσου πραξικομήματος για την ανατροπή του. Όπως και να έχουν τα πράγματα η κρίση στη γειτονική μας χώρα, με την άρνηση του προέδρου Μουμπάρακ να παραιτηθεί, παίρνει νέα τροπή και χρήζει στενότερης παρακολούθησης και μελέτης του τι επακολουθεί.




Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ Τ/Κ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Πώς οι αντιδράσεις Ερντογάν
ξεγυμνώνουν την Τουρκία

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ- Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Οι αντιδράσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων ξεγυμνώνουν κυριολεκτικά διεθνώς την Τουρκία. Αποκαλύπτουν ότι οι θέσεις περί δημοκρατικών αρχών στην πρόσφατη κρίση στην Αίγυπτο διαπνέονται από καιροσκοπισμό και ότι η ίδια πράττει το αντίθετο καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Επίσης, ότι το περίφημο τουρκικό μοντέλο , που δυτικές πρωτεύουσες εισηγούνται να ακολουθήσουν και άλλες ισλαμικές χώρες, στερείται δημοκρατικού περιεχομένου.


Πράγματι, η Τουρκία ήταν από τις πρώτες χώρες που τοποθετήθηκε στην Αιγυπτιακή κρίση ( αφού βέβαια διαπίστωσε ότι το καθεστώς Μουμπάρακ βρίσκεται σε μεταβατική φάση) επικαλούμενη πανανθρώπινες αρχές και αξίες και παίρνοντας θέση υπέρ των διαδηλωτών, προσδοκώντας προφανώς να προσκομίσει πολιτικά πλεονεκτήματα και οφέλη από ένα νέο διάδοχο κυβερνητικό σχήμα. Με την αυτοπεποίθηση που διακρίνει την Άγκυρα στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων και μέσα στο πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής που έχει εγκαινιάσει, για αναβίωση της οθωμανικής επιρροής, επεδίωκε με τη στάση της αυτή να επιδείξει ηγετικό ρόλο στην περιοχή και να δημιουργήσει θετικές προϋποθέσεις και προσβάσεις στο καθεστώς που πιθανόν να δημιουργηθεί, μπαίνοντας έτσι και ως σφήνα στις σχέσεις Αιγύπτου – Ισραήλ. Ωστόσο η μαζική διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων κατά της οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης που υπόκεινται από την Τουρκία στα κατεχόμενα και κατά της καταπάτησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους, τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια του Τούρκου πρωθυπουργού στην ανωτέρω επιδεικτική πολιτική. Πρόκειται για μια πολιτική την οποία ενασκούσε επικαλούμενος προσήλωση σε αρχές και αξίες που η ίδια όμως η χώρα του αποδεδειγμένα αρνείται στην περίπτωση της Κύπρου να σεβαστεί.


Οι αντιδράσεις Ερντογάν στις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων κατά της καταπίεσης από την Τουρκία είναι αποκαλυπτικές όχι μόνο της κατάστασης των σχέσεων της τουρκικής κυβέρνησης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά και του αντιδημοκρατικού πνεύματος που διαπνέει τα ξεσπάσματα και τη συμπεριφορά της Άγκυρα στα κατεχόμενα και στην Κύπρο γενικότερα. Ασεβείς πράγματι και απαξιωτικές διατυπώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού για τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, όπως «ποιοι νομίζετε ότι είστε;» , «ξενδιάντροποι», καθώς και η απαίτηση του να οδηγηθούν στα δικαστήρια διαδηλωτές κατά της Τουρκίας είναι ενδεικτικές της νοοτροπίας της κατοχικής δύναμης στο νησί και του τρόπου που ουσιαστικά βλέπει την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η αναφορά του Ερντογάν όπως και προηγούμενα του υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου αλλά και προκατόχων τους ότι « η Τουρκία έχει στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο» και ότι βασικά θα επιζητούσε να έχει έλεγχο πάνω στο νησί, είτε υπήρχαν ή όχι Τουρκοκύπριοι , είναι καταδεκτικά στοιχεία των προτεραιοτήτων της Άγκυρας.


Πέραν τούτων είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και την εκμετάλλευση της πορείας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από το ισλαμικό καθεστώς για την εισαγωγή αλλαγών, που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση του από την απειλή των στρατιωτικών, το τουρκικό κράτος φαίνεται να συνεχίζει να είναι κατά βάθος αυταρχικό και αντιδημοκρατικό. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους γιατί οι αναφορές διαφόρων Ευρωπαίων και Αμερικανών περί τουρκικού μοντέλου διακυβέρνησης ως πρότυπο για να το υιοθετήσουν και άλλες ισλαμικές ή αραβικές χώρες για να εκδημοκρατιστούν έχουν αρκετά τρωτά και είναι αμφιβόλου σοβαρότητας και περιεχομένου.


Καταλήγοντας, θα μπορούσε όντως να υπογραμμισθεί ότι οι αντιδράσεις του Ερντογάν, με αφορμή τις διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων, αποκαλύπτουν το πραγματικό προσωπείο της Άγκυρας και την ξεγυμνώνουν απέναντι στη διεθνή κοινότητα. Πολύ σωστά η κυβέρνηση, η κυπριακή διπλωματία και τα πολιτικά κόμματα όχι μόνο πρέπει να είναι προσεχτικά και αλληλέγγυα στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, αλλά και να αναδεικνύουν στις εξωτερικές τους επαφές αυτή την απαράδεχτη συμπεριφορά και επιδιώξεις της Τουρκίας. Αυτή την τουρκική στάση πολύ ευφυώς επιτυγχάνει να αποκαλύπτει μέσα από την πολιτική της «λύσης της κυπριακής ιδιοκτησίας» ο πρόεδρος της Δημοκρατίας.





Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΥΡΩΠΗ, ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ
ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ;

Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η κρίση στην Αίγυπτο αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές προκλήσεις στον ευπαθή χώρο της Μέσης Ανατολής με πιθανές παγκόσμιες επιδράσεις στην ασφάλεια και τη σταθερότητα από τις οποίες η Ευρώπη μπορεί σοβαρά να επηρεαστεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) παρά τις πολιτικές που έχει αναπτύξει και τις νέες οργανωτικές ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισσαβόνας, όσον αφορά τις εξωτερικές της σχέσεις, φαίνεται να παραμένει απλώς θεατής των εξελίξεων και μάλλον αδύναμη να συμπεριφερθεί ως διεθνής παίχτης με επιρροή.


Πέραν των σοβαρών γεωπολιτικών και στρατηγικών επιπτώσεων που θα μπορούσα να προκύψουν, ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων, η Ε.Ε. έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται για τα γεγονότα και τις εξελίξεις στην Αίγυπτο μέσα από τις εξωτερικές της σχέσεις και τις πολιτικές που έχει αναπτύξει. Η χώρα είναι συνεταίρος της Ε.Ε. στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, η οποία βασικά υποκινείται από το συμφέρον της Ένωσης να περιτριγυρίζεται από γειτονικές χώρες όπου επικρατεί ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία. Προς αυτή την κατεύθυνση επιδιώκει να συμβάλει και το Κοινό Σχέδιο Δράσης μεταξύ Ε.Ε. και Αιγύπτου, που υιοθετήθηκε το 2007. Επίσης, μέσω της γαλλικής πρωτοβουλίας, «Ένωση για τη Μεσόγειο», που ανακοινώθηκε στη σύνοδο του Συμβουλίου στο Παρίσι το 2008, η Ε.Ε. δεσμεύτηκε στις σχέσεις της με τις μεσογειακές χώρες να προωθήσει το κεκτημένο της Βαρκελώνης, σκοπός του οποίου είναι η ειρήνη, η σταθερότητα και η ευημερία σε όλη την περιοχή της Μεσογείου.


Όλα αυτά εμπίπτουν στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. η οποία, όπως υποστήριζαν ορισμένοι, μέσω σχετικών ρυθμίσεων της Συνθήκη της Λισσαβόνας θα γινόταν πιο αποτελεσματική. Έτσι η Ένωση εκτός από οικονομική υπερδύναμη, θα μετατρεπόταν σε παγκόσμιο παίχτη με αυξημένη επιρροή στα διεθνή δρώμενα. Η δημιουργία του πόστου της Υπάτου Εκπροσώπου των Εξωτερικών Υποθέσεων και της Πολιτικής Ασφάλειας της Ε.Ε. που κατέχει η Κάθριν Άστον, όπως και της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Εξωτερικών Δράσεων, στην οποία απασχολούνται πέραν των 3700 ατόμων, αναμενόταν ότι θα έδινε σάρκα και οστά στη διεθνή προσωπικότητα της Ένωσης και θα συνέβαλε στην επίτευξη των ανωτέρω στόχων.


Ωστόσο η Ε.Ε παρουσιάζεται να παρακολουθεί τα γεγονότα στην Αίγυπτο ως απλώς θεατής χωρίς να αναλαμβάνει ουσιαστικά καμία πρωτοβουλία σε μια κρίση που ξεδιπλώνεται στη γειτονιά της. Εκτός από την έκδοση κάποιων ανακοινώσεων ή εκκλήσεων, είτε από το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, είτε από την Κομισιόν, είτε από το Ευρωκοινοβούλιο, είτε από την ίδια την Ύπατο Εκπρόσωπο των Εξωτερικών Υποθέσεων, καμία ουσιαστική ενέργεια δεν έχει εκδηλωθεί. Η κα Άστον περιορίζεται μόνο να λέει ότι παρακολουθεί την κατάσταση, ότι έχει επαφή με την αντιπροσωπία της επί του εδάφους αλλά αδυνατεί να κάνει αισθητή την ύπαρξη και το δημιουργικό ρόλο της Ε.Ε. σε μια γειτονική και κρίσιμη περιοχή. Όμως η αιγυπτιακή κρίση, ανάλογα με την τροπή που θα πάρει, δεν αποκλείεται να αναδειχθεί και σε υπόθεση δοκιμής της αποτελεσματικότητας της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης στην μετά τη Λισσαβόνα εποχή.


Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΕΡΚΕΛ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η στρατηγική

διάσταση

των σχέσεων

Κύπρου -

Γερμανίας

και το

Κυπριακό


Του Άριστου Αριστοτέλους


Η κάθοδος της Γερμανίδας Καγκελάριου Άγκελας Μέρκελ στην Κύπρο δεν είναι μόνο ένα εθιμοτυπικό γεγονός αλλά μια πράξη με στρατηγικές διαστάσεις για τις διεθνείς σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Κυπριακό, καθώς και για τον ολοένα πιο σημαντικό ρόλο που αναπτύσσει εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) η Γερμανία. Παρά τα διαφορετικά μεγέθη Κύπρου - Γερμανίας, η επίσκεψη έχει περισσότερη ουσία αφού τα συμφέροντα των δύο χωρών συναντώνται σε διάφορα ζητήματα υψίστης σπουδαιότητας για την Ε.Ε. και τις εξωτερικές τους σχέσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα προβλήματα που προκύπτουν στο χώρο της Ευρώπης ένεκα του Κυπριακού και της συμπεριφοράς της Τουρκίας στο θέμα αυτό. Η επίσκεψη είναι ίσως ευκαιρία για δύο εταίρους στην Ε.Ε. για συζήτηση σοβαρών προβλημάτων της Ευρώπης, η αποτελεσματική θεραπεία των οποίων όμως δεν εξαρτάται από πρόσκαιρες ή επιφανειακές ρυθμίσεις, που προτείνονται από διαφόρους αλλά από τη λύση του Κυπριακού. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε ακόμη πιο αποφασιστικά να συμβάλει ο γερμανικός παράγοντας όχι απλώς με εισηγήσεις και απόψεις, αλλά χρησιμοποιώντας κυρίως το κύρος και την αυξημένη επιρροή του για να πεισθεί η Τουρκία να επιδείξει τον πρέποντα σεβασμό στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, καθώς και την απαραίτητη διαλλακτικότητα για επίλυση του προβλήματος.


Όφελος και σημασία

Παρά το σύντομο της παραμονής της Άγκελας Μέρκελ στο νησί, η επίσκεψή της έχει ιδιαίτερο όφελος και σημασία για την Κύπρο. Είναι η πρώτη φορά που δυτικοευρωπαίος πολιτικός της εμβέλειας της Γερμανίδας Καγκελάριο, από την ύπαρξη του κυπριακού κράτους, επισκέπτεται επίσημα τη Λευκωσία. Υπογραμμίζεται έτσι για ακόμη μια φορά η αναγνώριση που τυγχάνει η Κυπριακή Δημοκρατία διεθνώς, γεγονός που αποτελεί απάντηση στη συνεχή αμφισβήτηση της από την Τουρκία. Η επίσκεψη υποδηλοί ταυτόχρονα τις πολύ καλές σχέσεις της Κύπρου με τη Γερμανία, μια χώρα που έχει την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας και το οικονομικά ισχυρότερο μέλος της Ε.Ε. και η οποία βασικά καθορίζει σήμερα σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες του παιγνιδιού στο χώρο του ευρώ.

Η Γερμανία είναι χώρα με την οποία η Κύπρος συνεργάζεται στενά εντός και εκτός της Ε.Ε. και είναι σημαντικός εμπορικός της εταίρος. Το 9.4% των εισαγωγών της Κύπρου προέρχονται από την χώρα αυτή, δέχεται πέραν τους 130.000 Γερμανούς τουρίστες ετησίως και φιλοξενεί πλοιοκτήτριες της εταιρείες. Επίσης από το 2006 παρέχει στη Γερμανία επάκτιες διευκολύνσεις για τη ναυτική ειρηνευτική δύναμη που έχει εκχωρήσει στη UNIFIL, η οποία περιπολεί στην Ανατολική Μεσόγειο για να ελέγχει τυχόν μεταφορά όπλων στο Λίβανο. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με την γερμανική αντίληψη, συμβάλλει ουσιαστικά στη Μεσανατολική στρατηγική της χώρας προσφέροντας με τον τρόπο αυτό εγγυήσεις στο δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει και στηρίζοντας τις προσπάθειες οικοδόμησης παλαιστινιακού κράτους και για σταθερότητα στο Λίβανο.


Από την άλλη, η επίσκεψη Μέρκελ στην Κύπρο, όπως και αυτή που θα πραγματοποιήσει στη Μάλτα, καθώς και μια σειρά πρωτοβουλιών που είχε αναλάβει σε άλλες περιοχές (πρώην σοσιαλιστικές χώρες μέλη της Ε.Ε., Καυκασία, Μέση Ανατολή), περιλαμβανομένης και της αναθεώρησης του στρατιωτικού της δόγματος, υποδηλώνουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο γεωπολιτικό τοπίο στην Ε.Ε και στην άσκηση μιας πιο διευρυμένης εξωτερικής πολιτικής από μέρους της Γερμανίας. Τα στοιχεία καταμαρτυρούν ότι η Γερμανία, η ισχυρότερη ίσως χώρα στο χώρο της Ευρώπης σήμερα, έχει ξεπεράσει τα θλιβερά σύνδρομα και ενοχές των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, καθώς και τους συμμαχικούς και άλλους περιορισμούς της μεταπολεμικής και ψυχροπολεμικής εποχής. Η χώρα, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποτελεσματικότητα ασκεί τώρα την κυριαρχία και την επιρροή της και αξιοποιεί τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και δυνατότητες που της προσφέρει η νέα κατάσταση πραγμάτων για την προώθηση της εθνικής της πολιτικής, που σε αρκετό βαθμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της Ε.Ε.


Στρατηγική διάσταση

Με την Κύπρο τα συμφέροντα της Γερμανίας συναντώνται βέβαια και σε άλλους σημαντικούς τομείς που αφορούν την ίδια την Ε.Ε, τις εξωτερικές τους υποθέσεις και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της Ένωσης, υπογραμμίζοντας περαιτέρω την στρατηγική προοπτική της σχέσης αυτής. Κοινό σημείο αναφοράς στην προκειμένη περίπτωση είναι η Τουρκία και η επιθυμία ένταξης της στην Ε.Ε. αλλά και γενικά ο ρόλος που η ίδια η Άγκυρα θέλει, ή και που άλλοι επιδιώκουν να προωθήσουν για αυτήν, στα θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας.

Είναι γεγονός ότι για τη Γερμανία το θέμα της ένταξης μιας σημαντικής εμπορικής εταίρου και νατοϊκής συμμάχου, όπως είναι η Τουρκία, στην Ε.Ε. και το πρόβλημα της Κύπρου είναι αγκάθι στις σχέσεις της με την Άγκυρα, όπως είναι και άλλα ζητήματα βέβαια, ήτοι οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν και η απαίτηση για διδασκαλία των Τούρκων μαθητών στη Γερμανία στην τουρκική γλώσσα. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι για την Τουρκία ο μεγαλύτερος της εμπορικός εταίρος, ο μεγαλύτερος επενδυτής στην τουρκική οικονομία, η μεγαλύτερη πηγή τουριστικού εισοδήματος, και η χώρα όπου διαμένουν τρία περίπου εκατομμύρια Τούρκων μεταναστών. Ωστόσο η θέση της Γερμανίας ότι τάσσεται υπέρ μιας «προνομιακής σχέσης» της Άγκυρας με την Ε.Ε. και ότι είναι ενάντια στην πλήρη ένταξη της σ’ αυτή, είναι ένα σοβαρό σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών. Οι Τούρκοι, που από το 2005 άρχισαν τις διαπραγματεύσεις με την Ένωση για να γίνουν μέλη της Ε.Ε., θεωρούν την γερμανική πρόταση «προσβλητική» και την απορρίπτουν. Η Άγκελα Μέρκελ κατά την επίσκεψη της στην Άγκυρα το Μάρτιο του περασμένου χρόνου, για το θέμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είπε ακόμη ότι αυτές δεν είναι πια μια διαδικασία με ημερομηνία κατάληξης, προκαλώντας απογοήτευση στον Έρντογαν για τις γερμανικές προθέσεις. Ωστόσο άφησε και κάποιο παράθυρο προοπτικής ένταξης της Τουρκίας στη Ε.Ε. λέγοντας ότι βλέπει αυτή ως πιθανότητα με τη συμπλήρωση των 28 από τα 35 λεγόμενα κεφάλαια της νομοθεσίας της Ένωσης, με τα οποία η Άγκυρα οφείλει να συμμορφωθεί πριν καταστεί πλήρες μέλος.


Η κυπριακή πλευρά, από την άλλη, έχει διαφορετική προσέγγιση δεδομένου ότι ευνοεί την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση, την οποία αξιοποιεί ως τον κυριότερο μοχλό πίεσης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Όμως το γεγονός ότι η Γερμανία αφήνει και κάποιες ελπίδες για τους Τούρκους να αιωρούνται αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο, υπό την έννοια του ότι τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Γάλλοι, που έχουν την ίδια άποψη, καθίστανται πιο απαιτητικοί έναντι της Τουρκίας. Αυτό αφορά και την εμμονή τους για σεβασμό των αρχών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και του πρωτοκόλλου της Άγκυρας από τους Τούρκους σχετικά με το άνοιγμα των τουρκικών αεροδρομίων και λιμανιών για την Κυπριακή Δημοκρατία και για επίλυση του Κυπριακού. Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 2006, η τουρκική άρνηση να επεκτείνει τη συμφωνία τελωνιακής ένωσης με την Ε.Ε στην Κύπρο οδήγησε την Ένωση στο πάγωμα οκτώ από τα ανωτέρω κεφάλαια.


Ευρωπαϊκή ασφάλεια

Το τοπίο στην Ευρώπη καθίσταται ακόμη πιο ζοφερό με τις δυσκολίες που προκύπτουν στο θέμα της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και πιο συγκεκριμένα στη περαιτέρω συνεργασία μεταξύ Ε.Ε. και Ατλαντικής Συμμαχίας, που δεν προωθείται αφού η Τουρκία δεν δέχεται η Κύπρος αν και ισότιμο μέλος της Ένωσης, να παρακάθεται σε αυτές. Από την άλλη, η Κύπρος ως απάντηση στην τουρκική στάση και βέβαια ως μοχλό άσκησης πίεσης προς την Τουρκία για επίλυση του Κυπριακού, προβάλλει ένσταση στη συμπερίληψη της στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας στον οποίο η Άγκυρα και άλλες συμμαχικές της χώρες θα ήθελαν να ενταχθεί για να συμβάλλει στο συντονισμό των αμυντικών προγραμμάτων και στη διαχείριση κρίσεων. Οι εκκλήσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσσεν για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά είναι ενδεικτικές του πόσο απασχολεί την Ατλαντική Συμμαχία το όλο ζήτημα. Γι αυτό με σχετική πρότασή του ο Ρασμούσσεν εισηγείται στη Ε.Ε να συνομολογήσει συμφωνία ασφάλειας με την Άγκυρα, να προσφέρει στην Τουρκία ειδικό καθεστώς με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας και να έχει ανάμιξη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αποστολές ασφάλειας της Ένωσης.


Η Γερμανία και η Άγκελα Μέρκελ ιδιαίτερα, παρόλο που έχει συμβάλει τα μέγιστα στην προώθηση αυτόνομων λειτουργιών της Ένωσης στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και παρόλο που η χώρα αυτή δεν είναι πια τόσο φιλονατοϊκή όσο ήταν στο παρελθόν, ωστόσο, από την άλλη, προσπαθεί να κρατά μια ισορροπία στις υπερατλαντικές σχέσεις. Είναι γι αυτό το λόγο που σε διάφορες περιπτώσεις η ίδια η Μέρκελ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες και έχει προσπαθήσει να βοηθήσει να ξεπεραστούν προβλήματα στις σχέσεις αυτές. Δεν θα ήταν λοιπόν καθόλου παράξενο αν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της στο νησί, το πρόβλημα με τη Τουρκία και την πολική ασφάλεια και άμυνας της Ευρώπης αποτελούσε αντικείμενο του ενδιαφέροντός της.


Συνεπώς με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζονται στο Κυπριακό, την τουρκική κυβέρνηση να αρνείται σεβασμό του πρωτοκόλλου για τελωνιακή ένωση, τα σχετικά κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα να παραμένουν παγοποιημένα, την Ε.Ε να αντιμετωπίζει το δίλημμα της επιβολής κυρώσεων προς αυτή, την ευρωατλαντική συνεργασία στα θέματα ασφάλειας να είναι αποτελματωμένη, το 2011 διαγράφεται κρίσιμο και οι σχέσεις με την τουρκική πλευρά κρισιμότερες. Υπό τις συνθήκες, η ανίχνευση των προθέσεων των πρωταγωνιστών μεταξύ των οποίων είναι και η Κύπρος και η ανταλλαγή απόψεων είναι αρκετά χρήσιμη σε κάθε προγραμματισμό των περαιτέρω χειρισμών αμφοτέρων των πλευρών.


Η ανάγκη λύσης στο Κυπριακό

Βέβαια, η Γερμανίδα Καγκελάριος, όπως και άλλοι ηγέτες στο χώρο της Ε.Ε., αντιλαμβάνονται ότι κοινή συνισταμένη όλων των ανωτέρω προβλημάτων είναι το Κυπριακό. Όμως η περιστασιακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλεί το Κυπριακό αντί της επίλυσης του προβλήματος καθεαυτό, δεν αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο θεραπείας του φαινόμενου αυτού. Ως τέτοια πρόσκαιρη αντιμετώπιση του θέματος είναι η προσπάθεια ορισμένων κύκλων στην Ένωση να υπερκεράσουν το πάγωμα των κεφαλαίων ή να αντισταθμίσουν την απαίτηση για σεβασμό του πρωτοκόλλου της τελωνιακής ένωσης από την Άγκυρα, προωθώντας την τουρκική θέση για απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα. Είναι επίσης η συνέχιση της ατιμωρησίας και ανοχής της προκλητικής συμπεριφοράς της Τουρκίας σε ό, τι αφορά το θέμα της παρουσίας της Κύπρου στις κοινές συναντήσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ, καθώς και οι εκκλήσεις από την ηγεσία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας να της παραχωρηθεί ειδικό καθεστώς στη λήψη αποφάσεων σε θέματα ασφάλειας της Ένωσης κατά παράβαση ευρωπαϊκών αρχών και αξιών. Εντούτοις, χωρίς να λυθεί το Κυπριακό, τα στρατηγικά αυτά προβλήματα δεν θα πάψουν να υπάρχουν και να ταλανίζουν τις διεθνείς σχέσεις και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη αλλά και πέραν από αυτή. Οι οποιεσδήποτε ιδέες της Άγκελας Μέρκελ επί διαφόρων πτυχών του Κυπριακού, που απασχολούν τις συνομιλίες, όπως είναι για παράδειγμα το περιουσιακό, ενδεχόμενα να είναι χρήσιμες. Όμως το κλειδί της λύσης στο Κυπριακό βρίσκεται κυρίως στην Άγκυρα η οποία εκτός από κινήσεις εντυπωσιασμού, δεν έχει μέχρι σήμερα δείξει πραγματική διάθεση επίλυσης του προβλήματος. Αντίθετα στηρίζει τις ακραίες θέσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου σε όλα σχεδόν τα ζητήματα, καθιστώντας το διάλογο μεταξύ των δύο κοινοτήτων εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθεί. Δεδομένων λοιπόν και των εκκλήσεων του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν κι Μουν για επίτευξη προόδου στο Κυπριακό, η αξιοποίηση των κοινών στρατηγικών συμφερόντων των δύο χωρών και του εκτοπίσματος και του ρόλου της Γερμανίας στις προσπάθειες για κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας, θα μπορούσε να αποβεί επωφελής και στην πραγμάτωση των ανωτέρω στόχων.

.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, Η Ε.Ε. ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους, Βουλευτή του AΚΕΛ
Το θέμα της ενέργειας και της μείωσης της εξάρτησης των χωρών από παραδοσιακές κυρίως μορφές ενέργειας αποτελεί ζήτημα ύψιστης σημασίας, τόσο για την οικονομία, όσο και για την κοινωνία και το περιβάλλον. Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Ε.Ε.) και κατ’ επέκταση της Κύπρου στην πρόκληση αυτή.

Συναφώς αναφέρονται τα εξής: Η Ε.Ε. στο σύνολο των καυσίμων της εξαρτάται κατά ένα ποσοστό 53.1% από εισαγωγές, με το πετρέλαιο και τα στερεά καύσιμα να αποτελούν τις κύριες μορφές εισαγόμενων καυσίμων. Η Κύπρος στον τομέα αυτό εξαρτάται κατά 95.9% και είναι η δεύτερη χώρα μετά τη Μάλτα ( 100%) στην Ε.Ε. με την πιο ψηλή εξάρτηση σε εισαγωγές καυσίμων, με το πετρέλαιο να αποτελεί την κύρια μορφή ενέργειας για τον τόπο. Το γεγονός αυτό και οι αυξητικές τάσεις στις τιμές του πετρελαίου εξηγούν και προσπάθειες διαδοχικών κυβερνήσεων να δημιουργήσουν την υποδομή και να εισαγάγουν φυσικό αέριο στο νησί, που θεωρείται και πιο φθηνό, μειώνοντας την εξάρτηση της Κύπρου από ένα είδος καυσίμου μόνο.


Γενικότερο θέμα ενέργειας


Σε ό,τι αφορά τώρα το γενικότερο θέμα της ενέργειας: Με βάση την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. όφειλαν να ετοιμάσουν σχέδιο δράσης, για αντικατάσταση μέρους της ηλεκτρικής τους ενέργειας, αλλά και της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2010. Ειδικά για το θέμα της ηλεκτρικής ενέργειας η Κύπρος έθεσε ως στόχο την αντικατάσταση του 6% της κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές και για το σύνολο της κατανάλωσης ενέργειας την αντικατάσταση του 1.9% έως 3.8% με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, είχαν ετοιμαστεί ειδικά προγράμματα. Το 2004 είχε εκπονηθεί Σχέδιο Χορηγιών που κάλυπτε κυρίως αιολική και ηλιακή ενέργεια, εκστρατεία διαφώτισης, συμμετοχή σε εκθέσεις και άλλες μορφές ενημέρωσης ενδιαφερομένων, καθώς και παραχώρηση διευκολύνσεων και μείωση της γραφειοκρατίας.


Είναι γεγονός ότι η Κύπρος όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν πέτυχαν τους στόχους που τέθηκαν προ δεκαετίας ίσως γιατί ήταν πολύ αισιόδοξοι ή γιατί υπήρξε αναποτελεσματικότητα στην προώθηση των. Ωστόσο με τα μέτρα που λήφθηκαν αργότερα και με την ώθηση που έδωσε η παρούσα κυβέρνηση, ο συνολικός στόχος του 1.9% έως 3.8% που είχε τεθεί έως το 2010 όχι μόνο έχει επιτευχθεί, αλλά και ξεπεράστηκε φτάνοντας το 4.9%. Βέβαια, ο στόχος του 6% όσο αφορά την ηλεκτρική ενέργεια, επιτεύχθηκε μόνο κατά το ήμισυ ένεκα προφανώς δυσκολιών που είχαν προκύψει στην πορεία. Επειδή οι στόχοι δεν ήταν υποχρεωτικοί καμία χώρα της Ένωσης δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε κυρώσεις.


Νέοι στόχοι, 2020


Το 2009 μια νέα Οδηγία (2009/28/ΕΚ )της Ε.Ε. προέκυψε με νέους στόχους για το 2010-2020. Η εν λόγω Οδηγία έχει ως στόχο, για το σύνολο των κρατών της Ένωσης, την αντικατάσταση του 20% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας - όχι μόνο της ηλεκτρικής - από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020.


Οι στόχοι για την κάθε χώρα είναι διαφορετικοί ανάλογα με τις ιδιαίτερες τους συνθήκες. Στην περίπτωση της Κύπρου ο στόχος είναι η αντικατάσταση του 13% της συνολικής ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές. Σημειώνεται ότι ένας άλλος, επί μέρους στόχος, αφορά τις μεταφορές όπου προβλέπεται η αντικατάσταση του 10% της ενέργειας που καταναλώνεται στον τομέα αυτό, με βιοκαύσιμα έως το 2020, από το 2% που είναι σήμερα. Επίσης επιδιώκεται η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 5% σε σχέση με το 2005.


Μέσα στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση υπέβαλε Σχέδιο Δράσης προς την Ε.Ε. για την περίοδο αυτή, με βάση το οποίο θα ενεργούσε για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Επιπλέον, καθόρισε αυξημένο τέλος επί των κιλοβατώρων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, γεγονός που θα βελτιώσει τα οικονομικά του Ταμείου. Επίσης πέραν της παράλληλης προώθησης της θέρμανσης και ψύξης χώρων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυβέρνηση προωθεί την εξοικονόμηση ενέργειας σε διάφορους τομείς δραστηριότητας.


Σαφώς η ενέργεια είναι ένα κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και στην Κύπρο με πολλά περιθώρια βελτίωσης . Η παρούσα Κυβέρνηση το αναγνωρίζει πλήρως αυτό και καταβάλλει ασταμάτητες προσπάθειες για επίτευξη των στόχων του προγράμματός της προς όφελος της κυπριακής οικονομίας, του περιβάλλοντος της κοινωνίας γενικότερα και ασφαλώς του Κύπριου πολίτη. Το γεγονός ότι έβγαλε από την αποτελμάτωση στην οποία βρισκόταν για χρόνια το θέμα της έλευσης του φυσικού αερίου στην Κύπρου και προωθεί την υλοποίηση του αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της αποφασιστικότητάς της στην επίλυση διαχρονικών προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί από προηγούμενες διακυβερνήσεις.










Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΣΡΑΗΛ

"ΑΝΤΙΒΑΡΟ" ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ;..


Του Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή του ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την κάθοδο Παπανδρέου στο Τελ Αβίβ, εν μέσω γεωπολιτικών τάσεων σε συνάρτηση με την αναδυόμενη Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη, καθώς και τη χειροτέρευση των σχέσεων της με το Ισραήλ, οδηγεί σε διάφορους συλλογισμούς για τις στοχεύσεις των δύο χωρών. Η άποψη όμως περί δημιουργίας «άξονα» ή γεωστρατηγικού αντίβαρου απέναντι στην Τουρκία είναι υπερβολική.

Για τους Ισραηλινούς κάποια συμφέροντα τους την περίοδο αυτή έναντι της Τουρκίας συμπίπτουν με ελληνικά, επιτρέποντας μια τέτοια συνεργασία να προωθηθεί. Βέβαια μέχρι τελευταίως για το Ισραήλ η ισλαμική Τουρκία ήταν στρατηγικός σύμμαχος κι ένας τίμιο μεσολαβητή στο Μεσανατολικό, δεδομένων και των σχέσεων της με Άραβες και Παλαιστινίους. Ωστόσο, η αρνητική τροπή στις σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας και οι αναπτυσσόμενες σχέσεις της με το Ιράν άρχισαν να αποτελούν πηγή προβληματισμού για τους Ισραηλίτες στην περιοχή.

Η επίσκεψη Νεατανιάχου στην Αθήνα μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια διεξόδου για το Ισραήλ από την κατάσταση αυτή και αξιοποίησης κοινών ανησυχιών για διαμόρφωση στρατηγικών έναντι της Τουρκία. Κοινός στόχος η δημιουργία στρατηγικού αντίβαρου για έλεγχο της αναπτυσσόμενη επιρροή της τουρκικής πλευράς, πιστεύοντας έτσι ότι επιτυγχάνεται, από τη μια, κάποια αποδυνάμωση της, το οποίο ενδιαφέρει την Ελλάδα και, από την άλλη, μετατόπιση των ενεργειών της εκτός Μέσης Ανατολής, που αφορά το Ισραήλ

Η σχέση αυτή όντως ενδιαφέρει την ελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι σε μια αυξανόμενη σε σημασία Τουρκία. Εξ ου και κατά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα του προτάθηκε αμοιβαία μείωση εξοπλισμών, πράγμα ιδιαίτερα επιθυμητό για τη Ελλάδα εν όψει και της οικονομικής κρίσης. Όχι όμως και για την Τουρκία που θέλει να διατηρεί ευνοϊκό για την ίδια συσχετισμό δυνάμεων με την Ελλάδα ώστε απερίσπαστα να επιδίδεται στη διεύρυνση της επιρροής της στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Γι αυτό και η ανάπτυξη σχέσεων της Αθήνας με το Ισραήλ θα μπορούσε να εκληφθεί ότι εκπέμπει μήνυμα προς την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να έχει τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζει και ότι η Ελλάδα έχει και άλλες επιλογές όταν χρειαστεί.

Βέβαια τα δεδομένα μπορεί να επιτρέπουν σήμερα στην Ελλάδα και το Ισραήλ την ανάπτυξη τέτοιων σχέσεων. Όμως όσον αφορά την προοπτική και την αποτελεσματικότητας τους δεν μπορεί κανείς να υπερβάλλει. Πρώτο, γιατί οι σχέσεις της Αθήνα με την Άγκυρα δεν έχουν την ίδια ένταση που είχαν μέχρι τη δεκαετία του 1990 αρχές του 2000, παρόλο που οι διαφορές στο Αιγαίο και το Κυπριακό συνεχίζουν να αποτελούν σημείο τριβής και πιθανής κρίσης. Δεύτερο, η παραδοσιακά φιλοαραβική και φιλοπαλαιστινιακή στάση της Ελλάδας καθιστά μια «συμμαχία» με το «επιθετικό» Ισραήλ πολύ λεπτή υπόθεση όχι μόνο για τις εξωτερικές υποθέσεις της χώρας αλλά και για την εσωτερική της πολιτική. Τρίτο, η γεωγραφική της θέση και το στρατιωτικό εκτόπισμα της χώρας δεν μπορούν να αποτελέσουν για του Αμερικανούς και του Ισραηλινούς, υποκατάστατο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή – πλην της κάποιας βαρύτητας που θα μπορούσε να έχει ως χώρα μέλος της Ε.Ε και των καλών σχέσεων της στην περιοχή.

Συμπερασματικά, σημειώνονται τα εξής: Η χειροτέρευση των σχέσεων της Άγκυρας - Ισραήλ μπορεί να έχει κάποιες αρνητικές επιδράσεις για την Τουρκία σε θέματα όπως το Κουρδικό ή την προμήθεια ισραηλινού οπλισμού. Η σύναψη στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ μπορεί να είναι κίνηση αντιπερισπασμού που δεν μπορεί η Άγκυρα να αγνοήσεις παντελώς. Όμως με βάση τα δεδομένα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το αντίβαρο αυτό, πάρα την κάποια χρησιμότητα του, δεν μπορεί να είναι, ούτε ουσιαστικό εργαλείο στα χέρια των Ελλήνων, αλλά ούτε και σοβαρός μοχλός μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας και της δραστηριότητας της στο Αιγαίο από τη Μέση Ανατολή, που προφανώς είναι επιθυμία του Ισραήλ.





18.08.2010













Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ 2010


Συμπεράσματα - Διαπιστώσεις


ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΔΕΔΟΜΕΝΑ


ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 2000 -2010


Ανάλυση Άριστου Αριστοτέλους


Από το 2002 που οι Τούρκοι προέβησαν σε ουσιαστική και άνευ προηγουμένου αύξηση των δυνάμεων τους , οι στρατιωτικές δυνάμεις των αντιπάλων πλευρών στον κυπριακό χώρο – Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, Τουρκικά Στρατεύματα και Τουρκοκυπριακές Στρατιωτικές Δυνάμεις – βασικά παραμένουν αριθμητικά αμετάβλητες μέχρι σήμερα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις στα κατεχόμενα αντικαθιστούσαν, επιδιόρθωναν ή ανανέωναν κατά διαστήματα μέρος του εξοπλισμού τους. Η τουρκική πλευρά διατηρεί σε υψηλά επίπεδα ικανοτήτων τα στρατεύματα της στην Κύπρο. Είναι σε θέση στρατιωτικά να αποκλείσει από θάλασσα και αέρα την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία υστερεί σημαντικά σ’ αυτούς τους τομείς. Η Τουρκία έχει δυνατότητα πλήρους αεροπορικής και ναυτικής κάλυψης, υποστήριξης και ταχείας ενίσχυσης των δυνάμεων της στο νησίαπό βάσεις και εγκαταστάσεις στο έδαφός της.


Με την κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού και το στρατιωτικό δυναμικό που διαθέτει, καθώς και με τις αεροπορικές και ναυτικές της δυνάμεις, η Τουρκία δύναται να έχει σχεδόν πλήρη στρατηγικό έλεγχο επί της Κύπρου. Επίσης, ένεκα του εκτοπίσματός της, της εγγύτητας της και των σχέσεων της, δύναται να ασκήσει διάφορου βαθμού επιρροή σε οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Σ’ αυτό το ρόλο βέβαια που η Άγκυρα επιδιώκει να διαδραματίσει δεν μπορεί να αγνοήσει πιθανόν ανταγωνισμό με δυνάμεις όπως το Ιράν και η Αίγυπτος.


Η προγραμματισμένη ενίσχυση του στόλου της Τουρκίας με φρεγάτες και υποβρύχια στα επόμενα χρόνια όπως και με μεταγωγικά αεροσκάφη θα ενισχύσει περαιτέρω την εμβέλεια δράσης και την αποτελεσματικότητα των δυνάμεων της στην περιοχή και πέραν από αυτή. Ο κομβικός της ρόλος όσον αφορά τη διέλευση των αγωγών πετρελαίου προσθέτουν ερείσματα στη στρατηγική σημασία της χώρας αυτής και στις σχέσεις της στην Καυκασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία, όμως, στις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, πρέπει να είναι πολύ προσεχτική για να μην προκαλεί τη ρωσική αρκούδα - ένα άλλο πανίσχυρο παίχτη με ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή.


Η Τουρκία είκοσι χρόνια μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου άρχισε να αποκτά αυτοπεποίθηση, αλλά και να ανεξαρτητοποιείται από τις ΗΠΑ και ακολουθεί μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική - αναβιώνοντας μνήμες και συμπεριφορές παράλληλες του οθωμανικού της παρελθόντος. Η Άγκυρα ήδη λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της στρατηγικής αυτής και προβλέπεται ότι έως το 2025 θα είναι μια πολύ σημαντική οικονομική και στρατιωτική δύναμη στο παγκόσμιο και ιδιαίτερα στο περιφερειακό σκηνικό.


Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών κι ενώσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, η σκιά της παρουσίας της Τουρκίας στην Κύπρο, όπως και αυτής των εποίκων καθίσταται ολοένα και πιο βαρετή. Η διχοτόμηση βαθαίνει και η διαπραγματευτική θέση της Άγκυρα γίνεται πιο ισχυρή, με αρνητικές συνέπειες για την ελληνοκυπριακή πλευρά σε διάφορους ζωτικούς τομείς που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, περιλαμβανομένου και του τομέα της ασφάλειας.


Από την άλλη ο κατακερματισμός του εσωτερικού μετώπου των Ελληνοκυπρίων, η ασυμφωνία σε κοινούς στόχους στο Κυπριακό μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και η διατύπωση ακραίων θέσεων δεν βοηθά την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά ούτε στο διεθνές πεδίο. Δεν βοηθά την Κύπρο πολλές φορές ούτε στον ίδιο το χώρο της Ε.Ε., που παρέμεινε ως ο πιο σημαντικός ίσως διεθνής μοχλός της Λευκωσίας στις προσπάθειες άσκησης πίεσης στην Άγκυρα για επίλυση του προβλήματος και αντιμετώπισης των τουρκικών προκλήσεων στο διπλωματικό πεδίο.


Σαφώς η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεχίζει να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στρατιωτικά σε σχέση με τις κατοχικές δυνάμεις. Η στενή λωρίδα εδάφους που έχει να υπερασπισθεί η Ε.Φ., η απουσία άμυνας σε βάθος, οι αδυναμίες στον αεροπορικό και αντιαεροπορικό τομέα έναντι μιας πολύ ισχυρής αεροπορίας της τουρκικής πλευράς, που διαθέτει σύγχρονα πολεμικά μέσα, καθώς και οι πολύ ισχνές ναυτικές ικανότητες της Δημοκρατίας σε σχέση με τις τουρκικές άφηναν ανέκαθεν το νησί ιδιαίτερα ευάλωτο στους τομείς αυτούς. Η υπό εξέλιξη αναδιοργάνωση ωστόσο θα καταστήσει την Ε.Φ. μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική δύναμη να αντιμετωπίσει διάφορες μορφές κρίσεις, προκλήσεις και απειλές στο νησί αλλά και να ανταποκρίνεται στις διεθνείς της υποχρεώσεις σε σχέση με τη συμμετοχή της Κύπρου ως ισότιμο μέλος της Ε.Ε.


Στον τομέα του στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού, στον κυπριακό χώρο, η Κυπριακή Δημοκρατίας μειονεκτεί με αναλογίες 3,1 Τούρκους στρατιώτες για κάθε Εθνοφρουρό. Ωστόσο υπολογίζοντας το αριθμητικό δυναμικό της Εφεδρείας, τα δεδομένα διαφοροποιούνται αισθητά και μετατρέπονται σε ένα Τούρκο για κάθε δύο Εθνοφρουρούς. Όμως το ανθρώπινο δυναμικό της τουρκικής πλευράς δεν περιορίζεται στους 36.000 στρατιώτες της επί κυπριακού εδάφους αλλά και στις ενισχύσεις που θα έχει από δυνάμεις τους στην Τουρκία.


Από την άλλη, η απόσταση της Κύπρου από την Ελλάδα αλλά και η ανυπαρξία αποτελεσματικών λύσεων πλήρωσης του κενού στον τομέα της αεροπορίας και του ναυτικού, συνεχίζουν να αποτελούν την πάγια αδυναμία της ελληνικής πλευράς έναντι της Τουρκίας για αποτελεσματική και αξιόπιστη κάλυψη, υποστήριξη και ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Οι ναυτικές εγκαταστάσεις στο Μαρί και οι αεροπορικές στην Πάφο και αλλού συμβάλλουν κατά κάπως στην ενίσχυση της κυπριακής άμυνας σ’ αυτούς τους τομείς αλλά ένεκα γεωγραφίας και αδυναμίας εξασφάλισης αποτελεσματικών μέσων προστασίας τους (π.χ. S-300) παραμένουν εκτεθειμένοι σε οποιασδήποτε επιδρομής.


Η Ελλάδα, ακολουθούμενη από την Τουρκία ήταν κατά το 2009 ανάμεσα στις πρώτες χώρες σε εισαγωγή οπλισμού παγκοσμίως, παρά την οικονομική κρίση. Όμως κάτω από τα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα του 2010, τουλάχιστον η ελληνική πλευρά, περικόπτει κονδύλια από τον προϋπολογισμό για την άμυνα. Υπό τις περιστάσεις ενδεχόμενα να είναι δύσκολα να αποφύγει κάποια κάμψη στη μαχητική ικανότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στο εύρος της αποτρεπτικής τους ισχύς και της δυνατότητας προέκτασης της στην Κύπρο.


Στην πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι αυστηρές απαιτήσεις σύγκλησης με τους δείκτες του Μάαστριχτ, της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της υιοθέτησης του ευρώ, κατέστησαν την άμυνα, τομέα εξοικονόμησης πόρων, συμβάλλοντας ταυτόχρονα σε επιβράδυνση στο ρυθμό εισαγωγής οπλισμού. Σ’ αυτό συνέβαλε και η επιδεινούμενη οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Παρά ταύτα η Κύπρος προχωρεί στην αντικατάσταση μέρους των αρμάτων της – μιας ατυχέστατης αγοράς προηγούμενων χρόνων - που περιέπεσαν σχεδόν σε αχρηστία, καθώς και σε αγορά σημαντικού αριθμών οχημάτων όπως και ελικοπτέρων για έρευνα και διάσωση.


Ως εκ των ανωτέρω, οι αμυντικές δαπάνες στην Κυπριακή Δημοκρατία παραμένουν σταθερά στο 2.1% - 2.3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τα τελευταία χρόνια. Παρόλο που ως ποσοστό οι δαπάνες αυτές είναι χαμηλότερες από ό,τι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ωστόσο είναι κάπως πιο ψηλές ως ποσοστό από το μέσο όρο αμυντικών δαπανών στο χώρο της Ε.Ε., ο οποίος ανέρχεται στο 1.9%.


ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΥΝΦΙΚΥΠ


Το στρατιωτικό τοπίο στην Κύπρο συμπληρώνουν οι δυνάμεις των βρετανικών βάσεων και της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Για τη Βρετανία η Κύπρος με τις εγκαταστάσεις και τις βάσεις που διατηρούν στο έδαφός της συνεχίζει να αποτελεί παγκοσμίως έναν εξαιρετικής σημασίας κόμβο στρατηγικών επικοινωνιών. Αποτελούν σημαντικό ορμητήριο και χώρο ανεφοδιασμού και στάθμευσης των δυνάμεων της. Γι αυτό παρά τις φοβερές οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται το Λονδίνο εντούτοις δεν προτίθεται να τις εγκαταλείψει αν και περαιτέρω εξοικονόμηση είναι πιθανή. Όσον αφορά την ΟΥΝΦΙΚΥΠ τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει ολοένα και πιο ισχυρές πιέσεις για απομάκρυνση της από την Κύπρο ή για περαιτέρω μείωση του δυναμικού της δεδομένης της ανυπαρξίας λύσης στο Κυπριακό και την ανάγκη εκχώρησης δυνάμεων σε άλλες αποστολές. Ωστόσο, μια τέτοια ενέργεια θα εμπεριείχε και κινδύνους δημιουργίας κρίσης ή επεισοδίων κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός που δεν μπορεί ο ΟΗΕ να αγνοήσει.


Στρατηγικό έλεγχος επί της Κύπρου


Βασικά η στρατηγική αξία σχεδόν ολόκληρου του κυπριακού χώρου βρίσκεται νόμιμα στα χέρια της Βρετανίας μέσω της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης από το 1960. Ένα άλλο μέρος βρίσκεται παράνομα στα χέρια της Τουρκίας από το 1974 με την εισβολή και κατοχή. Στον υπόλοιπο χώρο, που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, οι ΗΠΑ επωφελούνται σημαντικών στρατηγικών και άλλων διευκολύνσεων και δικαιωμάτων που τους παραχωρήθηκαν μετά από μυστική συμφωνία με τη Λευκωσία το 2002


Άλλες διαπιστώσεις


Τα αριθμητικά δεδομένα στο στρατιωτικό τομέα στις αντίπαλες πλευρές στην Κύπρο μεταξύ 2002 βασικά παραμένουν αμετάβλητα. Σήμερα η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Οι δυνάμεις τη Εθνικής Φρουράς ανέρχονται στις 12.000 και μαζί με τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ φθάνουν γύρω στις 13.000 περίπου. Από την άλλη, το ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό των κατοχικών στρατευμάτων στην Κύπρο για την ίδια περίοδο παραμένει σταθερά γύρω στις 36.000 και μαζί με τους 5.000 Τουρκοκύπριους ενόπλους αριθμεί περίπου 41.000. Δηλαδή για κάθε Εθνοφρουρό αναλογούν 3,1 Τούρκοι στρατιώτες. Όσον αφορά τη διάρκεια της θητείας στην Τουρκία αυτή ανέρχεται στους 15 μήνες, στην Ελλάδα είναι μέχρι τους 12 μήνες και στην Κύπρο 24 μήνες. Τα άρματα μάχης στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται στα 179 και εκείνα των κατοχικών στρατευμάτων συνεχίζουν να ανέρχονται στα 449 (441Μ-48Α5Τ12 και 8 Μ-48 Α2 εκπαιδευτικά) σε σύγκριση με 300 που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δηλαδή για κάθε άρμα μάχης της Εθνικής Φρουράς αναλογούν σήμερα 3 τουρκικά. Αν υπολογιστούν και τα 61 άρματα της ΕΛΔΥΚ η αναλογία μειώνεται σε ένα άρμα της Ε.Φ. για κάθε 2,09 τουρκικό. Ο αριθμός των Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) στην Εθνική Φρουρά ανέρχεται στα 402 και των κατοχικών δυνάμεων, παραμένει στα 627. Από αυτά τα 361 είναι τουρκικής κατασκευής τύπου ΑΑΡC και τα 266 αμερικανικής τύπου Μ-133


Τουρκικές επιδιώξεις


Με τη διατήρηση ισχυρών στρατιωτικών ικανοτήτων στην Κύπρο και την αδιαμφισβήτητη αεροπορική και ναυτική υπεροχή, η Τουρκία επιδιώκει:


Τη συνεχή διασφάλιση του στρατηγικού ελέγχου της επί του κυπριακού χώρου, καθώς και της μεγάλης διαπραγματευτικής της ισχύς στο Κυπριακό και την αποτελεσματική στήριξη της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής στο πρόβλημα αυτό.


Την υπογράμμιση της αποφασιστικότητας της για διαιώνιση και νομιμοποίηση της στρατιωτικής της παρουσίας και του στρατηγικού ελέγχου της στο νησί.


Τη διατήρηση του ελέγχου της επί του καθεστώτος των κατεχομένων και των δραστηριοτήτων των Τουρκοκυπρίων, ιδιαίτερα σε θέματα που ενδεχόμενα να επηρεάζουν τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας στο νησί.


Τη διατήρηση της ικανότητας να επηρεάζει εξελίξεις στις ελεύθερες περιοχές και να εκβιάζει την ελληνοκυπριακή πλευρά και να δημιουργεί αμφισβητήσεις για την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ξηρά και στο θαλάσσιο και εναέριο χώρο της Κύπρου.


Ο έλεγχος του κυπριακού χώρου από την Τουρκία, δεδομένου και του διευρυμένου ή ηγετικού ρόλου που επιδιώκει να διαδραματίσει στη γύρω περιοχή, αποτελεί εν δυνάμει στρατηγικό εφαλτήριο που έστω και συγκαλυμμένα ενδεχόμενα να μην αντισταθεί στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει.



Πηγές: Τα στοιχεία προέρχονται από ανοικτές και έγκυρες πηγές, προσβάσιμες στο κοινό και περιλαμβάνουν το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών Λονδίνου, το SIPRI, το NATO, τον ΟΑΣΕ, το Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα.