Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΕΕ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2012

ΠΡΟΤΕΡΑΙΤΟΤΗΤΕΣ
ΠΟΛΩΝΙΚΗΣ
ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους
Πρώην Βουλευτή,
Ειδικού σε θέματα στρατηγικής

Η ανάληψη της εξάμηνης προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) από τη Βαρσοβία πριν λίγες μέρες, είναι ενδιαφέρον πως θα εξελιχθεί και ποιες προτεραιότητες θα μπορέσει τελικά να προωθήσει κάτω από τις δύσκολες συνθήκες που υπάρχουν στην Ευρώπη και την οικονομική κρίση που διέρχεται. Η παρακολούθηση και μελέτη των εξελίξεων γύρω από την πολωνική προεδρία είναι του άμεσου ενδιαφέροντος της Κύπρου που θα προεδρεύσει της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου που ακολουθεί.

Η πολωνική προεδρία της ΕΕ, όπως και οι δύο τελευταίες του Βελγίου και της Ουγγαρίας είναι βασικά μειωμένη σε σημασία από ό, τι προηγουμένως. Από την 1η του Γενάρη του 2010, που τέθηκε σε εφαρμογή η Συνθήκης της Λισαβόνας και δημιουργήθηκε ο μόνιμος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ένωσης, η εναλλασσόμενη προεδρία μεταξύ των χωρών μελών υπόκεινται σε επικαλύψεις και σε κάποιο βαθμό έχει επισκιασθεί. Την ίδια ώρα η διαχείριση της κρίσης στη ζώνη του ευρώ έχει ωθήσει μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία σε διεργασίες που σε ορισμένες περιπτώσεις παραμέρισαν ακόμη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η πολωνική προεδρία βέβαια έχει θέσει τις προτεραιότητες της: Καλύτερη συνεργασία και συνοχή των μελών της Ε.Ε, οικονομική ανάπυξκη, ισχυρή Ένωση και περαιτέρω ολοκλήρωση, όχι Ευρώπη δύο ταχυτήτων, ενίσχυση των σχέσεων με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεγαλύτερη αλληλεγγύη προς τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης στους τομείς της ασφάλειας και άμυνας και απεξάρτηση στο θέμα της ενέργειας από το εξωτερικό ( εννοεί τη Ρωσία, την επιρροή της οποίας η Βαρσοβία βλέπει με ανησυχία , κυρίως για ιστορικούς λόγους, να αναπτύσσεται στην περιοχή).

Στην προώθηση των θεμάτων αυτών η πολωνική προεδρία, όπως και αυτές της Δανίας και της Κύπρου, που θα ακολουθήσουν το 2012, έχει να αντιμετωπίσει ορισμένες από τις σοβαρότερες μέχρι σήμερα προκλήσεις στην ΕΕ. Το σοβαρότερο είναι ότι η Ένωση υπόκεινται σε δοκιμασία αντοχής (stress test) όσον αφορά το ευρώ, τη Σιέγκεν, την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας και την πολιτική γειτονίας, που είναι θέματα με βασανιστικά ερωτήματα, πλείστα από τα οποία οι ευρωπαίοι εταίροι θα παιδεύονται πολύ ακόμη για να απαντήσουν. Άλλος περιορισμός είναι ότι περίπου το 85% των θεμάτων που θα χειριστεί η Πολωνία, όπως και οι επόμενες χώρες που θα προεδρεύσουν της ΕΕ, είναι κληρονομιά από προηγούμενες προεδρίες και μόνο το 5% θα αφορά τα ζητήματα που η ίδια έχει ιεραρχήσει για να προωθήσει. Επιπλέον δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι το εξάμηνο αυτό της πολωνικής προεδρίας, φέτος, και της κυπριακής, τον επόμενο χρόνο, είναι περίοδος μακρών διακοπών ένεκα του θέρους και των εορτασμών των Χριστογέννων, οπότε και οι μηχανισμοί της ΕΕ στις Βρυξέλλες είναι μειωμένης απόδοσης για αρκετό μέρος του Ιουλίου, του Αυγούστου και του Δεκεμβρίου. Επίσης οι εθνικές εκλογές στην Πολωνία τον Οκτώβριο και οι προεδρικές εκλογές στην Κύπρο το Φεβρουάριο του 2013 σίγουρα θα απορροφήσουν - σε μεγαλύτερο βαθμό, στην πρώτη περίπτωση, και ίσως σε λιγότερο, στη δεύτερη - τη προσοχή της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό, γεγονός που επιβάλλει στους διοργανωτές να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε αυτό να μην αποβεί σε βάρος της προεδρίας τους.

Η Πολωνία ωστόσο δεν είναι μια οποιαδήποτε χώρα μέλος της ΕΕ. Είναι η μεγαλύτερη γεωγραφικά και οικονομικά από τις πρώην σοσιαλιστικές που ενταχθήκαν στην Ένωση και θεωρεί τον εαυτό της όχι απλώς ως περιφερειακή δύναμη στην κεντρική Ευρώπη, αλλά και ως μια από της ηγέτιδες χώρες της ΕΕ. Αισθάνεται πως μια χώρα του εκτοπίσματος και της υπόστασης της μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της διοργάνωσης και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων, καθώς και στην προώθηση θεμάτων της Ένωσης. Η Βαρσοβία περίμενε από το 2004, που έγινε μέλος της Ένωσης, την ανάληψη της προεδρίας και δεν πρόκειται να παραμερίσει τους στόχους της ένεκα ιδρυματικών αλλαγών της Συνθήκης της Λισαβόνας και περιορισμών.

Έχει ήδη κάνει έκδηλη την πρόθεσή της να αξιοποιήσει τη θητεία της για να επηρεάσει την ΕΕ οικονομικά και στρατιωτικά, με βάση εθνικές της προτεραιότητες. Καταρχήν και για καλύτερη αξιοποίηση του χρόνου της θητείας της και επειδή η ίδια δεν ανήκει ακόμη στη ζώνη του ευρώ, τα προβλήματα της ευρωζώνης θα τα αφήσει μάλλον να τα διαχειριστούν τα κράτη μέλη που ανήκουν στο χώρο αυτό. Η ίδια θα δώσει έμφαση σε ζητήματα όπως ο προϋπολογισμός 2014 – 2020 και ιδιαίτερα το Ταμείο Συνοχής, από το οποίο η Πολωνία όπως και άλλες φτωχότερες χώρες ωφελείται με πολλά εκατομμύρια ευρώ, γι αυτό και αντιτίθεται σε οποιεσδήποτε περικοπές. Στα πλαίσια της πολιτικής της γειτονίας, θα προωθήσει με ιδιαίτερο ζήλο την ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (ευνοεί την ένταξης της Ουκρανία στην Ένωση, αλλά και οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να αγνοήσουν τη στάση της Ρωσίας) ελπίζοντας ότι μέσα από μια επιτυχία στο θέμα αυτό θα τονώσει ταυτόχρονα και το κύρος της διεθνώς. Θα θέσει θέμα εμβάθυνσης των σχέσεων ΕΕ – ΝΑΤΟ και διαμόρφωσης ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής που θα στοχεύει στην προστασία των κρατών της κεντρικής Ευρώπης από εξωτερικές απειλές όπως η ίδια τις αντιλαμβάνεται και αξιολογεί – πράγμα που είναι δύσκολο να επιτευχθεί λαμβανομένων υπόψη των αποκλήσεων που υπάρχουν σ'αυτά τα ζητήματα από μέρους του συνόλου των χωρών μελών. Πρόθεση της βασικά μέσα από τις διεργασίες αυτές είναι μεταξύ άλλων να δοκιμάσει τη στάση και το ενδιαφέρον κυρίως της Βόννης και του Παρισιού και την αλληλεγγύη τους έναντι των προβλημάτων και των ανησυχιών των κρατών της ομάδας Βίζεγκραντ (Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) της οποίας προβάλλει ως ηγέτιδα δύναμη, καθώς και των φτωχότερων χωρών στην περιφέρεια της ΕΕ.

Όλα τα ανωτέρω δεδομένα, περιοριστικά στοιχεία και προβληματισμοί θα πρέπει ασφαλώς να παρακολουθούνται και λαμβάνονται υπόψη από τη Λευκωσία, τόσο στη διαμόρφωση όσο και στη ρεαλιστική ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που έχουν τεθεί. Αυτό επιβάλλει η ανάγκη για καλύτερη προώθηση των εθνικών συμφερόντων, καθώς και η προσπάθεια δημιουργίας καλής εικόνας της Κύπρου στο εξωτερικών από μια πετυχημένη προεδρία της ΕΕ. Αυτό το στόχο έχουν καθήκον και υποχρέωση όλες οι πολιτικές δυνάμεις και η δημόσια υπηρεσία να εργαστούν στενά με την κυβέρνηση για να τον επιτύχουν.










8/7/2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ - ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Του δρα Άριστου Αριστοτέλους



Με το πέρας των εκλογών της περασμένης Κυριακής στην Τουρκία, το κυβερνών ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) και ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν, έχουν ενώπιον τους μια σειρά κρίσιμων προβλημάτων τα οποία θα πρέπει να χειριστούν. Η επίδραση των εσωτερικών προβλημάτων στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και ιδιαίτερα στη γύρω περιοχή, καθώς και στις σχέσεις Άγκυρας με άλλους διεθνείς δρώντες και στο Κυπριακό, είναι καθ’ όλα δυνατή.


Καταρχήν oι εκλογές κατέδειξαν για ακόμη μια φορά τη βαθειά διαίρεση που υπάρχει στο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο στην Τουρκία, καθώς και τη συνεχιζόμενη πάλη επικράτησης και ισχύος μεταξύ ισλαμιστών και κεμαλιστών ( κοσμικών ). Από την άνοδο του ΚΔΑ στην εξουσία, οι στρατιωτικοί - οι καθ’ ύλην θεματοφύλακες του κοσμικού κράτους – βρίσκονται συχνά σε συνεχή άμυνα. Η σύγκρουση όμως συνεχίζεται σε όλους τους τομείς και οι κοσμικοί και οι στρατηγοί, στην ανώμαλη αυτή διαδρομή περιμένουν τους ισλαμιστές στη στροφή.



Εκτός από την οικονομία, που βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της ύφεσης και τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, από τα πρώτα πολύ μεγάλα ζητήματα στη μετεκλογική πάλη ισχύος, που θα απασχολήσουν τη χώρα, είναι η προώθηση των διακηρύξεων του Ερντογάν για συνταγματικές αλλαγές. Πρόκειται για ρυθμίσεις που αφαιρούν προνόμια από το ανώτατο δικαστήριο - όπου κυριαρχούν οι κοσμικοί - ενισχύουν τις εξουσίες του προέδρου και αποψιλώνουν περαιτέρω τους στρατιωτικούς.


Ωστόσο, όσον αφορά τουλάχιστον τις συνταγματικές αλλαγές, η κατανομή των εδρών στη βουλή, είναι τέτοια που επιβάλλει στον ΚΔΑ να επιδιώξει συγκλίσεις και συμβιβασμούς με αντιπολιτευόμενες δυνάμεις για να επιτύχει το στόχο αυτό. Δεδομένου του διακυβεύματος των επαφών, τέτοιες συγκλήσεις αν επιτευχθούν, θα σημαίνουν σημαντικές παραχωρήσεις και κόστος για την κυβέρνηση με πιθανές επιπτώσεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική.




Επιπλέον το ενδεχόμενο ενός νέου κύκλου αιματοχυσίας - αν δεν ικανοποιηθούν αιτήματα που ήδη έχει θέσει ο φυλακισμένος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, Αμπντουλάχ Οτσαλάν - παράλληλα με αρνητικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία, θα μπορούσε να σύρει τη χώρα σε περιπέτειες και χαώδεις καταστάσεις, φέρνοντας και πάλι στο προσκήνιο τους στρατηγούς.



Από την άλλη, στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, υπάρχει πλειάδα θεμάτων με σοβαρές προκλήσεις για την Τουρκία. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται οι ασταθείς και αστάθμητες επιπτώσεις της Αραβικής Άνοιξης, τα ιρανικά σχέδια για πλήρωση του κενού ισχύος που δημιουργεί στο Ιράκ η αποχώρηση των Αμερικανών, η αναδυόμενη ρωσική επιρροή και ο ανταγωνισμό με την Αίγυπτο για την ηγεσία στην περιοχή. Η δε εξωτερική πολιτική της Τουρκίας για μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές της έχει επί του παρόντος εκφυλισθεί, αφού ανοικτά μέτωπα συνεχίζουν να υπάρχουν με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αρμενία, το Ισραήλ και πιθανό με την Συρία όπου οι σχέσεις τους τελευταίως περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Το βασικό ερώτημα λοιπόν για την κυβέρνηση της χώρας είναι κατά πόσο θα μπορέσει να αρθεί υπεράνω των εσωτερικών της προβλημάτων και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις αυτές.



Για να επιτευχθεί αυτό, η κυβέρνηση Ερντογάν απαιτείται να έχει τις λιγότερο δυνατές παρενοχλήσεις από το εσωτερικό. Οι ενδείξεις είναι ότι υπό το πρίσμα των σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων, η Τουρκία στην εξωτερική της πολιτική, ναι μεν αναμένεται να συνεχίσει να λειτουργεί ως αναδυόμενη μεγάλη δύναμη, αλλά θα είναι και αρκετά τρωτή. Επίσης οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ θα συνεχίσουν να διακρίνονται από στοιχεία συνεργασίας αλλά και ουσιαστικών διαφορών και έντασης σε επί μέρους ζητήματα όπως η συνεργασία της Άγκυρας με το Ιράν και το Μεσανατολικό. Σε ό, τι αφορά τα ελληνοτουρκικά και την Κύπρο, ιδιαίτερα με την επικρατούσα κρίσιμη κατάσταση στο εσωτερικό, φαίνεται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο, είτε ουσιαστικότερης βελτίωσης των σχέσεων στο άμεσο μέλλον με την Ελλάδα, είτε της λήψης θαρραλέων αποφάσεων για σεβασμό του πρωτοκόλλου της Άγκυρα και για υποχωρήσεις και σύντομη λύση στο Κυπριακό.













































16.06.2011























Τρίτη 19 Απριλίου 2011

ΑΠΟΤΕΛΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

ΛΙΒΥΚΗ ΚΡΙΣΗ: ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους



Καθώς η εφαρμογή της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για επιβολή Απαγορευμένης Ζώνης Πτήσεων (AΖΠ) στη Λιβύη έχει επιτευχθεί, ένας από τους επί μέρους στόχους ορισμένων δυτικών δυνάμεων, κυρίως της Βρετανίας και της Γαλλίας, για ανατροπή του Καντάφι παραμένει αμφίβολο πότε και αν θα υλοποιηθεί. Αυτό ωστόσο που φαίνεται να υφίσταται είναι η αποτελμάτωση στο πολεμικό πεδίο, ενώ οι προβαλλόμενες πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές δημιουργούν κρίσιμα διλήμματα στους εμπλεκομένους και στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).


Η αποτελεσματική εφαρμογή της ΑΖΠ και η προστασία των αμάχων που ήταν το ζητούμενο του ψηφίσματος του ΟΗΕ, υλοποιείται με επιθέσεις και εξουδετέρωση έμψυχου και άψυχου στρατιωτικού υλικού και με σφυροκόπημα θέσεων των καθεστωτικών του Καντάφι. Δεν πέτυχαν όμως να ανατρέψουνι άρδην τους συσχετισμούς δυνάμεων προς όφελος τους αντικαθεστωτικούς, οι οποίοι παραμένουν ένα ανεπαρκές και αναποτελεσματικό σύνολο, ενώ οι Κανταφικοί σε στρατιωτικά μέσα συνεχίζουν να έχουν υπεροχή. Το αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι ο Καντάφι να έχει τον έλεγχο των δυτικών περιοχών και οι αντικαθεστωτικοί, που είναι ασαφές ποια η πραγματική τους ταυτότητα και τι εκπροσωπούν, υποβοηθούμενοι από την αεροπορία των δυνάμεων του συνασπισμού, να ελέγχουν μέρος του βορειοανατολικού τμήματος της χώρας. Τα δεδομένα στο στρατιωτικό τομέα και η γεωγραφία – η μεγάλη έκταση και η έρημος που μεσολαβεί μεταξύ των προωθημένων δυνάμεων των αντιπάλων πλευρών – καθιστούν δύσκολη την αποτελεσματική λογισμική στήριξη, τον ανεφοδιασμό και ενίσχυση των αντιμαχομένων, περιορίζοντας τις δυνατότητες τους για αποφασιστική στρατιωτική δράση ή ανατροπή στο πεδίο της μάχης. Υπό τις συνθήκες, ένας κεντρικός στόχος των ηγετικών δυνάμεων του συνασπισμού των χωρών στην επιχείρηση αυτή – Γαλλίας και Βρετανίας - που ήταν η ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι, δεν έχει επιτευχθεί ούτε από τις εναέριες τους επιθέσεις αλλά ούτε και από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των αντικαθεστωτικών.



Η κατάσταση στο πολεμικό πεδίο φαίνεται να έχει αποτελματωθεί. Εάν λοιπόν οι αντικαθεστωτικοί ή οι δυτικές δυνάμεις, δεν επιτύχουν με κάποιο τρόπο, είτε να εξοντώσουν τον Καντάφι είτε να επιφέρουν αλλαγή στο καθεστώς, η Λιβύη θα παραμείνει, στο διάστημα αυτό, χωρισμένη στα δύο. Αλλά αυτή η κατάσταση πραγμάτων δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε μόνιμη, ούτε και πολύ ευνοϊκή για τις δυτικές και άλλες δυνάμεις που εμπλέκονται στις επιχειρήσεις, γιατί προϋποθέτει τη συνέχιση της εμπλοκής τους στη λιβυκή κρίση και τη διάθεση πολύτιμων οικονομικών πόρων προς την κατεύθυνση αυτή και ενδεχόμενα επιπτώσεις στην εσωτερική τους πολιτική.



Τα διλήμματα και τα ερώτημα για το τι ακολουθεί είναι πραγματικά. Γίνεται λόγος για πιθανή κατάπαυση του πυρός, αλλά υπό ποιους όρους αυτή θα επιβληθεί, ώστε να είναι αποδεκτή από όλες τις εμπλεκόμενους πλευρές και μη; Επίσης αν οι δυνάμεις του συνασπισμού, τη ελλείψει εναλλακτικής δράσης, θεωρήσουν την αποτελμάτωση που επικρατεί ως αποδεκτή ή υποφερτή λύση επί του παρόντος, πώς θα αντιδράσουν οι αντικαθεστωτικοί στην κατάσταση αυτή; Υπάρχουν βέβαια και εισηγήσεις για διεύρυνση της αποστολής των δυνάμεων στη Λιβύη, με την ανάληψη στρατιωτικής δράσης επί του εδάφους (με συγκαλυμμένο στόχο βέβαια την ανατροπή του καθεστώτος). Όμως πόσο αποδεκτές είναι τέτοιες εξαιρετικά κρίσιμες επιλογές από τους εμπλεκομένους και από τις λοιπές χώρες της ΕΕ ή και τις ΗΠΑ; Ασφαλώς πρόκειται για πολύ σοβαρό ζήτημα με πολλές επιπτώσεις, που βασικά ξεφεύγει και από το ψήφισμα του ΟΗΕ αλλά και που αποτελεί πρόκληση για την ΚΕΠΠΑ της ΕΕ, όπου είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν συγκλήσεις. Οι επιλογές λοιπόν αυτών που αναμείχθηκαν ενεργά στις επιχειρήσεις είναι δύσκολες και η κυπριακή διπλωματία καλά κάνει που είναι προσεκτική και μελετημένη σε όλες τις κινήσεις, γιατί τώρα μάλλον αρχίζουν τα πιο δύσκολα για την Ευρώπη στη λιβυκή κρίση.
















Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Κύπρος και PfP :
Χωρίς Όφελος
Νεροκουβαλητής;

Του Άριστου Αριστοτέλους




Επιχειρηματολογώντας υπέρ της ένταξης της Κύπρου στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη» (ΣγΕ ή PfP), ορισμένοι υποδεικνύουν ότι έτσι η Λευκωσία θα αξιοποιήσει προς όφελός της τη στρατηγική αξία του νησιού. Τι ακριβώς εννοείται, ποιες οι προεκτάσεις της πολιτικής αυτής και γιατί η Κύπρος, χωρίς ουσιαστικό κέρδος, θα καταστεί νεροκουβαλητής της αγγλοαμερικανικής στρατηγικής; Στα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να απαντήσει η ανάλυση που ακολουθεί.

Βασικά η αναφορά σε αξιοποίηση της στρατηγικής αξίας της Κύπρου μέσω της συμμετοχής της στο ΣγΕ, σημαίνει ότι το νησί θα ενεργεί ως ορμητήριο ή ως όργανο ενίσχυσης των νατοϊκών και αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, την Ασία και αλλού, όπως συμβαίνει σήμερα με τη Λιβύη. Η Κύπρος θα αποτελεί μέσο διευκόλυνσης και τροφοδοσίας τους και ως χώρος παροχής επικοινωνιακών και άλλων υποστηρικτικών υπηρεσιών. Θα συνεπικουρεί ή θα συνδράμει με έμψυχο ή άψυχο υλικό στις στρατιωτικές αποστολές του ΝΑΤΟ και των αγγλοαμερικάνων.

Βέβαια διερωτάται κανείς ποια στρατηγική αξία μας απέμεινε για να προσφερθεί, αφού τη γεωγραφική θέση του νησιού εκμεταλλεύονται, από τη μια, σχεδόν μονοπωλιακά - από στρατιωτικής άποψης - οι Βρετανοί μέσω της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. Από την άλλη, η Τουρκία ως κατοχική δύναμη ασκεί ντε -φάκτο στρατιωτικό έλεγχο από ξηρά, θάλασσα και αέρα επί της Κύπρου από το 1974. Επίσης με μυστική συμφωνία το 2002 παραχωρήθηκαν στις ΗΠΑ σημαντικά επίγεια, εναέρια και θαλάσσια στρατηγικά μέσα στην ελεύθερη Κύπρο για εξυπηρέτηση της εθνικής τους στρατηγικής. Αφού, λοιπόν, όλα αυτά έχουν ήδη δοθεί, αυτό που υπολείπεται πια από Κυπριακής Δημοκρατίας είναι να παίρνει και ενεργά μέρος σε στρατιωτικές αποστολές («ειρηνικές») του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ με την Εθνική Φρουρά, μέσω της συμμετοχής της, είτε στο ΣγΕ, είτε στο ίδιο το ΝΑΤΟ.

Βέβαια, θα μπορούσε να λεχθεί πως η συνεισφορά των μελών του ΝΑΤΟ ή του ΣγΕ είναι εθελοντική. Στην πράξη όμως κάτω από την πίεση των Αμερικανών ακόμη και παραδοσιακά ουδέτερα κράτη του ΣγΕ δεν μπόρεσαν να αρνηθούν να συνεισφέρουν με ανθρώπινο δυναμικό στις επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν.

Όσον αφορά τα οφέλη, παρά τις ανωτέρω παραχωρήσεις που έχουν γίνει προς τις ΗΠΑ, δεν φαίνεται να υπήρξε μέχρι σήμερα κανένα ουσιαστικό κέρδος για την Κύπρο. Οπότε, με την προϋπόθεση ότι η Τουρκία δεν θα πρόβαλε «βέτο», διερωτάται κανείς τι οφέλη θα προσδοκούσε να έχει η Κυπριακή Δημοκρατία αν προσχωρούσε στο ΣγΕ ή στο ΝΑΤΟ; Τρία είναι τα σημαντικότερα οφέλη στα οποία λογικά θα προσέβλεπε η Κύπρος. Το πρώτο είναι η κατοχύρωση της κρατικής της οντότητας. Αυτή όμως είναι κατοχυρωμένη ένεκα αναγνώρισής της ως ισότιμου μέλους του ΟΗΕ και ενισχυμένη με τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε άλλους διεθνείς Οργανισμούς. Οπότε συμμετοχή σε ένα νατοϊκό πρόγραμμα όπως ο ΣγΕ δεν θα προσέθετε τίποτα περισσότερο. Το δεύτερο, είναι η ασφάλεια από την τουρκική απειλή, αλλά αυτό είναι κάτι το εξωπραγματικό γιατί εκτός του ότι δεν έχει σχέση με τους σκοπούς του προγράμματος του ΣγΕ, η Τουρκία δεν είναι εχθρός αλλά σύμμαχος των ΗΠΑ και των νατοϊκών, και θα ήταν εκτός κάθε λογικής να πιστεύει κανείς ότι θα στραφούν εναντίον της για χάρη των Ελληνοκυπρίων. Το τρίτο, είναι να εξασφαλιζόταν από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ αποφασιστική υποστήριξη των ελληνοκυπριακών θέσεων στο Κυπριακό. Όμως ο συλλογισμός αυτός καταρρίπτεται στην πράξη από τη μέχρι σήμερα συμπεριφορά τους έναντι της Κύπρου αλλά και στην περίπτωση της ίδιας της Ελλάδας, που είναι μέλος του ΝΑΤΟ, όπου φαίνεται να μεροληπτούν υπέρ της Τουρκίας.

Όλα αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, ενώ ήδη οι νατοϊκοί εκμεταλλεύονται το στρατηγικό χώρο του νησιού χωρίς κανένα κέρδος για τους Κυπρίους, με τυχόν συμμετοχή της στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ ΣγΕ, η Κύπρος θα καταστεί επιπλέον και νεροκουβαλητής στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των αγγλοαμερικάνων;


























































































Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΛΙΒΥΗ
- ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ
ΖΩΝΗ ΠΤΗΣΕΩΝ
ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Με την απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ να εξουσιοδοτήσει την επιβολή Απαγορευμένης Ζώνης Πτήσεων (ΑΖΠ) στη Λιβύη, που ευνοούσαν κυρίως οι Γάλλοι και οι Βρετανοί, απελευθερώνονται τα χέρια δυτικών δυνάμεων για περιορισμένη στρατιωτική επέμβαση στη λιβυκή κρίση. Ωστόσο η επιβολή ΑΖΠ δεν είναι απλό εγχείρημα, ούτε και αποτελεί εγγύηση τερματισμού των συγκρούσεων και της αιματοχυσίας, της διασφάλισης της ειρήνης ή ανατροπής του Καντάφι.

Η επιβολή ΑΖΠ σκοπό έχει να τερματίσει τις επιδρομές της Αεροπορίας του καθεστώτος Καντάφι, που σύμφωνα με τα δυτικά ΜΜΕ έχουν ως συνεπακόλουθο σημαντικές ανθρώπινες απώλειες και υλικές ζημιές. Ακόμη απώτερη επιδίωξη των δυνάμεων που προώθησαν την απόφαση αυτή, φαίνεται να είναι και η αντικατάσταση του υφιστάμενου καθεστώτος, νοουμένου ότι ήδη έχουν εκφραστεί υπέρ της θέσης αυτής.

Η επιχείρηση επιβολής της ΑΖΠ θα μπορούσε να αναληφθεί, δεδομένου ότι οι χώρες που θα αναλάβουν την εφαρμογή της απόφασης του ΟΗΕ, διαθέτουν τις ανάλογες στρατιωτικές δυνάμεις και μπορούν να δημιουργήσουν ή αξιοποιήσουν τη θαλάσσια ή χερσαία υποδομή στην περιοχή. Η καταστολή της αντιαεροπορικής άμυνας (ΑΑ) και η εξουδετέρωση των Κέντρων Διοίκησης και Ελέγχου της είναι βασικά από τις πρώτες ενέργειες που θα αναληφθούν όπως και η καταστροφή άλλων αντιαεροπορικών στόχων, συστημάτων και υποδομής.

Ωστόσο οι δυσκολίες είναι εκεί. Η περίπλοκη κατάσταση που επικρατεί και η δυσκολία στη συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών, καθώς και το γεγονός ότι αντιαεροπορικά μέσα διαφόρου τύπου και βαρύς οπλισμός, βρίσκονται στην κατοχή, τόσο καθεστωτικών, όσο και αντιφρονούντων και άλλων ομάδων ενόπλων και είναι υπό μετακίνηση και χωρίς επαρκή έλεγχο στη χρησιμοποίησή τους, καθιστούν το έργο των δυτικών αρκετά δύσκολο.

Επίσης, η εξουδετέρωση ενός αντιαεροπορικού συστήματος με τον εντοπισμό του είναι συνήθως άμεση ενέργεια αλλά και ο κίνδυνος να σκοτωθούν πολίτες υπαρκτός, ιδιαίτερα αν σε αυτό το διάστημα που μεσολαβεί οι πιλότοι δεν μπορέσουν έγκαιρα να ξεχωρίσουν αν πρόκειται για στρατιωτικό στόχο, σχολείο ή νοσοκομείο. Η πιθανότητα αυτή είναι αυξημένη, ιδιαίτερα όταν σε παρόμοιες περιπτώσεις ο αμυνόμενος , ελπίζοντας να κερδίσει διεθνή συμπάθεια, σκόπιμα τοποθετεί τέτοια αντιαεροπορικά συστήματα εντός κατοικημένων περιοχών.

Βέβαια το τελικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι: Τι πράγματι αναμένεται να πετύχει η επιβολή μιας ΑΖΠ; Σίγουρα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι θα παρέλυε την αεροπορία του Καντάφι, αλλά όταν αυτό επιτευχθεί δε σημαίνει ότι θα εξουδετερώσει ταυτόχρονα την ικανότητα του καθεστώτος να χρησιμοποιεί τις χερσαίες δυνάμεις του για τις εκκαθαρίσεις. Με άλλα λόγια, η ΑΖΠ μπορεί να αναστείλει την αεροπορική του δράση αλλά δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα αναγκάσει τον Καντάφι να αλλάξει πολιτική, ούτε και ότι η αιματοχυσία και το μέγεθος των καταστροφών θα περιοριστούν. Πέραν τούτου, δε σημαίνει ούτε ότι η εσωτερική σύγκρουση θα έχει σύντομη κατάληξη, ούτε και είναι σίγουρο ότι ο Καντάφι, δε θα επικρατήσει, δηλαδή η εικόνα στη Λιβύη παραμένει ακόμη ζοφερή και η κυπριακή διπλωματία πρέπει στους χειρισμούς της να είναι προσεχτική.

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011


Λιβύη – κρίση, εμφύλιος

και προκλήσεις

Του Άριστου Αριστοτέλους


Καθώς τα γεγονότα εξελίσσονται στη Λιβύη και ανεξάρτητα αν ο Μοαμάρ Καντάφι παραιτηθεί – που δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα – ή αν θα παραμείνει επιδιώκοντας δια πυρός και σιδήρου να επιβληθεί, τα πράγματα έχουν ήδη ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο. Με τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις και τις συγκρούσεις σε διάφορες περιοχές, η αστάθεια στη χώρα φαίνεται να κυριαρχεί και επί θύραις είναι πια το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου με πολλαπλές επιπτώσεις και προκλήσεις.

Η κατάσταση στη Λιβύη είναι όντως ρευστή και σε αντίθεση με την Αίγυπτο δεν υπάρχει συγκροτημένη και συνεκτική, και γενικά αποδεκτή δύναμη όπως ο στρατός, για να ενεργήσει ως καταλύτης και να ελέγξει τις εξελίξεις, κάτι που έκαμαν για παράδειγμα οι Αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις. Εξάλλου, ο στρατός στη Λιβύη δεν χαίρει της ίδιας εκτίμησης από το λαό όπως ο Αιγυπτιακός, γιατί στα μάτια αρκετών πολιτών είχε ταυτιστεί με ένα προσωποπαγές καθεστώς που έχει επιβληθεί εδώ και τέσσερεις δεκαετίες.

Ο Καντάφι βασικά αντλούσε τη δύναμη του από τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων και την υποστήριξη που απολάμβανε από τις διάφορες φυλές της χώρας διατηρώντας έτσι το καθεστώς του. Όμως με το ανατολικό μέρος της Λιβύης να μην ελέγχεται στρατιωτικά από την Τρίπολη, η οποία βρίσκεται στα δυτικά , με ενδείξεις ότι υπάρχει ρήξη στις τάξεις του στρατού και με τις διάφορες φυλές να στρέφονται εναντίον του Λίβυου ηγέτη, η χώρα αντιμετωπίζει τη βαθύτερη εσωτερική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Πραξικόπημα από ομάδα στρατιωτικών δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όμως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται φαίνεται να οδηγεί σε πιθανή αναμέτρηση των στρατιωτικών δυνάμεων στο δυτικό και των αντίστοιχων δυνάμεων στο ανατολικό μέρος της χώρας. Οδηγεί σε πιθανή δημιουργία τοπικών πεδίων μάχης μεταξύ αντιφρονούντων σε διάφορες περιοχές και ακόμη ίσως σε ενδοφυλετικές συγκρούσεις και εκκαθαρίσεις. Υπό τις συνθήκες, σε αντίθεση με την Αίγυπτο και την Τυνησία, με τυχόν ανατροπή του Καντάφι υπάρχει έντονο και το ενδεχόμενο αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.

Από τις εξελίξεις στη Λιβύη ασφαλώς επηρεάζονται και άλλοι ενδιαφερόμενοι δρώντες στην περιοχή. Η χώρα καλύπτει μέρος των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης, η δε Ιταλία εισάγει από αυτή το 29% της ενέργεια της , η Γαλλία το 14%, η Γερμανία το 11% και η Ισπανία το 10 %. Οποιεσδήποτε ευρείας κλίμακας συγκρούσεις στο εσωτερικό θα προκαλέσουν προβλήματα προμήθειας των χωρών αυτών. Τουρκικές εταιρείες που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών και άλλων έργων που πραγματοποιούνται στη Λιβύη ενδεχόμενα θα επηρεαστούν όπως και κάποια έργα που εκτελούνται από Κυπρίους. Πέραν τούτου, ο κίνδυνος προσφυγικών ρευμάτων και αιτητών ασύλου ενδεχόμενα να αυξηθεί, με την Ιταλία και άλλες γειτονικές χώρες, περιλαμβανομένης της Μάλτας και της Ελλάδας να επηρεάζονται άμεσα. Επίσης, η οποιαδήποτε εξέλιξη ή και καθεστωτική αλλαγή αν επέλθει ενδεχόμενα να έχει επιδράσεις στην εξωτερική πολιτική της Λιβύης, ενώ η όλη κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί αποτελεί ακόμη μια πρόκληση για την αποτελεσματικότητα της Μεσογειακής Πολιτικής και της Πολιτικής Γειτονίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές της δημοκρατίας που τη διέπουν. Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών, η κυπριακή διπλωματία σωστά παρακολουθεί και μελετά τις εξελίξεις για να είναι σε θέση μαζί με τους εταίρους της στην Ένωση να αντιμετωπίσουν από κοινού τις προκλήσεις από τη κρίση στη Λιβύη.



Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΤAΞΗΣ ΣΤΟ PfP

Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απόφαση των κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην του ΑΚΕΛ, για κατάθεση και έγκριση από τη Βουλή, ψηφίσματος που να υποχρεώνει την κυβέρνηση να υποβάλει αίτηση ένταξης στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, εμπεριέχει σκοπιμότητες και ως προς τις προθέσεις της δεν είναι ειλικρινής. Επιδιώκει να δημιουργήσει εντυπώσεις, προφανώς ενόψει εκλογών αλλά το μόνο που επιτυγχάνει είναι να διευκολύνει την τουρκική πολιτική.

Το ότι την περίοδο αυτή συζητούνται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - NATO και άρα το «ταϊμινγκ» είναι κατάλληλο για υποβολή αίτησης ένταξης στο πρόγραμμα αυτό, ώστε να συμμετέχουμε στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ως επιχείρημα, δεν ευσταθεί. Πρώτο, γιατί οι συζητήσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό, τι αφορά τις σχέσεις των δύο μερών, διεξάγονται εδώ και αρκετά χρόνια και η παρούσα φάση αποτελεί συνέχεια των διεργασιών αυτών. Δεύτερο, γιατί η Κύπρος ούτως ή άλλως συμμετέχει στο διάλογο αυτό ως πλήρες μέλος από την πλευρά της Ένωσης στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, παρόλο που η Τουρκία δεν επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξή του. Και τρίτο, η συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό, εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων, δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει αποδεκτό το αίτημα αυτό.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι γνωρίζουν ότι τα προβλήματα στην περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων Ε.Ε. και ΝΑΤΟ δημιουργούνται από τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο. Γνωρίζουν ότι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της τουρκικής συμπεριφοράς, δεν είναι η μη συμμετοχή της Κύπρου στο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, αλλά η όλη στάση της Άγκυρας στο Κυπριακό που δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και την αποκλείει από οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό, στον οποίο οι Τούρκοι έχουν δικαίωμα βέτο. Συνεπώς, ενέργειες όπως εκείνες του Δημοκρατικού Συναγερμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση μας, ότι δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ με το να μην υποβάλλει αίτηση ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, βασικά, απενοχοποιεί την Τουρκία από την αδιάλλακτη στάση που τηρεί και μεταφέρει ευθύνες στη Λευκωσία. Η ίδια λογική ισχύει και για την απόφαση που προωθείται τις μέρες αυτές στη Βουλή, με πρωτοβουλία του ΔΗΣΥ.

Εάν πράγματι ο ΔΗΣΥ και τα άλλα κόμματα ενδιαφέρονταν για την ουσία του θέματος και δεν είχαν άλλες σκοπιμότητες, τότε από το 1994, που δημιουργήθηκε ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, μέχρι σήμερα είχαν κάθε ευκαιρία να υποβάλουν αυτή την αίτηση. Κατά τη διακυβέρνησης Κληρίδη ( 1993 – 2003) είχαν όλη την ευχέρεια να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στο Συνεταιρισμό, εφόσον συγκυβερνούσαν ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ. Επί δε διακυβέρνησης Παπαδόπουλου ( 2003 -2008) το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ - με τη σύμφωνη γνώμη και του ΔΗΣΥ- είχαν επίσης όλο το πεδίο ανοικτό να το πράξουν, όταν είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση το ΑΚΕΛ, εφόσον, όπως υποστηρίζουν, πρόκειται για ένα τόσο σημαντικό εθνικό ζήτημα. Όμως για λόγους εκλογικής σκοπιμότητας ενόψει προεδρικών εκλογών του 2008 δεν το έπραξαν φοβούμενοι μήπως χάσουν ψήφους που προσδοκούσαν να αποσπάσουν από το ΑΚΕΛ.

Είναι λοιπόν ειρωνικό να διαπιστώνεται πως, ό, τι δεν έκαναν αυτοί που παρουσιάζονται ως υπέρμαχοι υποστηριχτές της ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη – όταν κυβερνούσαν και ήταν σε θέση πράγματι να το κάνουν – να έχουν σήμερα την απαίτηση από την παρούσα κυβέρνηση να το υλοποιήσει. Εξάλλου είναι γνωστό ότι, όπως ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, έτσι και ο Δημήτρης Χριστόφιας διαφωνεί με την άποψη αυτή, γιατί μια τέτοια ενέργεια, όπως αυτή που προωθείται στη Βουλή, σε τίποτα το θετικό δεν οδηγεί εκτός από τις εντυπώσεις που δημιουργεί και τις εκλογικές σκοπιμότητες που νομίζουν ότι εξυπηρετεί.