Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011


Λιβύη – κρίση, εμφύλιος

και προκλήσεις

Του Άριστου Αριστοτέλους


Καθώς τα γεγονότα εξελίσσονται στη Λιβύη και ανεξάρτητα αν ο Μοαμάρ Καντάφι παραιτηθεί – που δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα – ή αν θα παραμείνει επιδιώκοντας δια πυρός και σιδήρου να επιβληθεί, τα πράγματα έχουν ήδη ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο. Με τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις και τις συγκρούσεις σε διάφορες περιοχές, η αστάθεια στη χώρα φαίνεται να κυριαρχεί και επί θύραις είναι πια το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου με πολλαπλές επιπτώσεις και προκλήσεις.

Η κατάσταση στη Λιβύη είναι όντως ρευστή και σε αντίθεση με την Αίγυπτο δεν υπάρχει συγκροτημένη και συνεκτική, και γενικά αποδεκτή δύναμη όπως ο στρατός, για να ενεργήσει ως καταλύτης και να ελέγξει τις εξελίξεις, κάτι που έκαμαν για παράδειγμα οι Αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις. Εξάλλου, ο στρατός στη Λιβύη δεν χαίρει της ίδιας εκτίμησης από το λαό όπως ο Αιγυπτιακός, γιατί στα μάτια αρκετών πολιτών είχε ταυτιστεί με ένα προσωποπαγές καθεστώς που έχει επιβληθεί εδώ και τέσσερεις δεκαετίες.

Ο Καντάφι βασικά αντλούσε τη δύναμη του από τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων και την υποστήριξη που απολάμβανε από τις διάφορες φυλές της χώρας διατηρώντας έτσι το καθεστώς του. Όμως με το ανατολικό μέρος της Λιβύης να μην ελέγχεται στρατιωτικά από την Τρίπολη, η οποία βρίσκεται στα δυτικά , με ενδείξεις ότι υπάρχει ρήξη στις τάξεις του στρατού και με τις διάφορες φυλές να στρέφονται εναντίον του Λίβυου ηγέτη, η χώρα αντιμετωπίζει τη βαθύτερη εσωτερική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Πραξικόπημα από ομάδα στρατιωτικών δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όμως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται φαίνεται να οδηγεί σε πιθανή αναμέτρηση των στρατιωτικών δυνάμεων στο δυτικό και των αντίστοιχων δυνάμεων στο ανατολικό μέρος της χώρας. Οδηγεί σε πιθανή δημιουργία τοπικών πεδίων μάχης μεταξύ αντιφρονούντων σε διάφορες περιοχές και ακόμη ίσως σε ενδοφυλετικές συγκρούσεις και εκκαθαρίσεις. Υπό τις συνθήκες, σε αντίθεση με την Αίγυπτο και την Τυνησία, με τυχόν ανατροπή του Καντάφι υπάρχει έντονο και το ενδεχόμενο αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.

Από τις εξελίξεις στη Λιβύη ασφαλώς επηρεάζονται και άλλοι ενδιαφερόμενοι δρώντες στην περιοχή. Η χώρα καλύπτει μέρος των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης, η δε Ιταλία εισάγει από αυτή το 29% της ενέργεια της , η Γαλλία το 14%, η Γερμανία το 11% και η Ισπανία το 10 %. Οποιεσδήποτε ευρείας κλίμακας συγκρούσεις στο εσωτερικό θα προκαλέσουν προβλήματα προμήθειας των χωρών αυτών. Τουρκικές εταιρείες που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών και άλλων έργων που πραγματοποιούνται στη Λιβύη ενδεχόμενα θα επηρεαστούν όπως και κάποια έργα που εκτελούνται από Κυπρίους. Πέραν τούτου, ο κίνδυνος προσφυγικών ρευμάτων και αιτητών ασύλου ενδεχόμενα να αυξηθεί, με την Ιταλία και άλλες γειτονικές χώρες, περιλαμβανομένης της Μάλτας και της Ελλάδας να επηρεάζονται άμεσα. Επίσης, η οποιαδήποτε εξέλιξη ή και καθεστωτική αλλαγή αν επέλθει ενδεχόμενα να έχει επιδράσεις στην εξωτερική πολιτική της Λιβύης, ενώ η όλη κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί αποτελεί ακόμη μια πρόκληση για την αποτελεσματικότητα της Μεσογειακής Πολιτικής και της Πολιτικής Γειτονίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές της δημοκρατίας που τη διέπουν. Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών, η κυπριακή διπλωματία σωστά παρακολουθεί και μελετά τις εξελίξεις για να είναι σε θέση μαζί με τους εταίρους της στην Ένωση να αντιμετωπίσουν από κοινού τις προκλήσεις από τη κρίση στη Λιβύη.



Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΤAΞΗΣ ΣΤΟ PfP

Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απόφαση των κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην του ΑΚΕΛ, για κατάθεση και έγκριση από τη Βουλή, ψηφίσματος που να υποχρεώνει την κυβέρνηση να υποβάλει αίτηση ένταξης στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, εμπεριέχει σκοπιμότητες και ως προς τις προθέσεις της δεν είναι ειλικρινής. Επιδιώκει να δημιουργήσει εντυπώσεις, προφανώς ενόψει εκλογών αλλά το μόνο που επιτυγχάνει είναι να διευκολύνει την τουρκική πολιτική.

Το ότι την περίοδο αυτή συζητούνται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - NATO και άρα το «ταϊμινγκ» είναι κατάλληλο για υποβολή αίτησης ένταξης στο πρόγραμμα αυτό, ώστε να συμμετέχουμε στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ως επιχείρημα, δεν ευσταθεί. Πρώτο, γιατί οι συζητήσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό, τι αφορά τις σχέσεις των δύο μερών, διεξάγονται εδώ και αρκετά χρόνια και η παρούσα φάση αποτελεί συνέχεια των διεργασιών αυτών. Δεύτερο, γιατί η Κύπρος ούτως ή άλλως συμμετέχει στο διάλογο αυτό ως πλήρες μέλος από την πλευρά της Ένωσης στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, παρόλο που η Τουρκία δεν επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξή του. Και τρίτο, η συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό, εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων, δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει αποδεκτό το αίτημα αυτό.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι γνωρίζουν ότι τα προβλήματα στην περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων Ε.Ε. και ΝΑΤΟ δημιουργούνται από τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο. Γνωρίζουν ότι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της τουρκικής συμπεριφοράς, δεν είναι η μη συμμετοχή της Κύπρου στο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, αλλά η όλη στάση της Άγκυρας στο Κυπριακό που δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και την αποκλείει από οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό, στον οποίο οι Τούρκοι έχουν δικαίωμα βέτο. Συνεπώς, ενέργειες όπως εκείνες του Δημοκρατικού Συναγερμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση μας, ότι δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ με το να μην υποβάλλει αίτηση ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, βασικά, απενοχοποιεί την Τουρκία από την αδιάλλακτη στάση που τηρεί και μεταφέρει ευθύνες στη Λευκωσία. Η ίδια λογική ισχύει και για την απόφαση που προωθείται τις μέρες αυτές στη Βουλή, με πρωτοβουλία του ΔΗΣΥ.

Εάν πράγματι ο ΔΗΣΥ και τα άλλα κόμματα ενδιαφέρονταν για την ουσία του θέματος και δεν είχαν άλλες σκοπιμότητες, τότε από το 1994, που δημιουργήθηκε ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, μέχρι σήμερα είχαν κάθε ευκαιρία να υποβάλουν αυτή την αίτηση. Κατά τη διακυβέρνησης Κληρίδη ( 1993 – 2003) είχαν όλη την ευχέρεια να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στο Συνεταιρισμό, εφόσον συγκυβερνούσαν ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ. Επί δε διακυβέρνησης Παπαδόπουλου ( 2003 -2008) το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ - με τη σύμφωνη γνώμη και του ΔΗΣΥ- είχαν επίσης όλο το πεδίο ανοικτό να το πράξουν, όταν είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση το ΑΚΕΛ, εφόσον, όπως υποστηρίζουν, πρόκειται για ένα τόσο σημαντικό εθνικό ζήτημα. Όμως για λόγους εκλογικής σκοπιμότητας ενόψει προεδρικών εκλογών του 2008 δεν το έπραξαν φοβούμενοι μήπως χάσουν ψήφους που προσδοκούσαν να αποσπάσουν από το ΑΚΕΛ.

Είναι λοιπόν ειρωνικό να διαπιστώνεται πως, ό, τι δεν έκαναν αυτοί που παρουσιάζονται ως υπέρμαχοι υποστηριχτές της ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη – όταν κυβερνούσαν και ήταν σε θέση πράγματι να το κάνουν – να έχουν σήμερα την απαίτηση από την παρούσα κυβέρνηση να το υλοποιήσει. Εξάλλου είναι γνωστό ότι, όπως ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, έτσι και ο Δημήτρης Χριστόφιας διαφωνεί με την άποψη αυτή, γιατί μια τέτοια ενέργεια, όπως αυτή που προωθείται στη Βουλή, σε τίποτα το θετικό δεν οδηγεί εκτός από τις εντυπώσεις που δημιουργεί και τις εκλογικές σκοπιμότητες που νομίζουν ότι εξυπηρετεί.










Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

ΕΠΙΚΕΙΤΑΙ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ;

Η απόφαση

Μουμπάρακ

και οι επιλογές

των στρατιωτικών


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απρόσμενη σε πολλούς απόφαση του προέδρου Μουμπάρακ να μην παραιτηθεί , παρά το κύμα της λαϊκής αντίδρασης και της πίεσης των στρατιωτικών, δίνει νέα τροπή στην αιγυπτιακή κρίση . Το γεγονός αυτό και η αναμενόμενη κλιμάκωση της αντίδρασης των μαζών, έχουν στενέψει τα περιθώρια επιλογών των στρατιωτικών, αυξάνοντας το ενδεχόμενο πραξικοπήματος το συντομότερο.

Η στρατιωτική πλευρά, η οποία προφανώς χαίρει εκτίμησης στην Αίγυπτο, δεν γνοιάζεται βέβαια για το μέλλον ή την επιβίωση του Μουμπάρακ καθεαυτό αλλά για τη συνέχιση του υφιστάμενου καθεστώτος και της ασφάλειας και σταθερότητας της χώρας. Υπό τις συνθήκες λαϊκής οργής και του ενδεχομένου ακόμη πιο έντονων διαδηλώσεων - περιλαμβανομένης και της κατάληψης του προεδρικού - οι επιλογές των στρατιωτικών, οι οποίοι μέχρι τώρα επιζητούσαν την ομαλή διαδοχή του για ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος, έχουν πια περιοριστεί στα εξής: Κατά πόσο θα πρέπει να αντισταθούν και ίσως να συγκρουστούν με τα κύματα των διαδηλωτών ενώ συνεχίζουν την προσπάθεια τους να πείσουν τον πρόεδρο να παραιτηθεί ή αν θα προχωρήσουν εξωσυνταγματικά στην ανατροπή και την αντικατάστασή του από άτομο της εμπιστοσύνης τους.

Η απροθυμία των στρατιωτικών, από τη μια, να μην εμπλακούν σε σύγκρουση με το λαό και η τυχόν πρόθεση τους, από την άλλη, να μην αφήσουν ανεξέλεγκτη την κατάσταση στα χέρια των μαζών, περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές τους Η δε επιμονή Μουμπαρακ να μην εγκαταλείπει την εξουσία, αφήνουν ως πολύ πιθανή την επιλογή διενέργειας άμεσου πραξικομήματος για την ανατροπή του. Όπως και να έχουν τα πράγματα η κρίση στη γειτονική μας χώρα, με την άρνηση του προέδρου Μουμπάρακ να παραιτηθεί, παίρνει νέα τροπή και χρήζει στενότερης παρακολούθησης και μελέτης του τι επακολουθεί.




Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ Τ/Κ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Πώς οι αντιδράσεις Ερντογάν
ξεγυμνώνουν την Τουρκία

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ- Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Οι αντιδράσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων ξεγυμνώνουν κυριολεκτικά διεθνώς την Τουρκία. Αποκαλύπτουν ότι οι θέσεις περί δημοκρατικών αρχών στην πρόσφατη κρίση στην Αίγυπτο διαπνέονται από καιροσκοπισμό και ότι η ίδια πράττει το αντίθετο καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Επίσης, ότι το περίφημο τουρκικό μοντέλο , που δυτικές πρωτεύουσες εισηγούνται να ακολουθήσουν και άλλες ισλαμικές χώρες, στερείται δημοκρατικού περιεχομένου.


Πράγματι, η Τουρκία ήταν από τις πρώτες χώρες που τοποθετήθηκε στην Αιγυπτιακή κρίση ( αφού βέβαια διαπίστωσε ότι το καθεστώς Μουμπάρακ βρίσκεται σε μεταβατική φάση) επικαλούμενη πανανθρώπινες αρχές και αξίες και παίρνοντας θέση υπέρ των διαδηλωτών, προσδοκώντας προφανώς να προσκομίσει πολιτικά πλεονεκτήματα και οφέλη από ένα νέο διάδοχο κυβερνητικό σχήμα. Με την αυτοπεποίθηση που διακρίνει την Άγκυρα στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων και μέσα στο πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής που έχει εγκαινιάσει, για αναβίωση της οθωμανικής επιρροής, επεδίωκε με τη στάση της αυτή να επιδείξει ηγετικό ρόλο στην περιοχή και να δημιουργήσει θετικές προϋποθέσεις και προσβάσεις στο καθεστώς που πιθανόν να δημιουργηθεί, μπαίνοντας έτσι και ως σφήνα στις σχέσεις Αιγύπτου – Ισραήλ. Ωστόσο η μαζική διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων κατά της οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης που υπόκεινται από την Τουρκία στα κατεχόμενα και κατά της καταπάτησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους, τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια του Τούρκου πρωθυπουργού στην ανωτέρω επιδεικτική πολιτική. Πρόκειται για μια πολιτική την οποία ενασκούσε επικαλούμενος προσήλωση σε αρχές και αξίες που η ίδια όμως η χώρα του αποδεδειγμένα αρνείται στην περίπτωση της Κύπρου να σεβαστεί.


Οι αντιδράσεις Ερντογάν στις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων κατά της καταπίεσης από την Τουρκία είναι αποκαλυπτικές όχι μόνο της κατάστασης των σχέσεων της τουρκικής κυβέρνησης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά και του αντιδημοκρατικού πνεύματος που διαπνέει τα ξεσπάσματα και τη συμπεριφορά της Άγκυρα στα κατεχόμενα και στην Κύπρο γενικότερα. Ασεβείς πράγματι και απαξιωτικές διατυπώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού για τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, όπως «ποιοι νομίζετε ότι είστε;» , «ξενδιάντροποι», καθώς και η απαίτηση του να οδηγηθούν στα δικαστήρια διαδηλωτές κατά της Τουρκίας είναι ενδεικτικές της νοοτροπίας της κατοχικής δύναμης στο νησί και του τρόπου που ουσιαστικά βλέπει την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η αναφορά του Ερντογάν όπως και προηγούμενα του υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου αλλά και προκατόχων τους ότι « η Τουρκία έχει στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο» και ότι βασικά θα επιζητούσε να έχει έλεγχο πάνω στο νησί, είτε υπήρχαν ή όχι Τουρκοκύπριοι , είναι καταδεκτικά στοιχεία των προτεραιοτήτων της Άγκυρας.


Πέραν τούτων είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και την εκμετάλλευση της πορείας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από το ισλαμικό καθεστώς για την εισαγωγή αλλαγών, που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση του από την απειλή των στρατιωτικών, το τουρκικό κράτος φαίνεται να συνεχίζει να είναι κατά βάθος αυταρχικό και αντιδημοκρατικό. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους γιατί οι αναφορές διαφόρων Ευρωπαίων και Αμερικανών περί τουρκικού μοντέλου διακυβέρνησης ως πρότυπο για να το υιοθετήσουν και άλλες ισλαμικές ή αραβικές χώρες για να εκδημοκρατιστούν έχουν αρκετά τρωτά και είναι αμφιβόλου σοβαρότητας και περιεχομένου.


Καταλήγοντας, θα μπορούσε όντως να υπογραμμισθεί ότι οι αντιδράσεις του Ερντογάν, με αφορμή τις διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων, αποκαλύπτουν το πραγματικό προσωπείο της Άγκυρας και την ξεγυμνώνουν απέναντι στη διεθνή κοινότητα. Πολύ σωστά η κυβέρνηση, η κυπριακή διπλωματία και τα πολιτικά κόμματα όχι μόνο πρέπει να είναι προσεχτικά και αλληλέγγυα στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, αλλά και να αναδεικνύουν στις εξωτερικές τους επαφές αυτή την απαράδεχτη συμπεριφορά και επιδιώξεις της Τουρκίας. Αυτή την τουρκική στάση πολύ ευφυώς επιτυγχάνει να αποκαλύπτει μέσα από την πολιτική της «λύσης της κυπριακής ιδιοκτησίας» ο πρόεδρος της Δημοκρατίας.





Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΥΡΩΠΗ, ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ
ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ;

Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η κρίση στην Αίγυπτο αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές προκλήσεις στον ευπαθή χώρο της Μέσης Ανατολής με πιθανές παγκόσμιες επιδράσεις στην ασφάλεια και τη σταθερότητα από τις οποίες η Ευρώπη μπορεί σοβαρά να επηρεαστεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) παρά τις πολιτικές που έχει αναπτύξει και τις νέες οργανωτικές ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισσαβόνας, όσον αφορά τις εξωτερικές της σχέσεις, φαίνεται να παραμένει απλώς θεατής των εξελίξεων και μάλλον αδύναμη να συμπεριφερθεί ως διεθνής παίχτης με επιρροή.


Πέραν των σοβαρών γεωπολιτικών και στρατηγικών επιπτώσεων που θα μπορούσα να προκύψουν, ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων, η Ε.Ε. έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται για τα γεγονότα και τις εξελίξεις στην Αίγυπτο μέσα από τις εξωτερικές της σχέσεις και τις πολιτικές που έχει αναπτύξει. Η χώρα είναι συνεταίρος της Ε.Ε. στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, η οποία βασικά υποκινείται από το συμφέρον της Ένωσης να περιτριγυρίζεται από γειτονικές χώρες όπου επικρατεί ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία. Προς αυτή την κατεύθυνση επιδιώκει να συμβάλει και το Κοινό Σχέδιο Δράσης μεταξύ Ε.Ε. και Αιγύπτου, που υιοθετήθηκε το 2007. Επίσης, μέσω της γαλλικής πρωτοβουλίας, «Ένωση για τη Μεσόγειο», που ανακοινώθηκε στη σύνοδο του Συμβουλίου στο Παρίσι το 2008, η Ε.Ε. δεσμεύτηκε στις σχέσεις της με τις μεσογειακές χώρες να προωθήσει το κεκτημένο της Βαρκελώνης, σκοπός του οποίου είναι η ειρήνη, η σταθερότητα και η ευημερία σε όλη την περιοχή της Μεσογείου.


Όλα αυτά εμπίπτουν στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. η οποία, όπως υποστήριζαν ορισμένοι, μέσω σχετικών ρυθμίσεων της Συνθήκη της Λισσαβόνας θα γινόταν πιο αποτελεσματική. Έτσι η Ένωση εκτός από οικονομική υπερδύναμη, θα μετατρεπόταν σε παγκόσμιο παίχτη με αυξημένη επιρροή στα διεθνή δρώμενα. Η δημιουργία του πόστου της Υπάτου Εκπροσώπου των Εξωτερικών Υποθέσεων και της Πολιτικής Ασφάλειας της Ε.Ε. που κατέχει η Κάθριν Άστον, όπως και της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Εξωτερικών Δράσεων, στην οποία απασχολούνται πέραν των 3700 ατόμων, αναμενόταν ότι θα έδινε σάρκα και οστά στη διεθνή προσωπικότητα της Ένωσης και θα συνέβαλε στην επίτευξη των ανωτέρω στόχων.


Ωστόσο η Ε.Ε παρουσιάζεται να παρακολουθεί τα γεγονότα στην Αίγυπτο ως απλώς θεατής χωρίς να αναλαμβάνει ουσιαστικά καμία πρωτοβουλία σε μια κρίση που ξεδιπλώνεται στη γειτονιά της. Εκτός από την έκδοση κάποιων ανακοινώσεων ή εκκλήσεων, είτε από το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, είτε από την Κομισιόν, είτε από το Ευρωκοινοβούλιο, είτε από την ίδια την Ύπατο Εκπρόσωπο των Εξωτερικών Υποθέσεων, καμία ουσιαστική ενέργεια δεν έχει εκδηλωθεί. Η κα Άστον περιορίζεται μόνο να λέει ότι παρακολουθεί την κατάσταση, ότι έχει επαφή με την αντιπροσωπία της επί του εδάφους αλλά αδυνατεί να κάνει αισθητή την ύπαρξη και το δημιουργικό ρόλο της Ε.Ε. σε μια γειτονική και κρίσιμη περιοχή. Όμως η αιγυπτιακή κρίση, ανάλογα με την τροπή που θα πάρει, δεν αποκλείεται να αναδειχθεί και σε υπόθεση δοκιμής της αποτελεσματικότητας της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης στην μετά τη Λισσαβόνα εποχή.


Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΜΕΡΚΕΛ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η στρατηγική

διάσταση

των σχέσεων

Κύπρου -

Γερμανίας

και το

Κυπριακό


Του Άριστου Αριστοτέλους


Η κάθοδος της Γερμανίδας Καγκελάριου Άγκελας Μέρκελ στην Κύπρο δεν είναι μόνο ένα εθιμοτυπικό γεγονός αλλά μια πράξη με στρατηγικές διαστάσεις για τις διεθνείς σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και το Κυπριακό, καθώς και για τον ολοένα πιο σημαντικό ρόλο που αναπτύσσει εντός και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) η Γερμανία. Παρά τα διαφορετικά μεγέθη Κύπρου - Γερμανίας, η επίσκεψη έχει περισσότερη ουσία αφού τα συμφέροντα των δύο χωρών συναντώνται σε διάφορα ζητήματα υψίστης σπουδαιότητας για την Ε.Ε. και τις εξωτερικές τους σχέσεις, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα προβλήματα που προκύπτουν στο χώρο της Ευρώπης ένεκα του Κυπριακού και της συμπεριφοράς της Τουρκίας στο θέμα αυτό. Η επίσκεψη είναι ίσως ευκαιρία για δύο εταίρους στην Ε.Ε. για συζήτηση σοβαρών προβλημάτων της Ευρώπης, η αποτελεσματική θεραπεία των οποίων όμως δεν εξαρτάται από πρόσκαιρες ή επιφανειακές ρυθμίσεις, που προτείνονται από διαφόρους αλλά από τη λύση του Κυπριακού. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσε ακόμη πιο αποφασιστικά να συμβάλει ο γερμανικός παράγοντας όχι απλώς με εισηγήσεις και απόψεις, αλλά χρησιμοποιώντας κυρίως το κύρος και την αυξημένη επιρροή του για να πεισθεί η Τουρκία να επιδείξει τον πρέποντα σεβασμό στις ευρωπαϊκές αρχές και αξίες, καθώς και την απαραίτητη διαλλακτικότητα για επίλυση του προβλήματος.


Όφελος και σημασία

Παρά το σύντομο της παραμονής της Άγκελας Μέρκελ στο νησί, η επίσκεψή της έχει ιδιαίτερο όφελος και σημασία για την Κύπρο. Είναι η πρώτη φορά που δυτικοευρωπαίος πολιτικός της εμβέλειας της Γερμανίδας Καγκελάριο, από την ύπαρξη του κυπριακού κράτους, επισκέπτεται επίσημα τη Λευκωσία. Υπογραμμίζεται έτσι για ακόμη μια φορά η αναγνώριση που τυγχάνει η Κυπριακή Δημοκρατία διεθνώς, γεγονός που αποτελεί απάντηση στη συνεχή αμφισβήτηση της από την Τουρκία. Η επίσκεψη υποδηλοί ταυτόχρονα τις πολύ καλές σχέσεις της Κύπρου με τη Γερμανία, μια χώρα που έχει την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας και το οικονομικά ισχυρότερο μέλος της Ε.Ε. και η οποία βασικά καθορίζει σήμερα σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες του παιγνιδιού στο χώρο του ευρώ.

Η Γερμανία είναι χώρα με την οποία η Κύπρος συνεργάζεται στενά εντός και εκτός της Ε.Ε. και είναι σημαντικός εμπορικός της εταίρος. Το 9.4% των εισαγωγών της Κύπρου προέρχονται από την χώρα αυτή, δέχεται πέραν τους 130.000 Γερμανούς τουρίστες ετησίως και φιλοξενεί πλοιοκτήτριες της εταιρείες. Επίσης από το 2006 παρέχει στη Γερμανία επάκτιες διευκολύνσεις για τη ναυτική ειρηνευτική δύναμη που έχει εκχωρήσει στη UNIFIL, η οποία περιπολεί στην Ανατολική Μεσόγειο για να ελέγχει τυχόν μεταφορά όπλων στο Λίβανο. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα και με την γερμανική αντίληψη, συμβάλλει ουσιαστικά στη Μεσανατολική στρατηγική της χώρας προσφέροντας με τον τρόπο αυτό εγγυήσεις στο δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει και στηρίζοντας τις προσπάθειες οικοδόμησης παλαιστινιακού κράτους και για σταθερότητα στο Λίβανο.


Από την άλλη, η επίσκεψη Μέρκελ στην Κύπρο, όπως και αυτή που θα πραγματοποιήσει στη Μάλτα, καθώς και μια σειρά πρωτοβουλιών που είχε αναλάβει σε άλλες περιοχές (πρώην σοσιαλιστικές χώρες μέλη της Ε.Ε., Καυκασία, Μέση Ανατολή), περιλαμβανομένης και της αναθεώρησης του στρατιωτικού της δόγματος, υποδηλώνουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει στο γεωπολιτικό τοπίο στην Ε.Ε και στην άσκηση μιας πιο διευρυμένης εξωτερικής πολιτικής από μέρους της Γερμανίας. Τα στοιχεία καταμαρτυρούν ότι η Γερμανία, η ισχυρότερη ίσως χώρα στο χώρο της Ευρώπης σήμερα, έχει ξεπεράσει τα θλιβερά σύνδρομα και ενοχές των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, καθώς και τους συμμαχικούς και άλλους περιορισμούς της μεταπολεμικής και ψυχροπολεμικής εποχής. Η χώρα, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποτελεσματικότητα ασκεί τώρα την κυριαρχία και την επιρροή της και αξιοποιεί τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα και δυνατότητες που της προσφέρει η νέα κατάσταση πραγμάτων για την προώθηση της εθνικής της πολιτικής, που σε αρκετό βαθμό είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία της Ε.Ε.


Στρατηγική διάσταση

Με την Κύπρο τα συμφέροντα της Γερμανίας συναντώνται βέβαια και σε άλλους σημαντικούς τομείς που αφορούν την ίδια την Ε.Ε, τις εξωτερικές τους υποθέσεις και την πολιτική άμυνας και ασφάλειας της Ένωσης, υπογραμμίζοντας περαιτέρω την στρατηγική προοπτική της σχέσης αυτής. Κοινό σημείο αναφοράς στην προκειμένη περίπτωση είναι η Τουρκία και η επιθυμία ένταξης της στην Ε.Ε. αλλά και γενικά ο ρόλος που η ίδια η Άγκυρα θέλει, ή και που άλλοι επιδιώκουν να προωθήσουν για αυτήν, στα θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας.

Είναι γεγονός ότι για τη Γερμανία το θέμα της ένταξης μιας σημαντικής εμπορικής εταίρου και νατοϊκής συμμάχου, όπως είναι η Τουρκία, στην Ε.Ε. και το πρόβλημα της Κύπρου είναι αγκάθι στις σχέσεις της με την Άγκυρα, όπως είναι και άλλα ζητήματα βέβαια, ήτοι οι διεθνείς κυρώσεις κατά του Ιράν και η απαίτηση για διδασκαλία των Τούρκων μαθητών στη Γερμανία στην τουρκική γλώσσα. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είναι για την Τουρκία ο μεγαλύτερος της εμπορικός εταίρος, ο μεγαλύτερος επενδυτής στην τουρκική οικονομία, η μεγαλύτερη πηγή τουριστικού εισοδήματος, και η χώρα όπου διαμένουν τρία περίπου εκατομμύρια Τούρκων μεταναστών. Ωστόσο η θέση της Γερμανίας ότι τάσσεται υπέρ μιας «προνομιακής σχέσης» της Άγκυρας με την Ε.Ε. και ότι είναι ενάντια στην πλήρη ένταξη της σ’ αυτή, είναι ένα σοβαρό σημείο τριβής μεταξύ των δύο χωρών. Οι Τούρκοι, που από το 2005 άρχισαν τις διαπραγματεύσεις με την Ένωση για να γίνουν μέλη της Ε.Ε., θεωρούν την γερμανική πρόταση «προσβλητική» και την απορρίπτουν. Η Άγκελα Μέρκελ κατά την επίσκεψη της στην Άγκυρα το Μάρτιο του περασμένου χρόνου, για το θέμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είπε ακόμη ότι αυτές δεν είναι πια μια διαδικασία με ημερομηνία κατάληξης, προκαλώντας απογοήτευση στον Έρντογαν για τις γερμανικές προθέσεις. Ωστόσο άφησε και κάποιο παράθυρο προοπτικής ένταξης της Τουρκίας στη Ε.Ε. λέγοντας ότι βλέπει αυτή ως πιθανότητα με τη συμπλήρωση των 28 από τα 35 λεγόμενα κεφάλαια της νομοθεσίας της Ένωσης, με τα οποία η Άγκυρα οφείλει να συμμορφωθεί πριν καταστεί πλήρες μέλος.


Η κυπριακή πλευρά, από την άλλη, έχει διαφορετική προσέγγιση δεδομένου ότι ευνοεί την πορεία ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση, την οποία αξιοποιεί ως τον κυριότερο μοχλό πίεσης στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού. Όμως το γεγονός ότι η Γερμανία αφήνει και κάποιες ελπίδες για τους Τούρκους να αιωρούνται αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο, υπό την έννοια του ότι τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Γάλλοι, που έχουν την ίδια άποψη, καθίστανται πιο απαιτητικοί έναντι της Τουρκίας. Αυτό αφορά και την εμμονή τους για σεβασμό των αρχών στις οποίες στηρίζεται η Ένωση και του πρωτοκόλλου της Άγκυρας από τους Τούρκους σχετικά με το άνοιγμα των τουρκικών αεροδρομίων και λιμανιών για την Κυπριακή Δημοκρατία και για επίλυση του Κυπριακού. Σημειώνεται ότι από τα τέλη του 2006, η τουρκική άρνηση να επεκτείνει τη συμφωνία τελωνιακής ένωσης με την Ε.Ε στην Κύπρο οδήγησε την Ένωση στο πάγωμα οκτώ από τα ανωτέρω κεφάλαια.


Ευρωπαϊκή ασφάλεια

Το τοπίο στην Ευρώπη καθίσταται ακόμη πιο ζοφερό με τις δυσκολίες που προκύπτουν στο θέμα της κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και πιο συγκεκριμένα στη περαιτέρω συνεργασία μεταξύ Ε.Ε. και Ατλαντικής Συμμαχίας, που δεν προωθείται αφού η Τουρκία δεν δέχεται η Κύπρος αν και ισότιμο μέλος της Ένωσης, να παρακάθεται σε αυτές. Από την άλλη, η Κύπρος ως απάντηση στην τουρκική στάση και βέβαια ως μοχλό άσκησης πίεσης προς την Τουρκία για επίλυση του Κυπριακού, προβάλλει ένσταση στη συμπερίληψη της στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας στον οποίο η Άγκυρα και άλλες συμμαχικές της χώρες θα ήθελαν να ενταχθεί για να συμβάλλει στο συντονισμό των αμυντικών προγραμμάτων και στη διαχείριση κρίσεων. Οι εκκλήσεις του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Αντερς Φογκ Ρασμούσσεν για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά είναι ενδεικτικές του πόσο απασχολεί την Ατλαντική Συμμαχία το όλο ζήτημα. Γι αυτό με σχετική πρότασή του ο Ρασμούσσεν εισηγείται στη Ε.Ε να συνομολογήσει συμφωνία ασφάλειας με την Άγκυρα, να προσφέρει στην Τουρκία ειδικό καθεστώς με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας και να έχει ανάμιξη στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε αποστολές ασφάλειας της Ένωσης.


Η Γερμανία και η Άγκελα Μέρκελ ιδιαίτερα, παρόλο που έχει συμβάλει τα μέγιστα στην προώθηση αυτόνομων λειτουργιών της Ένωσης στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και παρόλο που η χώρα αυτή δεν είναι πια τόσο φιλονατοϊκή όσο ήταν στο παρελθόν, ωστόσο, από την άλλη, προσπαθεί να κρατά μια ισορροπία στις υπερατλαντικές σχέσεις. Είναι γι αυτό το λόγο που σε διάφορες περιπτώσεις η ίδια η Μέρκελ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες και έχει προσπαθήσει να βοηθήσει να ξεπεραστούν προβλήματα στις σχέσεις αυτές. Δεν θα ήταν λοιπόν καθόλου παράξενο αν κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της στο νησί, το πρόβλημα με τη Τουρκία και την πολική ασφάλεια και άμυνας της Ευρώπης αποτελούσε αντικείμενο του ενδιαφέροντός της.


Συνεπώς με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζονται στο Κυπριακό, την τουρκική κυβέρνηση να αρνείται σεβασμό του πρωτοκόλλου για τελωνιακή ένωση, τα σχετικά κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Άγκυρα να παραμένουν παγοποιημένα, την Ε.Ε να αντιμετωπίζει το δίλημμα της επιβολής κυρώσεων προς αυτή, την ευρωατλαντική συνεργασία στα θέματα ασφάλειας να είναι αποτελματωμένη, το 2011 διαγράφεται κρίσιμο και οι σχέσεις με την τουρκική πλευρά κρισιμότερες. Υπό τις συνθήκες, η ανίχνευση των προθέσεων των πρωταγωνιστών μεταξύ των οποίων είναι και η Κύπρος και η ανταλλαγή απόψεων είναι αρκετά χρήσιμη σε κάθε προγραμματισμό των περαιτέρω χειρισμών αμφοτέρων των πλευρών.


Η ανάγκη λύσης στο Κυπριακό

Βέβαια, η Γερμανίδα Καγκελάριος, όπως και άλλοι ηγέτες στο χώρο της Ε.Ε., αντιλαμβάνονται ότι κοινή συνισταμένη όλων των ανωτέρω προβλημάτων είναι το Κυπριακό. Όμως η περιστασιακή αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που προκαλεί το Κυπριακό αντί της επίλυσης του προβλήματος καθεαυτό, δεν αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο θεραπείας του φαινόμενου αυτού. Ως τέτοια πρόσκαιρη αντιμετώπιση του θέματος είναι η προσπάθεια ορισμένων κύκλων στην Ένωση να υπερκεράσουν το πάγωμα των κεφαλαίων ή να αντισταθμίσουν την απαίτηση για σεβασμό του πρωτοκόλλου της τελωνιακής ένωσης από την Άγκυρα, προωθώντας την τουρκική θέση για απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα. Είναι επίσης η συνέχιση της ατιμωρησίας και ανοχής της προκλητικής συμπεριφοράς της Τουρκίας σε ό, τι αφορά το θέμα της παρουσίας της Κύπρου στις κοινές συναντήσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ, καθώς και οι εκκλήσεις από την ηγεσία της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας να της παραχωρηθεί ειδικό καθεστώς στη λήψη αποφάσεων σε θέματα ασφάλειας της Ένωσης κατά παράβαση ευρωπαϊκών αρχών και αξιών. Εντούτοις, χωρίς να λυθεί το Κυπριακό, τα στρατηγικά αυτά προβλήματα δεν θα πάψουν να υπάρχουν και να ταλανίζουν τις διεθνείς σχέσεις και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και την Ευρώπη αλλά και πέραν από αυτή. Οι οποιεσδήποτε ιδέες της Άγκελας Μέρκελ επί διαφόρων πτυχών του Κυπριακού, που απασχολούν τις συνομιλίες, όπως είναι για παράδειγμα το περιουσιακό, ενδεχόμενα να είναι χρήσιμες. Όμως το κλειδί της λύσης στο Κυπριακό βρίσκεται κυρίως στην Άγκυρα η οποία εκτός από κινήσεις εντυπωσιασμού, δεν έχει μέχρι σήμερα δείξει πραγματική διάθεση επίλυσης του προβλήματος. Αντίθετα στηρίζει τις ακραίες θέσεις του Τουρκοκύπριου ηγέτη Ντερβίς Έρογλου σε όλα σχεδόν τα ζητήματα, καθιστώντας το διάλογο μεταξύ των δύο κοινοτήτων εξαιρετικά δύσκολο να ευοδωθεί. Δεδομένων λοιπόν και των εκκλήσεων του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν κι Μουν για επίτευξη προόδου στο Κυπριακό, η αξιοποίηση των κοινών στρατηγικών συμφερόντων των δύο χωρών και του εκτοπίσματος και του ρόλου της Γερμανίας στις προσπάθειες για κάμψη της τουρκικής αδιαλλαξίας, θα μπορούσε να αποβεί επωφελής και στην πραγμάτωση των ανωτέρω στόχων.

.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας

ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, Η Ε.Ε. ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους, Βουλευτή του AΚΕΛ
Το θέμα της ενέργειας και της μείωσης της εξάρτησης των χωρών από παραδοσιακές κυρίως μορφές ενέργειας αποτελεί ζήτημα ύψιστης σημασίας, τόσο για την οικονομία, όσο και για την κοινωνία και το περιβάλλον. Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι η απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Ε.Ε.) και κατ’ επέκταση της Κύπρου στην πρόκληση αυτή.

Συναφώς αναφέρονται τα εξής: Η Ε.Ε. στο σύνολο των καυσίμων της εξαρτάται κατά ένα ποσοστό 53.1% από εισαγωγές, με το πετρέλαιο και τα στερεά καύσιμα να αποτελούν τις κύριες μορφές εισαγόμενων καυσίμων. Η Κύπρος στον τομέα αυτό εξαρτάται κατά 95.9% και είναι η δεύτερη χώρα μετά τη Μάλτα ( 100%) στην Ε.Ε. με την πιο ψηλή εξάρτηση σε εισαγωγές καυσίμων, με το πετρέλαιο να αποτελεί την κύρια μορφή ενέργειας για τον τόπο. Το γεγονός αυτό και οι αυξητικές τάσεις στις τιμές του πετρελαίου εξηγούν και προσπάθειες διαδοχικών κυβερνήσεων να δημιουργήσουν την υποδομή και να εισαγάγουν φυσικό αέριο στο νησί, που θεωρείται και πιο φθηνό, μειώνοντας την εξάρτηση της Κύπρου από ένα είδος καυσίμου μόνο.


Γενικότερο θέμα ενέργειας


Σε ό,τι αφορά τώρα το γενικότερο θέμα της ενέργειας: Με βάση την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. όφειλαν να ετοιμάσουν σχέδιο δράσης, για αντικατάσταση μέρους της ηλεκτρικής τους ενέργειας, αλλά και της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές μέχρι το 2010. Ειδικά για το θέμα της ηλεκτρικής ενέργειας η Κύπρος έθεσε ως στόχο την αντικατάσταση του 6% της κατανάλωσης ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές και για το σύνολο της κατανάλωσης ενέργειας την αντικατάσταση του 1.9% έως 3.8% με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, είχαν ετοιμαστεί ειδικά προγράμματα. Το 2004 είχε εκπονηθεί Σχέδιο Χορηγιών που κάλυπτε κυρίως αιολική και ηλιακή ενέργεια, εκστρατεία διαφώτισης, συμμετοχή σε εκθέσεις και άλλες μορφές ενημέρωσης ενδιαφερομένων, καθώς και παραχώρηση διευκολύνσεων και μείωση της γραφειοκρατίας.


Είναι γεγονός ότι η Κύπρος όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν πέτυχαν τους στόχους που τέθηκαν προ δεκαετίας ίσως γιατί ήταν πολύ αισιόδοξοι ή γιατί υπήρξε αναποτελεσματικότητα στην προώθηση των. Ωστόσο με τα μέτρα που λήφθηκαν αργότερα και με την ώθηση που έδωσε η παρούσα κυβέρνηση, ο συνολικός στόχος του 1.9% έως 3.8% που είχε τεθεί έως το 2010 όχι μόνο έχει επιτευχθεί, αλλά και ξεπεράστηκε φτάνοντας το 4.9%. Βέβαια, ο στόχος του 6% όσο αφορά την ηλεκτρική ενέργεια, επιτεύχθηκε μόνο κατά το ήμισυ ένεκα προφανώς δυσκολιών που είχαν προκύψει στην πορεία. Επειδή οι στόχοι δεν ήταν υποχρεωτικοί καμία χώρα της Ένωσης δεν υποβλήθηκε σε οποιεσδήποτε κυρώσεις.


Νέοι στόχοι, 2020


Το 2009 μια νέα Οδηγία (2009/28/ΕΚ )της Ε.Ε. προέκυψε με νέους στόχους για το 2010-2020. Η εν λόγω Οδηγία έχει ως στόχο, για το σύνολο των κρατών της Ένωσης, την αντικατάσταση του 20% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας - όχι μόνο της ηλεκτρικής - από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020.


Οι στόχοι για την κάθε χώρα είναι διαφορετικοί ανάλογα με τις ιδιαίτερες τους συνθήκες. Στην περίπτωση της Κύπρου ο στόχος είναι η αντικατάσταση του 13% της συνολικής ενέργειας με ανανεώσιμες πηγές. Σημειώνεται ότι ένας άλλος, επί μέρους στόχος, αφορά τις μεταφορές όπου προβλέπεται η αντικατάσταση του 10% της ενέργειας που καταναλώνεται στον τομέα αυτό, με βιοκαύσιμα έως το 2020, από το 2% που είναι σήμερα. Επίσης επιδιώκεται η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 5% σε σχέση με το 2005.


Μέσα στα πλαίσια αυτά η κυβέρνηση υπέβαλε Σχέδιο Δράσης προς την Ε.Ε. για την περίοδο αυτή, με βάση το οποίο θα ενεργούσε για την επίτευξη των προαναφερθέντων στόχων. Επιπλέον, καθόρισε αυξημένο τέλος επί των κιλοβατώρων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, γεγονός που θα βελτιώσει τα οικονομικά του Ταμείου. Επίσης πέραν της παράλληλης προώθησης της θέρμανσης και ψύξης χώρων με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η κυβέρνηση προωθεί την εξοικονόμηση ενέργειας σε διάφορους τομείς δραστηριότητας.


Σαφώς η ενέργεια είναι ένα κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο στην Ε.Ε. αλλά και στην Κύπρο με πολλά περιθώρια βελτίωσης . Η παρούσα Κυβέρνηση το αναγνωρίζει πλήρως αυτό και καταβάλλει ασταμάτητες προσπάθειες για επίτευξη των στόχων του προγράμματός της προς όφελος της κυπριακής οικονομίας, του περιβάλλοντος της κοινωνίας γενικότερα και ασφαλώς του Κύπριου πολίτη. Το γεγονός ότι έβγαλε από την αποτελμάτωση στην οποία βρισκόταν για χρόνια το θέμα της έλευσης του φυσικού αερίου στην Κύπρου και προωθεί την υλοποίηση του αποτελεί ακόμη ένα δείγμα της αποφασιστικότητάς της στην επίλυση διαχρονικών προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί από προηγούμενες διακυβερνήσεις.