Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΟ ΛΙΒΥΚΟ ΕΜΦΥΛΙΟ ΠΟΛΕΜΟ

Λιβύη: Ο πόλεμος τερματίζεται,

η μάχη για εξουσία αναμένεται


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους





Mε την είσοδο των δυνάμεων των εξεγερθέντων στην Τρίπολη, η κατάρρευση του καθεστώτος Καντάφι δεν είναι πια θέμα αν θα πραγματοποιηθεί, αλλά πόσο σύντομα θα επιτευχθεί. Πιο κρίσιμο ωστόσο είναι το ερώτημα τι θα γίνει με την αλλαγή του καθεστώτος στη μετά τον Καντάφι εποχή και γιατί η κρίση και αστάθεια στη Λιβύη πιθανόν να συνεχίσουν ακόμη για πολύ;



Οι ομάδες των εξεγερθέντων από τις διάφορες περιοχές της χώρας – δυτικοί, ανατολικοί, ορεινοί. Άραβες, ισλαμιστές, νομάδες, φυλές κ.λπ - δρουν σήμερα κάτω από την ομπρέλα του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (ΕΜΣ). Όλους τους ενώνει ο υπέρτατος στόχος της απαλλαγής της χώρας από τον «Αδελφό Ηγέτη» και άσχετα με το εκτόπισμα και την ισχύ τους έχουν προσφέρει άνδρες και αίμα σε πολλά μέτωπα στο λιβυκό εμφύλιο πόλεμο. Η κάθε μια αναμένει ότι θα έχει λόγο, ρόλο, μερίδιο εξουσίας και οικονομικό όφελος στη νέα τάξη πραγμάτων.



Όμως πώς θα αντιδράσουν μετά που ο κύριος στόχος που τους ενώνει θα έχει επιτευχθεί και ο Καντάφι θα πάψει να υφίσταται ή έστω θα συνεχίσει για κάποιο χρονικό διάστημα να αντιστέκεται χωρίς να έχει τον έλεγχο του κράτους; Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα όταν αρχίσουν οι διεργασίες για την εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, μετά που θα κατακερματιστεί το υφιστάμενο μωσαϊκό ενότητας των εξεγερθέντων; Θα υπάρξει η απαιτούμενη ωριμότητα, αυτοσυγκράτηση, συναίνεση και συνεργασία ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το έργο της ανοικοδόμησης της χώρας; Να εδραιωθεί η ασφάλεια, να προωθηθεί ο εκδημοκρατισμός της πολιτικής ζωής, η ανασυγκρότησης της κοινωνίας και της οικονομίας και η ανάπτυξης; Το πιθανότερο είναι να αρχίσουν οι διαφωνίες, οι τριβές και οι συγκρούσεις για τη νομή της εξουσίας και για το μερίδιο του πολιτικού και οικονομικού οφέλους που πιστεύουν ότι τους αναλογεί, ενώ νέο κράτος θα δυσκολεύεται να συγκροτηθεί.


Η ανησυχία αυξάνεται αν αναλογισθεί κανείς ότι οι ομάδες έχουν στην κατοχή τους αρκετά πολεμοφόδια και οπλισμό και έχουν εκπαιδευθεί στη χρησιμοποίηση τους. Ο κίνδυνος είναι ότι η αντιπαράθεση θα προεκταθεί στη χρήση στρατιωτικής βίας για την επίλυση διαφορών. Έτσι εκεί που αναμένεται πως με την κατάρρευση του καθεστώτος Καντάφι ο πόλεμος οδεύει προς το τέλος του, οι μάχες ενδέχεται να συνεχίσουν, με τη διαφορά ότι τώρα θα είναι μεταξύ εξεγερθέντων και όχι απλώς μεταξύ Κανταφικών και αντικαθεστωτικών.


Παρόμοια γεγονότα έχουν καταγραφεί με την αλλαγή του καθεστώτος στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, δημιουργώντας συνθήκες αστάθειας που συνεχίζουν να ταλανίζουν τις δύο χώρες μέχρι σήμερα. Υπάρχουν λοιπόν μαθήματα και στις δύο περιπτώσεις που αν οι ενδιαφερόμενοι τα είχαν μελετήσει, ίσως να μπορούσαν να αποφευχθούν τα χειρότερα στη Λιβύη.


Δεδομένου του ιστορικού των ομάδων αυτών, των τάσεων και αντιλήψεων που τις διακρίνουν, τα πράγματα προβλέπονται δύσκολα. Η σύγκρουση πιθανόν και να είναι αναπόφευκτη και η κρίση και η αστάθεια στη χώρα μακράς διάρκειας και ίσως αιματηρή. Το ΕΜΣ έχει πολύ δύσκολο έργο να επιτελέσει και η Κύπρος θα πρέπει να σταθεί στο πλευρό των επίσημων εκπροσώπων του νέου καθεστώτος, για να βοηθήσει στο μέτρο των δυνατοτήτων της στην οικοδόμηση της ειρήνης και της σταθερότητας στη Λιβύη.


Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Τουρκία: Το τέλος των στρατηγών;


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η παραίτηση του Αρχηγού του Επιτελείου των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ) και των Αρχηγών των Τριών Κλάδων λίγο πριν τη συνεδρία του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου σηματοδοτούν καμπή στη συνεχιζόμενη πάλη ισχύος μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας για τον έλεγχο του κράτους, υπέρ των πολιτικών. Αποτελεί όμως η εξέλιξη αυτή την αρχή του τέλους της ηγεμονίας των στρατηγών; Ποιες οι επιδράσεις της στις διεθνείς σχέσεις της χώρας και στο Κυπριακό;

Το πανίσχυρο τουρκικό στρατιωτικό κατεστημένο κάτω από το βάρος των μεταρρυθμίσεων για εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και αποδυναμωμένο από την υπόθεση Ergenekon - της συνωμοσίας για στρατιωτική ανατροπή της κυβέρνησης - βρισκόταν το τελευταίο διάστημα σε συνεχή άμυνα. Τώρα φαίνεται και να υποχωρεί. Η ισλαμική κυβέρνηση ενισχυμένη από τις πρόσφατες εκλογές και την κατάσταση της οικονομίας, παίρνει για πρώτη φορά το πάνω χέρι στο παραδοσιακά ελεγχόμενο από τους στρατηγούς Ανώτερο Στρατιωτικό Συμβούλιο – υπεύθυνο για σειρά πραξικοπημάτων στην χώρα. Προχωρεί επιβάλλοντας αφυπηρετήσεις και προαγωγές της έγκρισης της και απλώνει τα πλοκάμια του ελέγχου της στο στράτευμα.

Η αξίωσή της από την προηγούμενη ηγεσία να αποπέμψει από τις τάξεις των ΤΕΔ στελέχη που ενεπλάκησαν στην Ergenekon, οδήγησε στις παραιτήσεις των τεσσάρων Αρχηγών. Παραιτήθηκαν γιατί, από τη μια, δεν ήθελαν να ενδώσουν στους πολιτικούς, και από την άλλη, για να μην καταστούν συνυπεύθυνοι στη θυματοποίηση συναδέλφων. Η αντικατάσταση τους με άλλους στρατιωτικούς της εμπιστοσύνης του Ερντογάν ήταν φυσιολογική.

Αντίθετα με το τι προσδοκούσαν οι παραιτηθέντες, δεν υπήρξε ούτε κρίση, ούτε έντονες αντιδράσεις εντός των Ενόπλων Δυνάμεων και στο πολιτικό στερέωμα, ώστε να ανατραπούν τα σχέδια των κυβερνώντων, όπως θα συνέβαινε σε άλλες εποχές. Αυτό ίσως να σημαίνει ότι άρχισε να γίνεται κουλτούρα και στην Τουρκία η αποδοχή υποταγής των στρατιωτικών στην εκλεγμένη πολιτική ηγεσία, στο πρότυπο των δυτικών κοινωνιών.

Βέβαια είναι πρόωρο να εξαχθεί το οριστικό συμπέρασμα ότι η εξέλιξη αυτή, αν και πολύ σημαντική, σημαίνει το τέλος της κυριαρχίας των στρατιωτικών. Η επιρροή τους είναι βαθειά ριζωμένη σε όλες τις βαθμίδες των ΤΕΔ και γενικότερα στην τουρκική κοινωνία. Ούτε και μπορεί, τουλάχιστο επί του παρόντος, η κυβέρνηση να συγκρουστεί μαζί τους και να τους παραμερίσει από το να έχουν βαρύνουσα άποψη – ίσως και πρώτο λόγο - όπως και πριν στα θέματα ασφάλειας της χώρας.

Στο διεθνές πολιτικό περιβάλλον η Τουρκία ούτως ή άλλως διαδραματίζει ρόλο περιφερειακής δύναμης –κάτι που της επιβάλλει το δημογραφικό, οικονομικό και στρατιωτικό εκτόπισμα και η ισχύς της, καθώς και η γεωγραφία και οι εξελίξεις στον περίγυρο της. Πρόκειται για δεδομένα που ωθούν την Τουρκία στην κατεύθυνση μιας πιο ανεξάρτητης από την Ουάσιγκτον και την Ευρώπη εξωτερικής πολιτικής, πιο φιλόδοξης και διεκδικητικής, που εκ των πραγμάτων θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την τύχη των στρατιωτικών.

Το ίδιο ισχύει σε μεγάλο βαθμό και στο Κυπριακό. Παρά το ό,τι θα έβλεπε κανείς θετικά τον εξευρωπαϊσμό της Τουρκίας και στην προκειμένη περίπτωση τη σημαντική αλλαγή στο συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των πολιτικών, ωστόσο οι αντιλήψεις των κυβερνώντων δεν διαφέρουν από εκείνες των στρατηγών για τη σημασία της Κύπρου για την ασφάλεια της χώρας, αν και στο Κυπριακό η κυβέρνηση Ερντογάν θέλει να παρουσιάζεται κάπως πιο ευέλικτη διεθνώς. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ανεξάρτητα από τις διαμορφούμενες σχέσεις στρατιωτικών και πολιτικών, με την ανάπτυξη της χώρας ως ισχυρής περιφερειακής δύναμης και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αδυναμίας της να κατοχυρώσει την ασφάλεια των μελών της, το διαπραγματευτικό τοπίο στο Κυπριακό θα ευνοεί ολοένα και περισσότερο το τουρκικό στοιχείο.

Τέλος, ενόσω υπάρχει σταθερότητα στην Τουρκία και η κυβέρνηση Ερντογάν παραμένει ισχυρή, ο συσχετισμός δυνάμεων στην πάλη ισχύος με τους στρατιωτικούς θα την ευνοεί. Είναι δύσκολο όμως να προβλέψει κανείς πώς το θέμα των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων θα εξελιχθεί ή αν το Κουρδικό πρόβλημα θα οδηγήσει σε νέα μεγάλης κλίμακας σύγκρουση και αιματοχυσία και αν κάποια κρίση στην περιοχή, που επηρεάζει την ασφάλεια της χώρας, τελικά θα επαναφέρουν στο προσκήνιο τους στρατηγούς.
1/08/2011

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 2011

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

ΚΕΝΤΡΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ
Ανάλυση Άριστου Αριστοτέλους


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αξιόλογες χερσαίες δυνάμεις, λαμβανομένων υπόψη των μικρών μεγεθών της. Ωστόσο οι εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες και πόροι που διαθέτει σε σύγκριση με την τουρκική πλευρά, η μικρή έκταση εδάφους – χωρίς βάθος - για να αμυνθεί και η εγγύτητα της Τουρκία στο νησί, σε αντίθεση με την Ελλάδα, αποτελούν τις σημαντικότερες μόνιμες αδυναμίες της κυπριακής άμυνας. Επιχειρησιακά τα μεγάλα κενά και η τρωτότητά της άμυνας της βρίσκονται στον αέρα και τη θάλασσα, όπου η Τουρκία ένεκα της σημαντικής στρατιωτικής της ισχύος έχει σχεδόν πλήρη υπεροχή.


Οι διαπιστώσεις αυτές επιβάλλουν παράλληλα με την προσπάθεια διατήρησης αυξημένης επιχειρησιακής ικανότητας των χερσαίων δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς (Ε.Φ.), τη μεγαλύτερη δυνατή συμπλήρωση των κενών στην αντιαεροπορική άμυνα και στην αντιμετώπιση της ναυτικής απειλής. Ιδιαίτερη σημασία προσλαμβάνει επίσης η ενίσχυση των αεροπορικών και ναυτικών δυνατοτήτων, καθώς και των αρμόδιων συντονιστικών φορέων, για την αντιμετώπιση πιθανής κρίσης ή θερμού επεισοδίου και την εξασφάλιση των ζωτικών εναέριων και θαλάσσιων συμφερόντων της Δημοκρατίας. Σε στρατηγικό επίπεδο επιβάλλεται η περαιτέρω αξιοποίηση της στρατιωτικής συνεργασίας με την Ελλάδα και η αύξηση του επιχειρησιακού κόστους για τον αντίπαλο, πρακτική που ακολουθείται σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο και από άλλα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην αντιμετώπιση κοινών απειλών τις οποίες η Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας αδυνατεί να καλύψει.

Η μεγάλη πίεση που ασκείται στα δημόσια οικονομικά και στις αμυντικές δαπάνες ένεκα της οικονομικής κρίσης - ενώ δεν πρέπει να αδρανοποιεί τα εξοπλιστικά προγράμματα ενόσω τα κατοχικά στρατεύματα βρίσκονται στο νησί – καθιστά επιτακτική την ανάγκη αξιοποίησης σύγχρονων μεθόδων διοίκησης, οι οποίες ταυτόχρονα με την εξοικονόμηση πόρων, να αυξάνουν την ευελιξία, αποδοτικότητα και επιχειρησιακή ικανότητα της Ε.Φ.

Η υποκίνηση του ανθρώπινου δυναμικού, η ανύψωση του φρονήματος και του ηθικού των στελεχών και των κληρωτών, όπως και η συστηματική εκπαίδευση και επιμόρφωση είναι επιβαλλόμενες ενέργειες για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της Ε.Φ.. Οι δράσεις αυτές είναι συνυφασμένες με τους στόχους της αμυντικής πολιτικής, καθώς και την ανάγκη επίλυσης τρεχουσών και άλλων χρονιζόντων προβλημάτων των επαγγελματιών στρατιωτικών.

Η ύπαρξη της εφεδρείας βελτιώνει αισθητά τους συσχετισμούς δυνάμεων με την αντίπαλη πλευρά, γεγονός που υπογραμμίζει και την ανάγκη αποτελεσματικής αξιοποίησης της. Η ενίσχυση του αξιόμαχου της εφεδρείας, που αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της κυπριακής άμυνας, είναι απαραίτητη προϋπόθεση σε οποιοδήποτε προγραμματισμό μείωσης της θητείας, όπως και η υλοποίηση του προγράμματος αναδιοργάνωσης της Ε.Φ., εξασφάλισης των αναγκαίων εξοπλιστικών μέσων και προώθησης του θεσμού των επαγγελματιών στρατιωτών.

Ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας με τον Περί Εθνικής Φρουράς Νόμο, που προώθησε το υπουργείο Άμυνας προσφάτως, συμβάλλει στη δημιουργία πλαισίου πιο εύρυθμης λειτουργία του αμυντικού συστήματος. Οι πρόνοιες του δημιουργούν δυνατότητες καλύτερης αξιοποίησης και βελτίωσης των λειτουργιών διαφόρων κέντρων διαμόρφωσης και λήψης αποφάσεων στα υψηλότερα στρώματα της ηγεσίας του αμυντικού τομέα, και έπεται ότι θα σφυρηλατηθούν.

Διαπιστώσεις για τα στρατιωτικά στοιχεία του 2011
Τα αριθμητικά στοιχεία στο στρατιωτικό τομέα στις αντίπαλες πλευρές στην Κύπρο το 2011, με εξαίρεση κάποιες πρόσφατες αγορές υλικού από την Ε.Φ., φανερώνουν ότι από το 2002 μέχρι σήμερα οι συσχετισμοί δυνάμεων παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητοι.



Πιο συγκεκριμένα η κατάσταση έχει ως ακολούθως:
Το ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό της Ε.Φ. ανέρχεται γύρω στις 12.000 και οι έφεδροι στις 50.000. Μαζί με τους 950 της ΕΛΔΥΚ, οι δυνάμεις στο στρατόπεδο της Κυπριακής Δημοκρατίας φθάνουν τις 62.950. Η δύναμη των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων παραμένει από το 2002 σταθερά στις 36.000. Μαζί με τους 5.000 Τουρκοκύπριους ενόπλους και τις 26.000 Τουρκοκύπριους εφέδρους ανέρχονται στις 67.000.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για κάθε ένα Εθνοφρουρό αναλογούν τρεις Τούρκοι στρατιώτες. Όσον αφορά στο σύνολο του ανθρώπινου στρατιωτικού δυναμικού στις αντίπαλες πλευρές οι αναλογίες είναι σχεδόν ένας προς ένα, δηλαδή διαφοροποιούνται προς όφελος της κυπριακής πλευράς.

Τα άρματα μάχης στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται στα 179 και εκείνα των κατοχικών στρατευμάτων στα 449 (441Μ-48Α5Τ1/Τ2 και 8 Μ-48 Α2 εκπαιδευτικά). Για κάθε άρμα μάχης της Εθνικής Φρουράς αναλογούν 2.5 τουρκικά. Λαμβανομένων ωστόσο υπόψη και των 61 αρμάτων της ΕΛΔΥΚ η αναλογία μειώνεται σε ένα άρμα της Ε.Φ. για κάθε 1.8 τουρκικά.
Τα τουρκικά άρματα μάχης έχουν εκσυγχρονισθεί και διατηρούνται σε καλή επιχειρησιακή κατάσταση. Για συμπλήρωση του ποιοτικού κενού που είχε δημιουργηθεί, η Κύπρος προχώρησε φέτος στην αντικατάσταση αριθμού ΑΜΧ – 30 με ρωσικά Τ-80U.

Τα Τεθωρακισμένα Οχήματα Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) και Μάχης στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται συνολικά στα 402 και στις κατοχικές δυνάμεις στα 627. Από αυτά τα 361 είναι τουρκικής κατασκευής τύπου ΑΑΡC και τα 266 αμερικανικής τύπου Μ-133.

Αμυντικές δαπάνες
Η Κύπρος το 2010 ήταν η τέταρτη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση με το υψηλότερο ποσοστό από το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ( ΑΕΠ) της που διατέθηκε για την άμυνα (2.0%). Πρώτη ήταν η Ελλάδα με 3.05% και ακολουθούσε το Ηνωμένο Βασίλειο (2.71%) και η Γαλλία (2.05%). Στο διάστημα μεταξύ 2005 – 2011η Κύπρος παρουσιάζεται να έχει διαθέσει για τη άμυνα της περισσότερα από το μέσο όρο των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χώρων ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

(Τα ποσοστά για το 2011 είναι, είτε προϋπολογισθέντα, βάση των προϋπολογισμών για το χρόνο αυτό, είτε προβλεπόμενα).



Πηγές : Τα στοιχεία προέρχονται από ανοικτές και έγκυρες πηγές, προσβάσιμες στο κοινό και περιλαμβάνουν το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών Λονδίνου, το SIPRI, το NATO, τον ΟΑΣΕ, το Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα.


29 Ιουλίου 2011

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Το Δυστύχημα στη Ναυτική Βάση "Ευάγγελος Φλωράκης"

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ


ΣΤΟ ΜΑΡΙ ΝΑ ΕΙΧΕ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ;




Αρκετοί θέτουν το ερώτημα αν το τραγικό δυστύχημα της 11ης Ιουλίου στη ναυτική βάση στο Μαρί θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Βέβαια είναι πολύ εύκολο και ασφαλές να μιλά κανείς και να κρίνει μετά που κάτι έχει συμβεί. Το θέμα είναι κατά πόσο μπορείς να προλάβεις το δυστύχημα πριν εκδηλωθεί.

Αν μετά από την τραγωδία ήταν δυνατό να γύριζε ο χρόνος πίσω, τότε όσοι αναμίχθηκαν στην υπόθεση αυτή, θα είχαν ενεργήσει εντελώς διαφορετικά και το ατυχές γεγονός δεν θα είχε ποτέ συμβεί. Δυστυχώς ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω και όλα αυτά λέγονται εκ των υστέρων. Η πραγματικότητα είναι ότι την ώρα που διαδραματίζονται τα γεγονότα, οι αποφάσεις και οι ενέργειες των εμπλεκομένων υπόκεινται σε περιορισμούς και σε διαφόρου είδους επιδράσεις. Η προσπάθεια αξιοποίησης του χρόνου για καλύτερη εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος στο διεθνές πεδίο και η μη σωστή εκτίμηση και ανάλυση του βαθμού επικινδυνότητας πιθανόν να συνέβαλαν ανάλογα στους χειρισμούς επί του θέματος. Η αναβλητικότητα στον τρόπο λειτουργίας, λήψης και προώθησης αποφάσεων στον κρατικό μηχανισμό, όπως και προβλήματα επικοινωνίας ενδέχεται να είναι στο επίκεντρο των λόγων που οδήγησαν στο τραγικό συμβάν. Είναι μέσα από τη διερεύνηση αυτών των διεργασιών και του ρόλου των εμπλεκομένων μερών που θα αναζητηθούν και οι τυχόν ποινικές και πολιτικές ευθύνες και όχι μέσα από τα γραφεία των πολιτικών κομμάτων που ανάλογα με τις πεποιθήσεις και προκαταλήψεις τους τοποθετούνται δημοσίως.

Τέτοιες λειτουργικές ανεπάρκειες και συμπεριφορές όπως οι πιο πάνω, δεν διακρίνονται από ιδεολογήματα, κομματική προέλευση και χρώμα. Μπορεί να τις διαπιστώσει κανείς ανατρέχοντας σε δυστυχήματα εντός και εκτός Εθνικής Φρουράς (π.χ πτώση ελικοπτέρου Αρχηγού Εθνικής Φρουράς, η συμφορά «Ηλιος» κ.λπ). Θα τα εντοπίσει σε υποθέσεις της τελευταίας δεκαετίας που, είτε έχουν λυθεί, όπως για παράδειγμα η απρονοησία στο θέμα της λειψυδρίας το 2007, είτε σε άλλα ζητήματα που παραμένουν εκκρεμή από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, αρχές της δεκαετίας του 2000. Ως τέτοια είναι το θέμα του αποτεφρωτήρα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, της έλευσης φυσικού αερίου στην Κύπρο και η εκκρεμότητα γύρω από την αγορά και τη μη λειτουργία του συστήματος εναέρια κυκλοφορίας «Λεύκο». Πρόκειται για προβλήματα που ταλανίζουν ακόμη το κυπριακό δημόσιο και καταβάλλονται προσπάθειες από μέρους της κυβέρνηση, η οποία τα κληρονόμησε, για να δοθούν οριστικές λύσεις.

Συνεπώς λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η απάντηση στο ερώτημα είναι απλή: Ναι τόσο το συγκεκριμένο συμβάν όσο και άλλα που έγιναν στο παρελθόν, πιθανότατα να είχαν αποφευχθεί, αν γινόταν σωστή αξιολόγηση των κινδύνων, αν εφαρμόζονταν πιστά οι διαδικασίες αντιμετώπισής των και αν σαν πολιτεία, σαν κυβερνήσεις, σαν πολιτικά κόμματα και σαν κρατικοί φορείς παραμερίζαμε όλες τις προαναφερθείσες δυσλειτουργίες και νοοτροπίες και ιεραρχούσαμε την ασφάλεια στην πράξη ως πρώτη επιλογή.




Δρ Άριστος Αριστοτέλους




18.07.2011







Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΕΕ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2012

ΠΡΟΤΕΡΑΙΤΟΤΗΤΕΣ
ΠΟΛΩΝΙΚΗΣ
ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους
Πρώην Βουλευτή,
Ειδικού σε θέματα στρατηγικής

Η ανάληψη της εξάμηνης προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) από τη Βαρσοβία πριν λίγες μέρες, είναι ενδιαφέρον πως θα εξελιχθεί και ποιες προτεραιότητες θα μπορέσει τελικά να προωθήσει κάτω από τις δύσκολες συνθήκες που υπάρχουν στην Ευρώπη και την οικονομική κρίση που διέρχεται. Η παρακολούθηση και μελέτη των εξελίξεων γύρω από την πολωνική προεδρία είναι του άμεσου ενδιαφέροντος της Κύπρου που θα προεδρεύσει της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του χρόνου που ακολουθεί.

Η πολωνική προεδρία της ΕΕ, όπως και οι δύο τελευταίες του Βελγίου και της Ουγγαρίας είναι βασικά μειωμένη σε σημασία από ό, τι προηγουμένως. Από την 1η του Γενάρη του 2010, που τέθηκε σε εφαρμογή η Συνθήκης της Λισαβόνας και δημιουργήθηκε ο μόνιμος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ένωσης, η εναλλασσόμενη προεδρία μεταξύ των χωρών μελών υπόκεινται σε επικαλύψεις και σε κάποιο βαθμό έχει επισκιασθεί. Την ίδια ώρα η διαχείριση της κρίσης στη ζώνη του ευρώ έχει ωθήσει μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία σε διεργασίες που σε ορισμένες περιπτώσεις παραμέρισαν ακόμη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η πολωνική προεδρία βέβαια έχει θέσει τις προτεραιότητες της: Καλύτερη συνεργασία και συνοχή των μελών της Ε.Ε, οικονομική ανάπυξκη, ισχυρή Ένωση και περαιτέρω ολοκλήρωση, όχι Ευρώπη δύο ταχυτήτων, ενίσχυση των σχέσεων με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, μεγαλύτερη αλληλεγγύη προς τα κράτη της κεντρικής Ευρώπης στους τομείς της ασφάλειας και άμυνας και απεξάρτηση στο θέμα της ενέργειας από το εξωτερικό ( εννοεί τη Ρωσία, την επιρροή της οποίας η Βαρσοβία βλέπει με ανησυχία , κυρίως για ιστορικούς λόγους, να αναπτύσσεται στην περιοχή).

Στην προώθηση των θεμάτων αυτών η πολωνική προεδρία, όπως και αυτές της Δανίας και της Κύπρου, που θα ακολουθήσουν το 2012, έχει να αντιμετωπίσει ορισμένες από τις σοβαρότερες μέχρι σήμερα προκλήσεις στην ΕΕ. Το σοβαρότερο είναι ότι η Ένωση υπόκεινται σε δοκιμασία αντοχής (stress test) όσον αφορά το ευρώ, τη Σιέγκεν, την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας και την πολιτική γειτονίας, που είναι θέματα με βασανιστικά ερωτήματα, πλείστα από τα οποία οι ευρωπαίοι εταίροι θα παιδεύονται πολύ ακόμη για να απαντήσουν. Άλλος περιορισμός είναι ότι περίπου το 85% των θεμάτων που θα χειριστεί η Πολωνία, όπως και οι επόμενες χώρες που θα προεδρεύσουν της ΕΕ, είναι κληρονομιά από προηγούμενες προεδρίες και μόνο το 5% θα αφορά τα ζητήματα που η ίδια έχει ιεραρχήσει για να προωθήσει. Επιπλέον δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι το εξάμηνο αυτό της πολωνικής προεδρίας, φέτος, και της κυπριακής, τον επόμενο χρόνο, είναι περίοδος μακρών διακοπών ένεκα του θέρους και των εορτασμών των Χριστογέννων, οπότε και οι μηχανισμοί της ΕΕ στις Βρυξέλλες είναι μειωμένης απόδοσης για αρκετό μέρος του Ιουλίου, του Αυγούστου και του Δεκεμβρίου. Επίσης οι εθνικές εκλογές στην Πολωνία τον Οκτώβριο και οι προεδρικές εκλογές στην Κύπρο το Φεβρουάριο του 2013 σίγουρα θα απορροφήσουν - σε μεγαλύτερο βαθμό, στην πρώτη περίπτωση, και ίσως σε λιγότερο, στη δεύτερη - τη προσοχή της πολιτικής ζωής στο εσωτερικό, γεγονός που επιβάλλει στους διοργανωτές να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ώστε αυτό να μην αποβεί σε βάρος της προεδρίας τους.

Η Πολωνία ωστόσο δεν είναι μια οποιαδήποτε χώρα μέλος της ΕΕ. Είναι η μεγαλύτερη γεωγραφικά και οικονομικά από τις πρώην σοσιαλιστικές που ενταχθήκαν στην Ένωση και θεωρεί τον εαυτό της όχι απλώς ως περιφερειακή δύναμη στην κεντρική Ευρώπη, αλλά και ως μια από της ηγέτιδες χώρες της ΕΕ. Αισθάνεται πως μια χώρα του εκτοπίσματος και της υπόστασης της μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις της διοργάνωσης και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση προβλημάτων, καθώς και στην προώθηση θεμάτων της Ένωσης. Η Βαρσοβία περίμενε από το 2004, που έγινε μέλος της Ένωσης, την ανάληψη της προεδρίας και δεν πρόκειται να παραμερίσει τους στόχους της ένεκα ιδρυματικών αλλαγών της Συνθήκης της Λισαβόνας και περιορισμών.

Έχει ήδη κάνει έκδηλη την πρόθεσή της να αξιοποιήσει τη θητεία της για να επηρεάσει την ΕΕ οικονομικά και στρατιωτικά, με βάση εθνικές της προτεραιότητες. Καταρχήν και για καλύτερη αξιοποίηση του χρόνου της θητείας της και επειδή η ίδια δεν ανήκει ακόμη στη ζώνη του ευρώ, τα προβλήματα της ευρωζώνης θα τα αφήσει μάλλον να τα διαχειριστούν τα κράτη μέλη που ανήκουν στο χώρο αυτό. Η ίδια θα δώσει έμφαση σε ζητήματα όπως ο προϋπολογισμός 2014 – 2020 και ιδιαίτερα το Ταμείο Συνοχής, από το οποίο η Πολωνία όπως και άλλες φτωχότερες χώρες ωφελείται με πολλά εκατομμύρια ευρώ, γι αυτό και αντιτίθεται σε οποιεσδήποτε περικοπές. Στα πλαίσια της πολιτικής της γειτονίας, θα προωθήσει με ιδιαίτερο ζήλο την ενίσχυση των σχέσεων της ΕΕ με χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (ευνοεί την ένταξης της Ουκρανία στην Ένωση, αλλά και οι Βρυξέλλες δεν μπορούν να αγνοήσουν τη στάση της Ρωσίας) ελπίζοντας ότι μέσα από μια επιτυχία στο θέμα αυτό θα τονώσει ταυτόχρονα και το κύρος της διεθνώς. Θα θέσει θέμα εμβάθυνσης των σχέσεων ΕΕ – ΝΑΤΟ και διαμόρφωσης ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής που θα στοχεύει στην προστασία των κρατών της κεντρικής Ευρώπης από εξωτερικές απειλές όπως η ίδια τις αντιλαμβάνεται και αξιολογεί – πράγμα που είναι δύσκολο να επιτευχθεί λαμβανομένων υπόψη των αποκλήσεων που υπάρχουν σ'αυτά τα ζητήματα από μέρους του συνόλου των χωρών μελών. Πρόθεση της βασικά μέσα από τις διεργασίες αυτές είναι μεταξύ άλλων να δοκιμάσει τη στάση και το ενδιαφέρον κυρίως της Βόννης και του Παρισιού και την αλληλεγγύη τους έναντι των προβλημάτων και των ανησυχιών των κρατών της ομάδας Βίζεγκραντ (Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία) της οποίας προβάλλει ως ηγέτιδα δύναμη, καθώς και των φτωχότερων χωρών στην περιφέρεια της ΕΕ.

Όλα τα ανωτέρω δεδομένα, περιοριστικά στοιχεία και προβληματισμοί θα πρέπει ασφαλώς να παρακολουθούνται και λαμβάνονται υπόψη από τη Λευκωσία, τόσο στη διαμόρφωση όσο και στη ρεαλιστική ιεράρχηση των προτεραιοτήτων που έχουν τεθεί. Αυτό επιβάλλει η ανάγκη για καλύτερη προώθηση των εθνικών συμφερόντων, καθώς και η προσπάθεια δημιουργίας καλής εικόνας της Κύπρου στο εξωτερικών από μια πετυχημένη προεδρία της ΕΕ. Αυτό το στόχο έχουν καθήκον και υποχρέωση όλες οι πολιτικές δυνάμεις και η δημόσια υπηρεσία να εργαστούν στενά με την κυβέρνηση για να τον επιτύχουν.










8/7/2011

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥΡΚΙΑ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ - ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Του δρα Άριστου Αριστοτέλους



Με το πέρας των εκλογών της περασμένης Κυριακής στην Τουρκία, το κυβερνών ισλαμικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) και ο πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν, έχουν ενώπιον τους μια σειρά κρίσιμων προβλημάτων τα οποία θα πρέπει να χειριστούν. Η επίδραση των εσωτερικών προβλημάτων στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και ιδιαίτερα στη γύρω περιοχή, καθώς και στις σχέσεις Άγκυρας με άλλους διεθνείς δρώντες και στο Κυπριακό, είναι καθ’ όλα δυνατή.


Καταρχήν oι εκλογές κατέδειξαν για ακόμη μια φορά τη βαθειά διαίρεση που υπάρχει στο πολιτικό και κοινωνικό τοπίο στην Τουρκία, καθώς και τη συνεχιζόμενη πάλη επικράτησης και ισχύος μεταξύ ισλαμιστών και κεμαλιστών ( κοσμικών ). Από την άνοδο του ΚΔΑ στην εξουσία, οι στρατιωτικοί - οι καθ’ ύλην θεματοφύλακες του κοσμικού κράτους – βρίσκονται συχνά σε συνεχή άμυνα. Η σύγκρουση όμως συνεχίζεται σε όλους τους τομείς και οι κοσμικοί και οι στρατηγοί, στην ανώμαλη αυτή διαδρομή περιμένουν τους ισλαμιστές στη στροφή.



Εκτός από την οικονομία, που βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα της ύφεσης και τη λήψη αντιλαϊκών μέτρων, από τα πρώτα πολύ μεγάλα ζητήματα στη μετεκλογική πάλη ισχύος, που θα απασχολήσουν τη χώρα, είναι η προώθηση των διακηρύξεων του Ερντογάν για συνταγματικές αλλαγές. Πρόκειται για ρυθμίσεις που αφαιρούν προνόμια από το ανώτατο δικαστήριο - όπου κυριαρχούν οι κοσμικοί - ενισχύουν τις εξουσίες του προέδρου και αποψιλώνουν περαιτέρω τους στρατιωτικούς.


Ωστόσο, όσον αφορά τουλάχιστον τις συνταγματικές αλλαγές, η κατανομή των εδρών στη βουλή, είναι τέτοια που επιβάλλει στον ΚΔΑ να επιδιώξει συγκλίσεις και συμβιβασμούς με αντιπολιτευόμενες δυνάμεις για να επιτύχει το στόχο αυτό. Δεδομένου του διακυβεύματος των επαφών, τέτοιες συγκλήσεις αν επιτευχθούν, θα σημαίνουν σημαντικές παραχωρήσεις και κόστος για την κυβέρνηση με πιθανές επιπτώσεις στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική.




Επιπλέον το ενδεχόμενο ενός νέου κύκλου αιματοχυσίας - αν δεν ικανοποιηθούν αιτήματα που ήδη έχει θέσει ο φυλακισμένος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν, Αμπντουλάχ Οτσαλάν - παράλληλα με αρνητικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία, θα μπορούσε να σύρει τη χώρα σε περιπέτειες και χαώδεις καταστάσεις, φέρνοντας και πάλι στο προσκήνιο τους στρατηγούς.



Από την άλλη, στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, υπάρχει πλειάδα θεμάτων με σοβαρές προκλήσεις για την Τουρκία. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται οι ασταθείς και αστάθμητες επιπτώσεις της Αραβικής Άνοιξης, τα ιρανικά σχέδια για πλήρωση του κενού ισχύος που δημιουργεί στο Ιράκ η αποχώρηση των Αμερικανών, η αναδυόμενη ρωσική επιρροή και ο ανταγωνισμό με την Αίγυπτο για την ηγεσία στην περιοχή. Η δε εξωτερική πολιτική της Τουρκίας για μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές της έχει επί του παρόντος εκφυλισθεί, αφού ανοικτά μέτωπα συνεχίζουν να υπάρχουν με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αρμενία, το Ισραήλ και πιθανό με την Συρία όπου οι σχέσεις τους τελευταίως περπατούν σε τεντωμένο σχοινί. Το βασικό ερώτημα λοιπόν για την κυβέρνηση της χώρας είναι κατά πόσο θα μπορέσει να αρθεί υπεράνω των εσωτερικών της προβλημάτων και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις αυτές.



Για να επιτευχθεί αυτό, η κυβέρνηση Ερντογάν απαιτείται να έχει τις λιγότερο δυνατές παρενοχλήσεις από το εσωτερικό. Οι ενδείξεις είναι ότι υπό το πρίσμα των σοβαρών εσωτερικών προβλημάτων, η Τουρκία στην εξωτερική της πολιτική, ναι μεν αναμένεται να συνεχίσει να λειτουργεί ως αναδυόμενη μεγάλη δύναμη, αλλά θα είναι και αρκετά τρωτή. Επίσης οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ θα συνεχίσουν να διακρίνονται από στοιχεία συνεργασίας αλλά και ουσιαστικών διαφορών και έντασης σε επί μέρους ζητήματα όπως η συνεργασία της Άγκυρας με το Ιράν και το Μεσανατολικό. Σε ό, τι αφορά τα ελληνοτουρκικά και την Κύπρο, ιδιαίτερα με την επικρατούσα κρίσιμη κατάσταση στο εσωτερικό, φαίνεται απομακρυσμένο το ενδεχόμενο, είτε ουσιαστικότερης βελτίωσης των σχέσεων στο άμεσο μέλλον με την Ελλάδα, είτε της λήψης θαρραλέων αποφάσεων για σεβασμό του πρωτοκόλλου της Άγκυρα και για υποχωρήσεις και σύντομη λύση στο Κυπριακό.













































16.06.2011























Τρίτη 19 Απριλίου 2011

ΑΠΟΤΕΛΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ

ΛΙΒΥΚΗ ΚΡΙΣΗ: ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ

ΤΑ ΔΥΣΚΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους



Καθώς η εφαρμογή της απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για επιβολή Απαγορευμένης Ζώνης Πτήσεων (AΖΠ) στη Λιβύη έχει επιτευχθεί, ένας από τους επί μέρους στόχους ορισμένων δυτικών δυνάμεων, κυρίως της Βρετανίας και της Γαλλίας, για ανατροπή του Καντάφι παραμένει αμφίβολο πότε και αν θα υλοποιηθεί. Αυτό ωστόσο που φαίνεται να υφίσταται είναι η αποτελμάτωση στο πολεμικό πεδίο, ενώ οι προβαλλόμενες πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές δημιουργούν κρίσιμα διλήμματα στους εμπλεκομένους και στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).


Η αποτελεσματική εφαρμογή της ΑΖΠ και η προστασία των αμάχων που ήταν το ζητούμενο του ψηφίσματος του ΟΗΕ, υλοποιείται με επιθέσεις και εξουδετέρωση έμψυχου και άψυχου στρατιωτικού υλικού και με σφυροκόπημα θέσεων των καθεστωτικών του Καντάφι. Δεν πέτυχαν όμως να ανατρέψουνι άρδην τους συσχετισμούς δυνάμεων προς όφελος τους αντικαθεστωτικούς, οι οποίοι παραμένουν ένα ανεπαρκές και αναποτελεσματικό σύνολο, ενώ οι Κανταφικοί σε στρατιωτικά μέσα συνεχίζουν να έχουν υπεροχή. Το αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής είναι ο Καντάφι να έχει τον έλεγχο των δυτικών περιοχών και οι αντικαθεστωτικοί, που είναι ασαφές ποια η πραγματική τους ταυτότητα και τι εκπροσωπούν, υποβοηθούμενοι από την αεροπορία των δυνάμεων του συνασπισμού, να ελέγχουν μέρος του βορειοανατολικού τμήματος της χώρας. Τα δεδομένα στο στρατιωτικό τομέα και η γεωγραφία – η μεγάλη έκταση και η έρημος που μεσολαβεί μεταξύ των προωθημένων δυνάμεων των αντιπάλων πλευρών – καθιστούν δύσκολη την αποτελεσματική λογισμική στήριξη, τον ανεφοδιασμό και ενίσχυση των αντιμαχομένων, περιορίζοντας τις δυνατότητες τους για αποφασιστική στρατιωτική δράση ή ανατροπή στο πεδίο της μάχης. Υπό τις συνθήκες, ένας κεντρικός στόχος των ηγετικών δυνάμεων του συνασπισμού των χωρών στην επιχείρηση αυτή – Γαλλίας και Βρετανίας - που ήταν η ανατροπή του καθεστώτος Καντάφι, δεν έχει επιτευχθεί ούτε από τις εναέριες τους επιθέσεις αλλά ούτε και από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των αντικαθεστωτικών.



Η κατάσταση στο πολεμικό πεδίο φαίνεται να έχει αποτελματωθεί. Εάν λοιπόν οι αντικαθεστωτικοί ή οι δυτικές δυνάμεις, δεν επιτύχουν με κάποιο τρόπο, είτε να εξοντώσουν τον Καντάφι είτε να επιφέρουν αλλαγή στο καθεστώς, η Λιβύη θα παραμείνει, στο διάστημα αυτό, χωρισμένη στα δύο. Αλλά αυτή η κατάσταση πραγμάτων δε μπορεί να θεωρηθεί ούτε μόνιμη, ούτε και πολύ ευνοϊκή για τις δυτικές και άλλες δυνάμεις που εμπλέκονται στις επιχειρήσεις, γιατί προϋποθέτει τη συνέχιση της εμπλοκής τους στη λιβυκή κρίση και τη διάθεση πολύτιμων οικονομικών πόρων προς την κατεύθυνση αυτή και ενδεχόμενα επιπτώσεις στην εσωτερική τους πολιτική.



Τα διλήμματα και τα ερώτημα για το τι ακολουθεί είναι πραγματικά. Γίνεται λόγος για πιθανή κατάπαυση του πυρός, αλλά υπό ποιους όρους αυτή θα επιβληθεί, ώστε να είναι αποδεκτή από όλες τις εμπλεκόμενους πλευρές και μη; Επίσης αν οι δυνάμεις του συνασπισμού, τη ελλείψει εναλλακτικής δράσης, θεωρήσουν την αποτελμάτωση που επικρατεί ως αποδεκτή ή υποφερτή λύση επί του παρόντος, πώς θα αντιδράσουν οι αντικαθεστωτικοί στην κατάσταση αυτή; Υπάρχουν βέβαια και εισηγήσεις για διεύρυνση της αποστολής των δυνάμεων στη Λιβύη, με την ανάληψη στρατιωτικής δράσης επί του εδάφους (με συγκαλυμμένο στόχο βέβαια την ανατροπή του καθεστώτος). Όμως πόσο αποδεκτές είναι τέτοιες εξαιρετικά κρίσιμες επιλογές από τους εμπλεκομένους και από τις λοιπές χώρες της ΕΕ ή και τις ΗΠΑ; Ασφαλώς πρόκειται για πολύ σοβαρό ζήτημα με πολλές επιπτώσεις, που βασικά ξεφεύγει και από το ψήφισμα του ΟΗΕ αλλά και που αποτελεί πρόκληση για την ΚΕΠΠΑ της ΕΕ, όπου είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν συγκλήσεις. Οι επιλογές λοιπόν αυτών που αναμείχθηκαν ενεργά στις επιχειρήσεις είναι δύσκολες και η κυπριακή διπλωματία καλά κάνει που είναι προσεκτική και μελετημένη σε όλες τις κινήσεις, γιατί τώρα μάλλον αρχίζουν τα πιο δύσκολα για την Ευρώπη στη λιβυκή κρίση.