Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΣΡΑΗΛ

"ΑΝΤΙΒΑΡΟ" ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΡΡΟΗ;..


Του Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή του ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η επίσκεψη του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου στην Αθήνα λίγες μέρες μετά την κάθοδο Παπανδρέου στο Τελ Αβίβ, εν μέσω γεωπολιτικών τάσεων σε συνάρτηση με την αναδυόμενη Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη, καθώς και τη χειροτέρευση των σχέσεων της με το Ισραήλ, οδηγεί σε διάφορους συλλογισμούς για τις στοχεύσεις των δύο χωρών. Η άποψη όμως περί δημιουργίας «άξονα» ή γεωστρατηγικού αντίβαρου απέναντι στην Τουρκία είναι υπερβολική.

Για τους Ισραηλινούς κάποια συμφέροντα τους την περίοδο αυτή έναντι της Τουρκίας συμπίπτουν με ελληνικά, επιτρέποντας μια τέτοια συνεργασία να προωθηθεί. Βέβαια μέχρι τελευταίως για το Ισραήλ η ισλαμική Τουρκία ήταν στρατηγικός σύμμαχος κι ένας τίμιο μεσολαβητή στο Μεσανατολικό, δεδομένων και των σχέσεων της με Άραβες και Παλαιστινίους. Ωστόσο, η αρνητική τροπή στις σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας και οι αναπτυσσόμενες σχέσεις της με το Ιράν άρχισαν να αποτελούν πηγή προβληματισμού για τους Ισραηλίτες στην περιοχή.

Η επίσκεψη Νεατανιάχου στην Αθήνα μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια διεξόδου για το Ισραήλ από την κατάσταση αυτή και αξιοποίησης κοινών ανησυχιών για διαμόρφωση στρατηγικών έναντι της Τουρκία. Κοινός στόχος η δημιουργία στρατηγικού αντίβαρου για έλεγχο της αναπτυσσόμενη επιρροή της τουρκικής πλευράς, πιστεύοντας έτσι ότι επιτυγχάνεται, από τη μια, κάποια αποδυνάμωση της, το οποίο ενδιαφέρει την Ελλάδα και, από την άλλη, μετατόπιση των ενεργειών της εκτός Μέσης Ανατολής, που αφορά το Ισραήλ

Η σχέση αυτή όντως ενδιαφέρει την ελληνική εξωτερική πολιτική απέναντι σε μια αυξανόμενη σε σημασία Τουρκία. Εξ ου και κατά την επίσκεψη Ερντογάν στην Αθήνα του προτάθηκε αμοιβαία μείωση εξοπλισμών, πράγμα ιδιαίτερα επιθυμητό για τη Ελλάδα εν όψει και της οικονομικής κρίσης. Όχι όμως και για την Τουρκία που θέλει να διατηρεί ευνοϊκό για την ίδια συσχετισμό δυνάμεων με την Ελλάδα ώστε απερίσπαστα να επιδίδεται στη διεύρυνση της επιρροής της στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή. Γι αυτό και η ανάπτυξη σχέσεων της Αθήνας με το Ισραήλ θα μπορούσε να εκληφθεί ότι εκπέμπει μήνυμα προς την Άγκυρα ότι δεν μπορεί να έχει τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζει και ότι η Ελλάδα έχει και άλλες επιλογές όταν χρειαστεί.

Βέβαια τα δεδομένα μπορεί να επιτρέπουν σήμερα στην Ελλάδα και το Ισραήλ την ανάπτυξη τέτοιων σχέσεων. Όμως όσον αφορά την προοπτική και την αποτελεσματικότητας τους δεν μπορεί κανείς να υπερβάλλει. Πρώτο, γιατί οι σχέσεις της Αθήνα με την Άγκυρα δεν έχουν την ίδια ένταση που είχαν μέχρι τη δεκαετία του 1990 αρχές του 2000, παρόλο που οι διαφορές στο Αιγαίο και το Κυπριακό συνεχίζουν να αποτελούν σημείο τριβής και πιθανής κρίσης. Δεύτερο, η παραδοσιακά φιλοαραβική και φιλοπαλαιστινιακή στάση της Ελλάδας καθιστά μια «συμμαχία» με το «επιθετικό» Ισραήλ πολύ λεπτή υπόθεση όχι μόνο για τις εξωτερικές υποθέσεις της χώρας αλλά και για την εσωτερική της πολιτική. Τρίτο, η γεωγραφική της θέση και το στρατιωτικό εκτόπισμα της χώρας δεν μπορούν να αποτελέσουν για του Αμερικανούς και του Ισραηλινούς, υποκατάστατο της Τουρκίας στην Μέση Ανατολή – πλην της κάποιας βαρύτητας που θα μπορούσε να έχει ως χώρα μέλος της Ε.Ε και των καλών σχέσεων της στην περιοχή.

Συμπερασματικά, σημειώνονται τα εξής: Η χειροτέρευση των σχέσεων της Άγκυρας - Ισραήλ μπορεί να έχει κάποιες αρνητικές επιδράσεις για την Τουρκία σε θέματα όπως το Κουρδικό ή την προμήθεια ισραηλινού οπλισμού. Η σύναψη στρατηγικών σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ μπορεί να είναι κίνηση αντιπερισπασμού που δεν μπορεί η Άγκυρα να αγνοήσεις παντελώς. Όμως με βάση τα δεδομένα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, το αντίβαρο αυτό, πάρα την κάποια χρησιμότητα του, δεν μπορεί να είναι, ούτε ουσιαστικό εργαλείο στα χέρια των Ελλήνων, αλλά ούτε και σοβαρός μοχλός μετατόπιση του ενδιαφέροντος της Τουρκίας και της δραστηριότητας της στο Αιγαίο από τη Μέση Ανατολή, που προφανώς είναι επιθυμία του Ισραήλ.





18.08.2010













Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ 2010


Συμπεράσματα - Διαπιστώσεις


ΤΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΔΕΔΟΜΕΝΑ


ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 2000 -2010


Ανάλυση Άριστου Αριστοτέλους


Από το 2002 που οι Τούρκοι προέβησαν σε ουσιαστική και άνευ προηγουμένου αύξηση των δυνάμεων τους , οι στρατιωτικές δυνάμεις των αντιπάλων πλευρών στον κυπριακό χώρο – Εθνική Φρουρά, ΕΛΔΥΚ, Τουρκικά Στρατεύματα και Τουρκοκυπριακές Στρατιωτικές Δυνάμεις – βασικά παραμένουν αριθμητικά αμετάβλητες μέχρι σήμερα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις στα κατεχόμενα αντικαθιστούσαν, επιδιόρθωναν ή ανανέωναν κατά διαστήματα μέρος του εξοπλισμού τους. Η τουρκική πλευρά διατηρεί σε υψηλά επίπεδα ικανοτήτων τα στρατεύματα της στην Κύπρο. Είναι σε θέση στρατιωτικά να αποκλείσει από θάλασσα και αέρα την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία υστερεί σημαντικά σ’ αυτούς τους τομείς. Η Τουρκία έχει δυνατότητα πλήρους αεροπορικής και ναυτικής κάλυψης, υποστήριξης και ταχείας ενίσχυσης των δυνάμεων της στο νησίαπό βάσεις και εγκαταστάσεις στο έδαφός της.


Με την κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού και το στρατιωτικό δυναμικό που διαθέτει, καθώς και με τις αεροπορικές και ναυτικές της δυνάμεις, η Τουρκία δύναται να έχει σχεδόν πλήρη στρατηγικό έλεγχο επί της Κύπρου. Επίσης, ένεκα του εκτοπίσματός της, της εγγύτητας της και των σχέσεων της, δύναται να ασκήσει διάφορου βαθμού επιρροή σε οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Σ’ αυτό το ρόλο βέβαια που η Άγκυρα επιδιώκει να διαδραματίσει δεν μπορεί να αγνοήσει πιθανόν ανταγωνισμό με δυνάμεις όπως το Ιράν και η Αίγυπτος.


Η προγραμματισμένη ενίσχυση του στόλου της Τουρκίας με φρεγάτες και υποβρύχια στα επόμενα χρόνια όπως και με μεταγωγικά αεροσκάφη θα ενισχύσει περαιτέρω την εμβέλεια δράσης και την αποτελεσματικότητα των δυνάμεων της στην περιοχή και πέραν από αυτή. Ο κομβικός της ρόλος όσον αφορά τη διέλευση των αγωγών πετρελαίου προσθέτουν ερείσματα στη στρατηγική σημασία της χώρας αυτής και στις σχέσεις της στην Καυκασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Η Τουρκία, όμως, στις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, πρέπει να είναι πολύ προσεχτική για να μην προκαλεί τη ρωσική αρκούδα - ένα άλλο πανίσχυρο παίχτη με ζωτικά συμφέροντα στην περιοχή.


Η Τουρκία είκοσι χρόνια μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου άρχισε να αποκτά αυτοπεποίθηση, αλλά και να ανεξαρτητοποιείται από τις ΗΠΑ και ακολουθεί μια πιο αυτόνομη εξωτερική πολιτική - αναβιώνοντας μνήμες και συμπεριφορές παράλληλες του οθωμανικού της παρελθόντος. Η Άγκυρα ήδη λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της στρατηγικής αυτής και προβλέπεται ότι έως το 2025 θα είναι μια πολύ σημαντική οικονομική και στρατιωτική δύναμη στο παγκόσμιο και ιδιαίτερα στο περιφερειακό σκηνικό.


Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών κι ενώσω το Κυπριακό παραμένει άλυτο, η σκιά της παρουσίας της Τουρκίας στην Κύπρο, όπως και αυτής των εποίκων καθίσταται ολοένα και πιο βαρετή. Η διχοτόμηση βαθαίνει και η διαπραγματευτική θέση της Άγκυρα γίνεται πιο ισχυρή, με αρνητικές συνέπειες για την ελληνοκυπριακή πλευρά σε διάφορους ζωτικούς τομείς που βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, περιλαμβανομένου και του τομέα της ασφάλειας.


Από την άλλη ο κατακερματισμός του εσωτερικού μετώπου των Ελληνοκυπρίων, η ασυμφωνία σε κοινούς στόχους στο Κυπριακό μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και η διατύπωση ακραίων θέσεων δεν βοηθά την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά ούτε στο διεθνές πεδίο. Δεν βοηθά την Κύπρο πολλές φορές ούτε στον ίδιο το χώρο της Ε.Ε., που παρέμεινε ως ο πιο σημαντικός ίσως διεθνής μοχλός της Λευκωσίας στις προσπάθειες άσκησης πίεσης στην Άγκυρα για επίλυση του προβλήματος και αντιμετώπισης των τουρκικών προκλήσεων στο διπλωματικό πεδίο.


Σαφώς η Κυπριακή Δημοκρατία, συνεχίζει να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση στρατιωτικά σε σχέση με τις κατοχικές δυνάμεις. Η στενή λωρίδα εδάφους που έχει να υπερασπισθεί η Ε.Φ., η απουσία άμυνας σε βάθος, οι αδυναμίες στον αεροπορικό και αντιαεροπορικό τομέα έναντι μιας πολύ ισχυρής αεροπορίας της τουρκικής πλευράς, που διαθέτει σύγχρονα πολεμικά μέσα, καθώς και οι πολύ ισχνές ναυτικές ικανότητες της Δημοκρατίας σε σχέση με τις τουρκικές άφηναν ανέκαθεν το νησί ιδιαίτερα ευάλωτο στους τομείς αυτούς. Η υπό εξέλιξη αναδιοργάνωση ωστόσο θα καταστήσει την Ε.Φ. μια πιο ευέλικτη και αποτελεσματική δύναμη να αντιμετωπίσει διάφορες μορφές κρίσεις, προκλήσεις και απειλές στο νησί αλλά και να ανταποκρίνεται στις διεθνείς της υποχρεώσεις σε σχέση με τη συμμετοχή της Κύπρου ως ισότιμο μέλος της Ε.Ε.


Στον τομέα του στρατιωτικού ανθρώπινου δυναμικού, στον κυπριακό χώρο, η Κυπριακή Δημοκρατίας μειονεκτεί με αναλογίες 3,1 Τούρκους στρατιώτες για κάθε Εθνοφρουρό. Ωστόσο υπολογίζοντας το αριθμητικό δυναμικό της Εφεδρείας, τα δεδομένα διαφοροποιούνται αισθητά και μετατρέπονται σε ένα Τούρκο για κάθε δύο Εθνοφρουρούς. Όμως το ανθρώπινο δυναμικό της τουρκικής πλευράς δεν περιορίζεται στους 36.000 στρατιώτες της επί κυπριακού εδάφους αλλά και στις ενισχύσεις που θα έχει από δυνάμεις τους στην Τουρκία.


Από την άλλη, η απόσταση της Κύπρου από την Ελλάδα αλλά και η ανυπαρξία αποτελεσματικών λύσεων πλήρωσης του κενού στον τομέα της αεροπορίας και του ναυτικού, συνεχίζουν να αποτελούν την πάγια αδυναμία της ελληνικής πλευράς έναντι της Τουρκίας για αποτελεσματική και αξιόπιστη κάλυψη, υποστήριξη και ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Οι ναυτικές εγκαταστάσεις στο Μαρί και οι αεροπορικές στην Πάφο και αλλού συμβάλλουν κατά κάπως στην ενίσχυση της κυπριακής άμυνας σ’ αυτούς τους τομείς αλλά ένεκα γεωγραφίας και αδυναμίας εξασφάλισης αποτελεσματικών μέσων προστασίας τους (π.χ. S-300) παραμένουν εκτεθειμένοι σε οποιασδήποτε επιδρομής.


Η Ελλάδα, ακολουθούμενη από την Τουρκία ήταν κατά το 2009 ανάμεσα στις πρώτες χώρες σε εισαγωγή οπλισμού παγκοσμίως, παρά την οικονομική κρίση. Όμως κάτω από τα αυστηρά δημοσιονομικά μέτρα του 2010, τουλάχιστον η ελληνική πλευρά, περικόπτει κονδύλια από τον προϋπολογισμό για την άμυνα. Υπό τις περιστάσεις ενδεχόμενα να είναι δύσκολα να αποφύγει κάποια κάμψη στη μαχητική ικανότητα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, καθώς και στο εύρος της αποτρεπτικής τους ισχύς και της δυνατότητας προέκτασης της στην Κύπρο.


Στην πλευρά της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι αυστηρές απαιτήσεις σύγκλησης με τους δείκτες του Μάαστριχτ, της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της υιοθέτησης του ευρώ, κατέστησαν την άμυνα, τομέα εξοικονόμησης πόρων, συμβάλλοντας ταυτόχρονα σε επιβράδυνση στο ρυθμό εισαγωγής οπλισμού. Σ’ αυτό συνέβαλε και η επιδεινούμενη οικονομική κρίση των τελευταίων χρόνων. Παρά ταύτα η Κύπρος προχωρεί στην αντικατάσταση μέρους των αρμάτων της – μιας ατυχέστατης αγοράς προηγούμενων χρόνων - που περιέπεσαν σχεδόν σε αχρηστία, καθώς και σε αγορά σημαντικού αριθμών οχημάτων όπως και ελικοπτέρων για έρευνα και διάσωση.


Ως εκ των ανωτέρω, οι αμυντικές δαπάνες στην Κυπριακή Δημοκρατία παραμένουν σταθερά στο 2.1% - 2.3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τα τελευταία χρόνια. Παρόλο που ως ποσοστό οι δαπάνες αυτές είναι χαμηλότερες από ό,τι τις αρχές της δεκαετίας του 2000, ωστόσο είναι κάπως πιο ψηλές ως ποσοστό από το μέσο όρο αμυντικών δαπανών στο χώρο της Ε.Ε., ο οποίος ανέρχεται στο 1.9%.


ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΥΝΦΙΚΥΠ


Το στρατιωτικό τοπίο στην Κύπρο συμπληρώνουν οι δυνάμεις των βρετανικών βάσεων και της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Για τη Βρετανία η Κύπρος με τις εγκαταστάσεις και τις βάσεις που διατηρούν στο έδαφός της συνεχίζει να αποτελεί παγκοσμίως έναν εξαιρετικής σημασίας κόμβο στρατηγικών επικοινωνιών. Αποτελούν σημαντικό ορμητήριο και χώρο ανεφοδιασμού και στάθμευσης των δυνάμεων της. Γι αυτό παρά τις φοβερές οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται το Λονδίνο εντούτοις δεν προτίθεται να τις εγκαταλείψει αν και περαιτέρω εξοικονόμηση είναι πιθανή. Όσον αφορά την ΟΥΝΦΙΚΥΠ τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει ολοένα και πιο ισχυρές πιέσεις για απομάκρυνση της από την Κύπρο ή για περαιτέρω μείωση του δυναμικού της δεδομένης της ανυπαρξίας λύσης στο Κυπριακό και την ανάγκη εκχώρησης δυνάμεων σε άλλες αποστολές. Ωστόσο, μια τέτοια ενέργεια θα εμπεριείχε και κινδύνους δημιουργίας κρίσης ή επεισοδίων κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός που δεν μπορεί ο ΟΗΕ να αγνοήσει.


Στρατηγικό έλεγχος επί της Κύπρου


Βασικά η στρατηγική αξία σχεδόν ολόκληρου του κυπριακού χώρου βρίσκεται νόμιμα στα χέρια της Βρετανίας μέσω της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης από το 1960. Ένα άλλο μέρος βρίσκεται παράνομα στα χέρια της Τουρκίας από το 1974 με την εισβολή και κατοχή. Στον υπόλοιπο χώρο, που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, οι ΗΠΑ επωφελούνται σημαντικών στρατηγικών και άλλων διευκολύνσεων και δικαιωμάτων που τους παραχωρήθηκαν μετά από μυστική συμφωνία με τη Λευκωσία το 2002


Άλλες διαπιστώσεις


Τα αριθμητικά δεδομένα στο στρατιωτικό τομέα στις αντίπαλες πλευρές στην Κύπρο μεταξύ 2002 βασικά παραμένουν αμετάβλητα. Σήμερα η κατάσταση έχει ως ακολούθως: Οι δυνάμεις τη Εθνικής Φρουράς ανέρχονται στις 12.000 και μαζί με τις δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ φθάνουν γύρω στις 13.000 περίπου. Από την άλλη, το ανθρώπινο στρατιωτικό δυναμικό των κατοχικών στρατευμάτων στην Κύπρο για την ίδια περίοδο παραμένει σταθερά γύρω στις 36.000 και μαζί με τους 5.000 Τουρκοκύπριους ενόπλους αριθμεί περίπου 41.000. Δηλαδή για κάθε Εθνοφρουρό αναλογούν 3,1 Τούρκοι στρατιώτες. Όσον αφορά τη διάρκεια της θητείας στην Τουρκία αυτή ανέρχεται στους 15 μήνες, στην Ελλάδα είναι μέχρι τους 12 μήνες και στην Κύπρο 24 μήνες. Τα άρματα μάχης στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται στα 179 και εκείνα των κατοχικών στρατευμάτων συνεχίζουν να ανέρχονται στα 449 (441Μ-48Α5Τ12 και 8 Μ-48 Α2 εκπαιδευτικά) σε σύγκριση με 300 που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δηλαδή για κάθε άρμα μάχης της Εθνικής Φρουράς αναλογούν σήμερα 3 τουρκικά. Αν υπολογιστούν και τα 61 άρματα της ΕΛΔΥΚ η αναλογία μειώνεται σε ένα άρμα της Ε.Φ. για κάθε 2,09 τουρκικό. Ο αριθμός των Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) στην Εθνική Φρουρά ανέρχεται στα 402 και των κατοχικών δυνάμεων, παραμένει στα 627. Από αυτά τα 361 είναι τουρκικής κατασκευής τύπου ΑΑΡC και τα 266 αμερικανικής τύπου Μ-133


Τουρκικές επιδιώξεις


Με τη διατήρηση ισχυρών στρατιωτικών ικανοτήτων στην Κύπρο και την αδιαμφισβήτητη αεροπορική και ναυτική υπεροχή, η Τουρκία επιδιώκει:


Τη συνεχή διασφάλιση του στρατηγικού ελέγχου της επί του κυπριακού χώρου, καθώς και της μεγάλης διαπραγματευτικής της ισχύς στο Κυπριακό και την αποτελεσματική στήριξη της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής στο πρόβλημα αυτό.


Την υπογράμμιση της αποφασιστικότητας της για διαιώνιση και νομιμοποίηση της στρατιωτικής της παρουσίας και του στρατηγικού ελέγχου της στο νησί.


Τη διατήρηση του ελέγχου της επί του καθεστώτος των κατεχομένων και των δραστηριοτήτων των Τουρκοκυπρίων, ιδιαίτερα σε θέματα που ενδεχόμενα να επηρεάζουν τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας στο νησί.


Τη διατήρηση της ικανότητας να επηρεάζει εξελίξεις στις ελεύθερες περιοχές και να εκβιάζει την ελληνοκυπριακή πλευρά και να δημιουργεί αμφισβητήσεις για την κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας στη ξηρά και στο θαλάσσιο και εναέριο χώρο της Κύπρου.


Ο έλεγχος του κυπριακού χώρου από την Τουρκία, δεδομένου και του διευρυμένου ή ηγετικού ρόλου που επιδιώκει να διαδραματίσει στη γύρω περιοχή, αποτελεί εν δυνάμει στρατηγικό εφαλτήριο που έστω και συγκαλυμμένα ενδεχόμενα να μην αντισταθεί στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει.



Πηγές: Τα στοιχεία προέρχονται από ανοικτές και έγκυρες πηγές, προσβάσιμες στο κοινό και περιλαμβάνουν το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών Λονδίνου, το SIPRI, το NATO, τον ΟΑΣΕ, το Τμήμα Στατιστικής και Ερευνών της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλα.





































Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

ΟΡΑΜΑ: ΜΙΑ ΚΥΠΡΟΣ ΑΣΦΑΛΗΣ

Συμμερίζεται το όραμα των Κυπρίων για λύση και μια χώρα χωρίς στρατούς, σημειώνοντας ωστόσο πως «η πραγματικότητα επιβάλλει την ύπαρξη των μεγαλύτερων δυνατών ικανοτήτων που μπορεί να διαθέσει η Κύπρος, καθώς ο στρατός αποτελεί μια μορφή ασφάλειας» υπογράμμισε σε συνέντευξη μου στη χθεσινή «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της Επιτροπής Άμυνας, Άριστος Αριστοτέλους . «Ασφάλεια έναντι της πάνοπλης Τουρκίας των 80 εκατομμυρίων», ρώτησε η δημοσιογράφος. Η απάντηση και το πλήρες κείμενο της συνέντευξης ακολουθεί.

Φυγοστρατία
Ένα νομοσχέδιο δεν θα φέρει την άνοιξη, όπως ξεκαθαρίζει ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της Επιτροπής Άμυνας, Άριστος Αριστοτέλους, σε σχέση με το διογκούμενο φαινόμενο της φυγοστρατίας. «Ας μην αναμένουμε πως το νομοσχέδιο θα είναι πανάκεια στην πάταξη της φυγοστρατίας. Πρέπει να γίνουν προσαρμογές και στο ίδιο το στράτευμα, αλλαγές στην αντίληψη και στον χειρισμό των νέων, ίσως θα πρέπει ακόμα να επενδύσουμε στη διαφοροποίηση της υποδομής υποδοχής των νέων και της διαβίωσής τους στα στρατόπεδα. Ούτε η μείωση της θητείας από μόνη της θα επιλύσει τα προβλήματα, αν και νομίζω πρέπει να διατηρήσουμε αυτόν τον στόχο».

Ασφάλεια έναντι της πάνοπλης Τουρκίας των 80 εκατομμυρίων;
«Η ασφάλεια είναι υποκειμενική έννοια. Εξαρτάται πώς την αντιλαμβάνεται κάποιος και πώς την καταναλώνει ψυχολογικά. Από έρευνες που έχουν γίνει, διαφαίνεται πως όντως η ύπαρξη της Ε.Φ. προσφέρει κάποιο αίσθημα ασφάλειας. Αν δούμε το ζήτημα με ρεαλιστικούς αριθμούς, βλέπουμε πως πράγματι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε στρατιωτικά την Τουρκία. Όμως έχει σημασία έστω και το ελάχιστο κόστος που μπορείς να προκαλέσεις στον αντίπαλό σου, εάν αυτός έχει επιθετικές βλέψεις. Είναι διαφορετικό το να είσαι εντελώς άοπλος με το να ξέρει ο αντίπαλός σου πως έχεις έναν σουγιά, για να του κάνεις ζημιά».

Πώς μπορεί όμως στ’ αλήθεια η μικρή Κύπρος να αντεπεξέλθει στρατιωτικά σε μια Τουρκία των 80 εκατομμυρίων;
Σύμφωνα με τον κ. Αριστοτέλους, η Ε.Φ. δεν αποτελεί από μόνη της αποτρεπτικό στοιχείο μπροστά σε μια ενδεχόμενη επίθεση. Όμως, όπως υπέδειξε, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που αποτελούν στοιχεία κόστους, όπως η διεθνής κατακραυγή, η απομόνωση, τα ψηφίσματα των Η.Ε., η επιβολή εμπάργκο, το διπλωματικό κόστος, η πιθανή αντίδραση της Ελλάδας κι η γενίκευση του πολέμου.

Άρα, η «άμυνα» της Κύπρου θα έπρεπε να βασίζεται στη στρατιωτική της ετοιμότητα ή μήπως στη διπλωματική της οχύρωση, ρωτήσαμε τον βουλευτή της Αριστεράς. «Δεν μπορείς να αγνοείς τον στρατιωτικό τομέα. Αποτελεί το μόνο πραγματικό στοιχείο αντίστασης. Σε περίπτωση πολεμικής απειλής, ενώ μπορείς να αγνοήσεις τη διεθνή κοινότητα, τον στρατό της χώρας που επιτίθεσαι δεν μπορείς να τον αγνοήσεις. Επίσης, τη στρατιωτική ισχύ της Κύπρου πρέπει να τη δεις σε συνδυασμό με την Ελλάδα. Έχει μεγάλη σημασία η συνδυασμένη άμυνα και ο ελληνικός παράγοντας δεν πρέπει να δείξει στοιχεία υποχωρητικότητας σε ό,τι αφορά το θέμα της ασφάλειας της Κύπρου», επεσήμανε ο κ. Αριστοτέλους, σημειώνοντας παράλληλα πως η σχέση Ελλάδας-Κύπρου έχει κακοποιηθεί επανειλημμένως κατά τους χειρισμούς του παρελθόντος κι έχει καταστεί αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης από διάφορα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Θεσμός υπό αμφισβήτησηΥπόψη του κ. Αριστοτέλους θέσαμε το γεγονός πως ο τρόπος λειτουργίας του στρατού οδηγεί πολλούς πολίτες στο να απαξιώνουν και να αμφισβητούν τον ίδιο τον θεσμό, υπενθυμίζοντας τις συνεχείς καταγγελίες εφέδρων πως αντί να ασκούνται, χάνουν άπρακτοι τον χρόνο τους. Ο βουλευτής συμφώνησε κι επιβεβαίωσε πως οι καταγγελίες αυτές έχουν διασταυρωθεί και τεκμηριωθεί μέσα από έρευνες.

«Άρα», ρωτήσαμε τον κ. Αριστοτέλους, «συνεχίζουμε να επενδύουμε σ’ έναν θεσμό ο οποίος είναι σχετικά απαξιωμένος στα μάτια του κόσμου;»
«Δεν είναι κανόνας ότι η Ε.Φ. είναι απαξιωμένη. Αντίθετα, οι έρευνες δείχνουν πως είναι από τους θεσμούς που εμπιστεύονται περισσότερο οι Κύπριοι σε σχέση με τους υπόλοιπους. Έχετε όμως δίκαιο, υπάρχει πρόβλημα. Δεν χρειάζεται να επενδύουμε περαιτέρω στον στρατό, πρέπει απλά να τον αξιοποιήσουμε σωστά. Πρέπει να αλλάξουμε την εικόνα και τη σημασία του στρατού, πρέπει να τον τοποθετήσουμε στη σύγχρονη εποχή. Και πρέπει να αφουγκραστούμε τα μηνύματα του κόσμου».

Ρωτήσαμε κατά πόσον υπάρχει σκέψη να γίνει επαγγελματικός ο στρατός της Κύπρου: «Όχι αποκλειστικά επαγγελματικός, γιατί αυτό θα σήμαινε κατάργηση της εφεδρείας, στην οποία και βασίζεται η άμυνά μας. Μια σοφή ενέργεια θα ήταν να προωθούσαμε περισσότερο την ιδέα του ημιεπαγγελματικού στρατού. Ελπίζω πως όταν τα οικονομικά δεδομένα βελτιωθούν, θα προωθηθεί η αύξηση των επαγγελματιών στον στρατό, ούτως ώστε να καταστεί και το θέμα της μείωσης της θητείας δυνατό».

Παρασκευή, 4 Ιουνίου 2010

Ωρολογιακές βόμβες

τουρκικά στρατεύματα και έποικοι

Συνέντευξη ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
στον ΝΕΟΦΥΤΟ ΝΕΟΦΥΤΟΥ

Στο τραπέζι των συνομιλιών θα διαφανούν και οι πραγματικές προθέσεις της τουρκικής πλευράς αν επιζητεί ή όχι λύση του Κυπριακού, δηλώνει σε συνέντευξή του στην «Χαραυγή» ο βουλευτής του ΑΚΕΛ - Αριστερά Νέες Δυνάμεις Αριστος Αριστοτέλους, προσθέτοντας ότι δεν είναι εύκολο στον κ. Ντ. Ερογλου να έρθει στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις γιατί αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα στην εικόνα που θέλει να εκπέμπει η Τουρκία και στις σχέσεις της με την Ε.Ε. Ο Αρ. Αριστοτέλους μιλά κατά πόσο είναι έτοιμη ή όχι σήμερα η Τουρκία να προχωρήσει σε επίλυση του Κυπριακού και για το πως επηρεάζουν το πρόβλημα οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Αναφέρεται επίσης στις προοπτικές μείωσης των εξοπλιστικών προγραμμάτων στο Αιγαίο, καθώς και για την αμυντική ικανότητα της Εθνικής μας Φρουράς.

Κύριε Αριστοτέλους, ποιες προοπτικές βλέπετε στο Κυπριακό με την έναρξη των απευθείας συνομιλιών με νέο Tουρκοκύπριο συνομιλητή τον κ. Ντ. Ερογλου;

Είναι δύσκολες οι συνομιλίες, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις του κ. Ερογλου στο Κυπριακό. Από την άλλη όμως για την τουρκοκυπριακή πλευρά δεν είναι εύκολο να έρχεται στις συνομιλίες με απροκάλυπτα ακραίες θέσεις, οι οποίες δεν εξυπηρετούν ούτε τους τακτικούς χειρισμούς της Τουρκίας. Υπάρχουν ωστόσο διαχρονικές θέσεις αρχών και συμφωνίες κορυφής, που είναι καταγραμμένες από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και δεν είναι εύκολο να παραγνωρίζονται από τον κ. Ερογλου. Αν ο κ. Ερογλου προσπαθήσει να περάσει μέσα από τις συνομιλίες τις γνωστές αδιάλλακτες θέσεις του περί δυο κρατών στην Κύπρο, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα στην πορεία των συνομιλιών και θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη σθεναρή στάση του Δημήτρη Χριστόφια .

Μιλάμε ότι ο κ. Ερογλου παίρνει εντολές από την Άγκυρα Είναι έτοιμη σήμερα η Τουρκία να δεχθεί διευθέτηση και λύση στο Κυπριακό;

Είναι σωστή η θέση ότι το κλειδί της λύσης βρίσκεται στην Τουρκία και ότι ο ηγέτης της τουρκοκυπριακής κοινότητας είναι υποχρεωμένος να προσπαθεί να περάσει θέσεις της Άγκυρας. Όταν μιλάμε για τον σκληροπυρηνικό κ. Ερογλου και για τον κ. Ντενκτάς, ο οποίος είχε τη στήριξη του στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας, ασφαλώς οι θέσεις τους είναι ακόμα πιο σκληρές. Είναι εδώ που η παρουσία του κ. Ταλάτ στην ηγεσία της Τουρκοκυπριακής κοινότητας έκανε τη διαφορά, νοουμένου ότι είχε κάποιες απόψεις στο Κυπριακό πολύ διαφορετικές από εκείνες που πρεσβεύει ο κ. Ντενκτάς ή ο κ. Ερογλου.
Σε ότι αφορά την Τουρκία, εξυπηρετείται με το να προβάλλεται προς τα έξω μια θετική εικόνα. Εξυπηρετείται κυρίως η ευρωπαϊκή της πορεία. Δεν θα απέκλεια ότι η σημερινή κυβέρνηση της Τουρκίας επιθυμεί λύση, όχι οποιαδήποτε λύση, αλλά που να εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τους δικούς της στόχους. Η διευθέτηση του Κυπριακού θα βοηθήσει την Τουρκία και στο νέο ρόλο που θέλει να διαδραματίσει στην ευρύτερη περιοχή. Η Τουρκία αναβιώνει ως μια ισχυρή δύναμη με επιρροή, την οποία θέλει να εξασκήσει. Στηριζόμενοι επίσης στη θεωρία και στις αντιλήψεις του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών κ. Νταβούντογλου, για νέο πνεύμα στην εξωτερική πολιτική, που μιλά για μηδενικές διαφορές με τους γείτονες, δημιουργείται ελπίδα ότι η Τουρκία θα ήθελε και διευθέτηση του Κυπριακού. Βέβαια, η Τουρκία συνεχίζει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τα διεθνή πράγματα τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, γεγονός που δυσκολεύει την όλη προσπάθεια για λύση.

-Σε ποιο βαθμό μπορεί να συμβάλλει ή να επιδράσει στο Κυπριακό η νέα σχέση συνεργασίας που φαίνεται να αναπτύσσεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;
Το κυβερνητικό κατεστημένο στην Τουρκία, λειτουργώντας στο πνεύμα για μια νέα ρυθμιστική δύναμη στην περιοχή επιδιώκει να βελτιώσει τις σχέσεις της με τη γειτονική Ελλάδα. Λογικά δε θα έπρεπε να δημιουργεί ένταση με την Ελλάδα, διότι θα ήταν εμπόδιο να εξασκήσει την εξωτερική της πολιτική στην περιοχή ως «παράγοντας σταθερότητας» και να έχει ρυθμιστικό ρόλο. Ναι, πιστεύω ότι η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα βοηθούσε και στην επίλυση του Κυπριακού.

Κατά την διάρκεια της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα υπήρξαν και συζητήσεις για μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Υπάρχει μια τέτοια προοπτική;
Νομίζω ότι θα ήταν πολύ ουσιαστικό και θετικό βήμα να υπάρξει μείωση των εξοπλισμών, ιδιαίτερα στο χώρο του Αιγαίου. Θα βοηθούσε στην καλλιέργεια κλίματος εμπιστοσύνης και θα δημιουργούσε νέες προοπτικές. Δεν είναι, όμως, εύκολα τα πράγματα. Η Τουρκία βλέπει τον εαυτό της ως ισχυρό παράγοντα στην περιοχή και στηρίζει αυτή την πολιτική και στο ανάλογο στρατιωτικό της εκτόπισμα και ισχύ που διαθέτει. Μπορεί η σημερινή ισχυρήΤουρκία να έχει ξεπεράσει το σύνδρομο της «απειλής» από την Ελλάδα, με το οποίο διακατεχόταν για πολλά χρόνια, αλλά δεν είναι εύκολο να δεχθεί το πολιτικό-στρατιωτικό κατεστημένο, μείωση των στρατιωτικών εξοπλισμών. Από την άλλη, η Ελλάδα με φοβερές δυσκολίες στην οικονομία, βρισκόμενη στα πρόθυρα χρεοκοπίας, είναι υποχρεωμένη ακόμη και μονομερώς να μειώσει τις αμυντικές της δαπάνες και τους εξοπλισμούς της. Θα ήταν βέβαια θετικό στοιχείο να μειωθούν τουλάχιστον εκείνοι οι εξοπλισμοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, τους οποίους η μια χώρα στρέφει εναντίον της άλλης. Αυτό θα δημιουργούσε ένα καλύτερο κλίμα και ανάπτυξη της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο χωρών.

Πως κρίνετε το ρόλο της Ε.Ε σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αλλά και ευρύτερα για τη σταθερότητα και ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή;

Η Ε.Ε μπορεί να έχει προωθήσει σε κάποιο βαθμό την κοινή εξωτερική πολιτικήκαι πολιτική ασφάλειας, αλλά δεν λειτουργεί ως μια οντότητα και δεν έχει το ανάλογο στρατιωτικό εκτόπισμα. Η Ε.Ε ως πείραμα περιφερειακής ολοκλήρωσης δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη κοινή αμυντική πολιτική. Προωθεί, όμως, τις σχέσεις καλής γειτονίας και σε αυτά τα πλαίσια καλείται και η Τουρκία ως υποψήφια χώρα να ενεργεί. Επίσης, προωθεί σειρά πακέτων μέτρων για εκδημοκρατισμό της τουρκικής πολιτείας και είναι γνωστές οι αντιδράσεις που έχουν δημιουργηθεί στο εσωτερικό της. Συνεπώς, η Τουρκία γνωρίζει ότι για να προχωρήσει η ενταξιακή της πορεία θα πρέπει να προχωρήσει σε εκδημοκρατισμό και να ομαλοποιήσει τις γειτονικές της σχέσεις.

Εμείς, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συνεχίσουμε τον αγώνα μας εντός και εκτός της Ε.Ε,για να απαλλάξουμε την Κύπρο από την τουρκικά στρατεύματα και την κατοχή, αλλά και από τους έποικους που αποτελούν πηγή ανασφάλειας για Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Γιατί, τουρκικά στρατεύματα και έποικοι αποτελούν ωρολογιακές βόμβες, με υπαρκτό τον κίνδυνο επιδείνωσης της κατάστασης στην Κύπρο. Να δούμε όλοι επιτέλους την πραγματικότητα και να αντιληφθούμε τους κινδύνους, οι οποίοι λειτουργούν αρνητικά σε βάρος της δικής μας υπόθεσης, στηρίζοντας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην προσπάθεια του για εξεύρεση βιώσιμης λύσης στο Κυπριακό.

Ο παράγοντας Τουρκοκύπριοι δεν πρέπει να αγνοείται. Δεν έχουν καταλάβει ορισμένοι ότι αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει τον κυριότερο στρατηγικό παράγοντα επίλυσης του Κυπριακού. Αν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ακολουθούσαν την πολιτική του ΑΚΕΛ επί του θέματος, κυπριακό πρόβλημα δε θα υπήρχε. Μια τέτοια στρατηγική είναι εκ των ων ουκ άνευ.

Αμυντική θωράκιση

Στην Κύπρο, επικρίνεται το Υπουργείο Αμυνας ότι κλείνει στρατόπεδα και ότι έχουν εγκαταλειφθεί εξοπλιστικά προγράμματα. Είναι σήμερα αξιόπιστη και μάχιμη η Εθνική μας Φρουρά;

Η κυβέρνηση δεν έχει εγκαταλείψει την πολιτική της αμυντικής θωράκισης. Αντίθετα, στο κυβερνητικό πρόγραμμα η αμυνα είναι σημαντικός τομέας για τον οποίο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία. Γι’ αυτό, το Υπουργείο Αμυνας και ο υπουργός επιδίδονται σε μεγάλη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της άμυνας. Είναι φυσικό κάποιες μονάδες να συγχωνεύονται και να γίνονται αλλαγές στη βάση, όμως, της αναδιοργάνωσης. Εχουν αλλάξει οι αντιλήψεις γύρω από τοθέμα της απειλής που ίσχυαν από το 1974, και η άμυνα μας στηριζόταν σε υποτιθέμενες απειλές που ήταν πολύ απομακρυσμένες να υλοποιηθούν και σε οργάνωση που δεν ανταποκρίνεται στα σημερινά δεδομένα. Υπάρχουν σήμερα νεές και πιο άμεσες μορφές κινδύνων και απειλών και η άμυνά μας θα πρέπει να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει. Για το σκοπό αυτό, η άμυνα μας ενισχύεται κατά τρόπο που να μπορεί να ανταποκρίνεται με ταχύτητα και ευελιξία στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις αλλά και να μπορεί να εκπληρώσεις τις υποχρεώσεις της ως μέλος της Ε.Ε.

Είναι γεγονός ότι δεδομένης της μεγάλης οικονομικής κρίσης, αλλά και λόγω του συνεχιζόμενου διαλόγου, δεν είναι και η καλύτερη περίοδος σήμερα για να επιδοθούμε σε εξοπλισμούς. Όμως, η κυβέρνηση δεν σταμάτησε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Μέσα στα πλαίσια των οικονομικών της δυνατοτήτων συνεχίζει να κρατεί την Εθνική μας Φρουρά στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα ετοιμότητας υπό τις περιστάσεις.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθούν και μέτρα ανάπτυξης της εμπιστοσύνης μεταξύ των δυο κοινοτήτων;

Η δική μας πλευρά έχει αποδείξει πολλές φορές ότι είναι έτοιμη να προχωρήσει στη λήψη τέτοιων μέτρων, αλλά χρειάζεται να υπάρξει ανταπόκριση και από την άλλη πλευρά. Εχουν ληφθεί μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Το πιο σημαντικό μέτρο για αποκλιμάκωση της έντασης και ανάπτυξης εμπιστοσύνης στην Κύπρο είναι σίγουρα η μείωση και η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, που είναι υπεράριθμα σε σχέση με το κυπριακό χώρο στον οποίο παράνομα εδρεύουν.

(ΧΑΡΑΥΓΗ 30.05.2010, σελ.10-11)







Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ

ΔΑΠΑΝΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΤΟΥΡΚΙΑΣ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Η πρόταση Παπανδρέου για μείωση των αμυντικών δαπανών Ελλάδας – Τουρκίας κατά 25% κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου ομολόγου του στην Αθήνα, εν μέσω και της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η χώρα, έχει προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση όπως προκύπτει και από τη δημοσιότητα που της έχει δοθεί. Ωστόσο, τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη και οι διαφορετικές προτεραιότητες και προσανατολισμοί στην κάθε χώρα μάλλον αφήνουν αυτή την απόφαση περισσότερο ως ελληνική παρά τουρκική επιλογή.


Οι συνθήκες ανασφάλειας και οι αντιλήψεις περί απειλής, που προέρχονται κυρίως από την πλευρά της πολύ μεγαλύτερης Τουρκίας, έχουν επιβάλει στην Ελλάδα την ανάγκη να εξοπλίζεται και να διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές ικανότητες, ιδίως στον τομέα της αεροπορίας. Επιδίωξη της Ελλάδας είναι η σμίκρυνση του ανισοζυγίου δυνάμεων ιδιαίτερα στο χώρο του Αιγαίου όπου επικεντρώνεται βασικά η διαφορά και η στρατιωτική ένταση με τη γείτονα χώρα.


Συνεπακόλουθο των αναγκών αυτών είναι η διάθεση τεράστιων οικονομικών πόρων για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ένα τεράστιο ποσό δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό ($10,3 δις ή 2,8% επί του ΑΕΠ 2008, το μεγαλύτερο στο ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ), διατίθεται κάθε χρόνο για το σκοπό αυτό. Πρόκειται για ένα βάρος που καθίσταται δυσβάστακτο υπό συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης και περισυλλογής, γεγονός που οδήγησε τον υπουργό Εθνικής Άμυνας της χώρας, τον περασμένο Μάρτιο να δηλώνει την πρόθεση της κυβέρνησης για «κολοσσιαίες» στρατιωτικές περικοπές, χωρίς όμως από την άλλη – όπως είπε – να επηρεάζεται ο συσχετισμός δυνάμεων με την Τουρκία.


Αυτό βέβαια είναι δύσκολο να συγκεραστεί εκτός αν ληφθούν ταυτόχρονα αμοιβαία μέτρα και από τη γείτονα χώρα. Γι’ αυτό και έγιναν δεχτές με ικανοποίηση οι δηλώσεις του Τούρκου επικεφαλής στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, Εγκεμέν Μπαγίς, πριν την επίσκεψη Έρντογαν στην Αθήνα, ότι «αν η Ελλάδα μειώσει τις αμυντικές δαπάνες της, η Άγκυρα θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο» και ότι οι δύο πρωθυπουργοί στη συνάντηση τους «θα τονίσουν από κοινού τη μείωση των αμυντικών δαπανών».


Στην πράξη όμως τα πράγματα δεν εξελιχτήκαν ακριβώς έτσι. Παρά το μήνυμα που μετέφερε ο Ερντογάν στους Έλληνες, πως «η Τουρκία δεν είναι μια χώρα που πρέπει να φοβάστε, αλλά μια χώρα στην οποία μπορείτε να στηρίζεστε», την ίδια ώρα οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις επιδίδονταν σε προκλητική συμπεριφορά στο ανατολικό Αιγαίο. Οι Τούρκοι στρατιωτικοί δήλωναν έτσι ότι έχουν και αυτοί ρόλο να διαδραματίσουν στο όλο σκηνικό. Επίσης, παρά τις δηλώσεις Μπαγίς και παρόλο που υπεγράφησαν 21 συμφωνίες μεταξύ των δύο χωρών, ωστόσο εκτός από γενικότητες δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη δέσμευση μείωσης των εξοπλισμών.


Ασφαλώς όπως ανάφερε και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Αχμέτ Νταβούτογλου, εμπνευστής της πολιτικής των μηδενικών διαφορών με τους γείτονες, πρωταρχικός σκοπός της επίσκεψης Ερντογάν ήταν «να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα ψυχολογικής αλλαγής στις σχέσεις των δύο χωρών. Να αλλάξει την αντίληψη ότι οι δύο χώρες είναι αντίπαλες», δείχοντας βασικά ότι η Άγκυρα έχει ξεπεράσει το σύνδρομο ανασφάλειας από την Ελλάδα. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τις γενικότερες στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας προς άλλες κατευθύνσεις και το γεγονός ότι ως αναπτυσσόμενη περιφερειακή δύναμη επεκτείνει τη γεωπολιτική της ισχύ και ότι για τη κατοχύρωση της ασφάλειάς της προσβλέπει στο χώρο του Καυκάσου, της Μαύρης Θάλασσα και της Μέσης Ανατολής. Ούτε μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι για να επιτύχει η Άγκυρα στο στόχο αυτό επιβάλλεται να εξασφαλίζει και διατηρεί τις αναγκαίες στρατιωτικές ικανότητες και υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών. Ήδη διαθέτει μεγάλα ποσά κάθε χρόνο για την άμυνα της ( $13,5 δις για το 2008 ή 1,8% επί του ΑΕΠ) και συνεχίζει, χωρίς ένδειξη για ουσιαστικές περικοπές, να υλοποιεί τα εξοπλιστικά της προγράμματα.


Συνεπώς οι πιθανότητες σημαντικής μείωσης των τουρκικών αμυντικών δαπανών είναι περιορισμένες, όπως κατ’ επέκταση περιορισμένες είναι και οι προσδοκίες της Ελλάδας για δραστική μείωση των εκατέρωθεν εξοπλισμών. Γι’ αυτό και η Αθήνα κάτω από την πίεση των οικονομικών βαρών ενδεχόμενα να μην έχει άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει μονομερώς σε περικοπές στον αμυντικό τομέα έχοντας ως μόνο αντίκρισμα από την άλλη πλευρά κάποιας μικρής κλίμακας μέτρα που θα μπορούσαν ίσως να ληφθούν, καθώς και τις δηλώσεις Ερντογάν ότι η Τουρκία δεν είναι εχθρός – διαβεβαιώσεις όμως των οποίων η αξιοπιστία δοκιμάζεται καθημερινά στο Αιγαίο και στο Κυπριακό.



20.05.2010

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

ΕΛΛΑΔΑ – ΣΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ

ΚΡΙΣΙΜΗ ΠΟΡΕΙΑ


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ - Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Τα αυστηρά μέτρα λιτότητας που έδειξε αποφασισμένη να εφαρμόσει η Ελλάδα για να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού της ελλείμματος από 13.6% σε 3% έως το 2014, καθώς και η συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για εξασφάλιση χρηματοδότησης ύψους €110 δις για αποπληρωμή των χρεών της μέσα στα επόμενα δύο – τρία χρόνια, αποτελούν πολύ οδυνηρή επιλογή. Το οικονομικό τίμημα των ρυθμίσεων αυτών είναι βαρύ και η διορθωτική πορεία που έχει επιβληθεί στη χώρα είναι εξαιρετικά κρίσιμη με ευρύτερες επιδράσεις τόσο για την ίδια όσο και για την ευρωζώνη.


Για να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σμικρύνει ουσιαστικά το χάσμα μεταξύ εξόδων και εσόδων. Όσον αφορά τα έξοδα η κυβέρνηση στοχεύει στο πάγωμα ή και τις μειώσεις στις ετήσιες απολαβές και στις συντάξεις στο δημόσιο τομέα και ακόμη στην επέκταση του ορίου αφυπηρέτησης εργαζομένων, όπως και στη μερική άρση ορισμένων τουλάχιστο περιορισμών σχετικά με την απόλυση κρατικών υπαλλήλων. Στο στόχαστρο έχουν τεθεί κοινωνικές παροχές και αμυντικές δαπάνες. Από την πλευρά των εσόδων η κυβέρνηση αποσκοπεί γενικά στην αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας από 21% σε 23%, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και την επιβολή φόρου πάνω σε παράνομες οικοδομές.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα μέτρα θα έχουν άμεσες επιδράσεις πάνω στην όλη οικονομική δραστηριότητα και κατ’ επέκταση στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας. Προβλέψεις για την ελληνική οικονομία από το Economist Intelligence Unit, πριν ακόμη και την πρόσφατη κρίση, προέβλεπαν πραγματική μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 5% κατά το 2010 και μικρότερες μειώσεις κατά το 2011 και 2012. Περαιτέρω μείωση στην οικονομική δραστηριότητα θα προκαλέσει επιπρόσθετη πίεση για μείωση του ΑΕΠ της χώρας, καθιστώντας πιο δύσκολη την εξασφάλιση πρόσθετου χρήματος για κάλυψη των ελλειμμάτων και για σταδιακή αποπληρωμή των δανείων και των υποχρεώσεων της.


Τα μέτρα και η ανεργία ήδη προκαλούν την έντονη αντίδραση των εργατικών συνδικάτων και του κοινού που βλέπουν τα εισοδήματα και τις κατακτήσεις τους να συρρικνώνονται και το βιοτικό τους επίπεδο να πλήττεται και να απειλείται. Όπως εξελίσσονται τα γεγονότα με τις αντιδράσεις αυτές και τις διαφαινόμενες κινητοποιήσεις στις εβδομάδες που διερχόμαστε και πιθανότατα όλο το καλοκαίρι και τους μήνες μετά, η χώρα θα ζήσει συνθήκες εργατικής αναταραχής, που ενδεχόμενα κάποια ακραία στοιχεία θα εκμεταλλευτούν για να οδηγήσουν τη χώρα σε ακυβερνησία και χαώδεις καταστάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι το Δεκέμβριο του 2008 η οργή του κοινού με την οικονομική κρίση που ξέσπασε, τους κυβερνητικούς χειρισμούς για τις πυρκαγιές των δασών και ο πυροβολισμός νεαρού από την Αστυνομία, προκάλεσαν διαδηλώσεις σε όλη την επικράτεια οδηγώντας στην κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή. Η Ελλάδα έχει ιστορικό σε ό,τι αφορά στην πολιτική βία, καθώς και αρκετά μεγάλο βαθμό βίαιης αναρχικής συμπεριφοράς ακόμη και σε πιο μικρής σημασίας γεγονότα. Πόσο μάλλον κάτω από πιο αντιλαϊκές συνθήκες όπως αυτές που διέρχεται σήμερα και που φαίνεται ότι θα ματώνουν τη χώρα για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.


Τα τελευταία βίαια γεγονότα είναι ίσως προάγγελος για χειρότερα ή παρόμοια περιστατικά που πιθανόν να έπονται, με σοβαρές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Τέτοιες καταστάσεις θα μπορούσαν να καταστρέψουν την ερχόμενη τουριστική σαιζόν, σ' ένας τομέα που συμβάλει κατά 15-20% στο ΑΕΠ της Χώρας. Αυτό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να ανατραπούν οι προσπάθειες μείωσης του ελλείμματος στην εξέλιξή τους και πιθανότατα να δημιουργηθούν έντονες αμφισβητήσεις για την ικανότητα της Ελλάδας να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανάλαβε. Θα μπορούσε επίσης να βύθιζε και πάλι σε αβεβαιότητα τη χώρα και την ευρωζώνη, όπου άλλες τέσσερις χώρες, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ιρλανδία ζουν τον εφιάλτη παρόμοιας κρίσης, πιθανών εξεγέρσεων και αναταραχών. Πολιτικά η Ελλάδα θα περιέλθει σε μια κατάσταση μεγαλύτερης εσωστρέφειας με επιδράσεις στη διακυβέρνηση, καθώς και στην εικόνα της στο εξωτερικό και στην ικανότητά της να στηρίξει αποτελεσματικά άλλα εθνικά συμφέροντα στο διεθνή περίγυρο, περιλαμβανομένου και του Κυπριακού. Η πορεία θα μπορούσε ίσως να ήταν λιγότερο κρίσιμη εάν επιτυγχανόταν δίκαιη κατανομή βαρών και ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συναίνεση στο θέμα αυτό.



06.05.2010

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010


Η ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΕΡΟΓΛΟΥ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Οι δηλώσεις Ντερβίς Έρογλου μετά την εκλογή του, δημιουργούν εκ πρώτης όψεως την εντύπωση αποδοχής των παραμέτρων μέσα στις οποίες διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών (Η.Ε) και προσαρμογής των απόψεών του στη γραμμή που δημόσια διακηρύττει η Άγκυρα ότι ακολουθεί. Θα μπορούσε έτσι, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις που εκπροσωπεί - που είναι πιο ακραίες στην έκφρασή τους και από εκείνες της κυβέρνησης της Τουρκίας - να θεωρηθεί ότι όντας στην εξουσία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης πιθανόν να έχει υποχρεωθεί να συμβιβαστεί με τα δεδομένα και τις πραγματικότητες στην άσκηση της πολιτικής. Η πραγματικότητα όμως είναι μάλλον διαφορετική.


Παρά τις εύηχες τοποθετήσεις του για τις συνομιλίες και την αφοσίωση του στη λύση του Κυπριακού, ωστόσο μέρος των δηλώσεων του, όσο γενικές και να προβάλλουν, υποκρύπτουν πάγιες ακραίες θέσεις του στο Κυπριακό, τις οποίες είναι υποχρεωμένος τώρα για σκοπούς εντυπώσεων, τουλάχιστον δημοσίως κάπως να υποβαθμίζει και να γενικολογεί όταν αναφέρεται σε αυτές. Οι διαφαινόμενες προθέσεις του όμως όσον αφορά τη στρατηγική που θα ακολουθήσει στο θέμα των συνομιλιών και κατεπέκταση στο Κυπριακό, συνοψίζονται μέσα στις εξής δηλώσεις: «Φυσικά και είμαι δεσμευμένος στις παραμέτρους των Η.Ε.» και «θα συνεχίσω το διάλογο από εκεί που έμεινε ο Ταλάτ», λέει επιδεικνύοντας έτσι την καλή του θέληση, από τη μια. Από την άλλη, όμως, υπογραμμίζει ότι «πρέπει να συμπληρώσουμε το περιεχόμενο αυτής της παραμέτρου με βάση τα συμφέροντα της Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας».


Το ερώτημα βέβαια είναι, τι εννοεί ο Έρογλου με τον όρο «περιεχόμενο» αυτής της παραμέτρου του ΟΗΕ; Πώς και με ποια «συμφέροντα» της λεγόμενης Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας θέλει να το «συμπληρώσει»; Όταν μιλά για τον όρο «παράμετρος» προφανώς αναφέρεται στο πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες στο Κυπριακό, όπως είναι τα ψηφίσματα των Η.Ε. και οι συμφωνίες κορυφής. Με τον όρο «περιεχόμενο» φαίνεται να εννοεί το είδος της λύσης και τη βάση πάνω στην οποία διεξάγονται οι συνομιλίες, ήτοι τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, τη μία διεθνή προσωπικότητα, τη μία ιθαγένεια και τη μία κυριαρχία. Πρόκειται για θέματα για τα οποία ο Έρογλου πριν τις εκλογές δήλωνε ότι είχε διαμετρικά αντίθετη άποψη από τον Ταλάτ, τον οποίο κατηγορούσε ότι ενέδωσε στον Χριστόφια. Επίσης στο περιουσιακό και στο θέμα της διακυβέρνησης είχε ακραίες τοποθετήσεις όπως και για τους εποίκους και για τις εγγυήσεις της Άγκυρας. Όπως και στα προηγούμενα θέματα ισχυριζόταν ότι η «υποχωρητική» στάση του Ταλάτ και οι παραχωρήσεις του στην ελληνοκυπριακή πλευρά δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του παράνομου καθεστώτος στη βόρεια Κύπρο και της Τουρκίας. Συνεπώς χρειάζεται, σύμφωνα με τον Έρογλου, μια πιο απαιτητική προσέγγιση και διεκδικητική στάση στο Κυπριακό, όπως εξάλλου αφήνει να εννοηθεί μέσω πρόσφατης συνέντευξής του στη «Σαμπάχ».


Αυτές βέβαια είναι προσεγγίσεις και θέσεις που γνωρίζει ότι αν τεθούν κατά κόρον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα τινάξουν τις συνομιλίες στον αέρα. Έτσι, παρά τις έντονες διαφωνίες που έχει ο Έρογλου στα πιο πάνω θέματα, ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι θα βρεθεί σε μετωπική σύγκρουση με τα Η.Ε. αν με την εκλογή του τα καταγγείλει δημοσίως, γιατί θα πλήξει άμεσα την ίδια τη βάση του διαλόγου στο Κυπριακό. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι αυτή η αδιάλλακτη συμπεριφορά δεν εξυπηρετεί την Άγκυρα στις διεθνείς της σχέσεις και την πορεία της προς τη Ευρώπη. Συνεπώς, αντί να δηλώνει απερίφραστα ότι τα απορρίπτει, όπως ήταν η μέχρι σήμερα πολιτική του, επιλέγει άλλη προσέγγιση, ήτοι: Ενώ, από τη μια, θα δείχνει ότι συμβιβάζεται με τις παραμέτρους των Η.Ε. και επιθυμεί «συνέχιση του διαλόγου», από την άλλη, θα επιχειρεί μέσα από τις διαδικασίες των συνομιλιών τη σταδιακή ανατροπή της βάσης των διαπραγματεύσεων και εισαγωγή απαράδεκτων θέσεων στο Κυπριακό.


Αυτή τη στρατηγική φαίνεται να διαμορφώνει ο Έρογλου στο Κυπριακό, επιφυλάσσοντας έτσι δυσκολίες και σοβαρά εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη της πορείας των συνομιλιών. Ενόψει των δεδομένων αυτών, τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να συστρατευθούν στο κάλεσμα του προέδρου για ενότητα στην αντιμετώπιση των κινδύνων και να τον ενισχύσουν στο διαπραγματευτικό του έργο και όχι να εξαντλούν τις προσπάθειές τους ακόμη και σε άσκοπες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό.



22.04.2010