Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010


Η ΔΙΑΦΑΙΝΟΜΕΝΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

ΕΡΟΓΛΟΥ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους


Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις


Οι δηλώσεις Ντερβίς Έρογλου μετά την εκλογή του, δημιουργούν εκ πρώτης όψεως την εντύπωση αποδοχής των παραμέτρων μέσα στις οποίες διεξάγονται οι διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών (Η.Ε) και προσαρμογής των απόψεών του στη γραμμή που δημόσια διακηρύττει η Άγκυρα ότι ακολουθεί. Θα μπορούσε έτσι, γνωρίζοντας τις πάγιες θέσεις που εκπροσωπεί - που είναι πιο ακραίες στην έκφρασή τους και από εκείνες της κυβέρνησης της Τουρκίας - να θεωρηθεί ότι όντας στην εξουσία, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης πιθανόν να έχει υποχρεωθεί να συμβιβαστεί με τα δεδομένα και τις πραγματικότητες στην άσκηση της πολιτικής. Η πραγματικότητα όμως είναι μάλλον διαφορετική.


Παρά τις εύηχες τοποθετήσεις του για τις συνομιλίες και την αφοσίωση του στη λύση του Κυπριακού, ωστόσο μέρος των δηλώσεων του, όσο γενικές και να προβάλλουν, υποκρύπτουν πάγιες ακραίες θέσεις του στο Κυπριακό, τις οποίες είναι υποχρεωμένος τώρα για σκοπούς εντυπώσεων, τουλάχιστον δημοσίως κάπως να υποβαθμίζει και να γενικολογεί όταν αναφέρεται σε αυτές. Οι διαφαινόμενες προθέσεις του όμως όσον αφορά τη στρατηγική που θα ακολουθήσει στο θέμα των συνομιλιών και κατεπέκταση στο Κυπριακό, συνοψίζονται μέσα στις εξής δηλώσεις: «Φυσικά και είμαι δεσμευμένος στις παραμέτρους των Η.Ε.» και «θα συνεχίσω το διάλογο από εκεί που έμεινε ο Ταλάτ», λέει επιδεικνύοντας έτσι την καλή του θέληση, από τη μια. Από την άλλη, όμως, υπογραμμίζει ότι «πρέπει να συμπληρώσουμε το περιεχόμενο αυτής της παραμέτρου με βάση τα συμφέροντα της Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας».


Το ερώτημα βέβαια είναι, τι εννοεί ο Έρογλου με τον όρο «περιεχόμενο» αυτής της παραμέτρου του ΟΗΕ; Πώς και με ποια «συμφέροντα» της λεγόμενης Τ.Δ.Β.Κ. και της Τουρκίας θέλει να το «συμπληρώσει»; Όταν μιλά για τον όρο «παράμετρος» προφανώς αναφέρεται στο πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγονται οι συνομιλίες στο Κυπριακό, όπως είναι τα ψηφίσματα των Η.Ε. και οι συμφωνίες κορυφής. Με τον όρο «περιεχόμενο» φαίνεται να εννοεί το είδος της λύσης και τη βάση πάνω στην οποία διεξάγονται οι συνομιλίες, ήτοι τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, τη μία διεθνή προσωπικότητα, τη μία ιθαγένεια και τη μία κυριαρχία. Πρόκειται για θέματα για τα οποία ο Έρογλου πριν τις εκλογές δήλωνε ότι είχε διαμετρικά αντίθετη άποψη από τον Ταλάτ, τον οποίο κατηγορούσε ότι ενέδωσε στον Χριστόφια. Επίσης στο περιουσιακό και στο θέμα της διακυβέρνησης είχε ακραίες τοποθετήσεις όπως και για τους εποίκους και για τις εγγυήσεις της Άγκυρας. Όπως και στα προηγούμενα θέματα ισχυριζόταν ότι η «υποχωρητική» στάση του Ταλάτ και οι παραχωρήσεις του στην ελληνοκυπριακή πλευρά δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του παράνομου καθεστώτος στη βόρεια Κύπρο και της Τουρκίας. Συνεπώς χρειάζεται, σύμφωνα με τον Έρογλου, μια πιο απαιτητική προσέγγιση και διεκδικητική στάση στο Κυπριακό, όπως εξάλλου αφήνει να εννοηθεί μέσω πρόσφατης συνέντευξής του στη «Σαμπάχ».


Αυτές βέβαια είναι προσεγγίσεις και θέσεις που γνωρίζει ότι αν τεθούν κατά κόρον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων θα τινάξουν τις συνομιλίες στον αέρα. Έτσι, παρά τις έντονες διαφωνίες που έχει ο Έρογλου στα πιο πάνω θέματα, ωστόσο αντιλαμβάνεται ότι θα βρεθεί σε μετωπική σύγκρουση με τα Η.Ε. αν με την εκλογή του τα καταγγείλει δημοσίως, γιατί θα πλήξει άμεσα την ίδια τη βάση του διαλόγου στο Κυπριακό. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι αυτή η αδιάλλακτη συμπεριφορά δεν εξυπηρετεί την Άγκυρα στις διεθνείς της σχέσεις και την πορεία της προς τη Ευρώπη. Συνεπώς, αντί να δηλώνει απερίφραστα ότι τα απορρίπτει, όπως ήταν η μέχρι σήμερα πολιτική του, επιλέγει άλλη προσέγγιση, ήτοι: Ενώ, από τη μια, θα δείχνει ότι συμβιβάζεται με τις παραμέτρους των Η.Ε. και επιθυμεί «συνέχιση του διαλόγου», από την άλλη, θα επιχειρεί μέσα από τις διαδικασίες των συνομιλιών τη σταδιακή ανατροπή της βάσης των διαπραγματεύσεων και εισαγωγή απαράδεκτων θέσεων στο Κυπριακό.


Αυτή τη στρατηγική φαίνεται να διαμορφώνει ο Έρογλου στο Κυπριακό, επιφυλάσσοντας έτσι δυσκολίες και σοβαρά εμπόδια στην ομαλή εξέλιξη της πορείας των συνομιλιών. Ενόψει των δεδομένων αυτών, τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει να συστρατευθούν στο κάλεσμα του προέδρου για ενότητα στην αντιμετώπιση των κινδύνων και να τον ενισχύσουν στο διαπραγματευτικό του έργο και όχι να εξαντλούν τις προσπάθειές τους ακόμη και σε άσκοπες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό.



22.04.2010









Σάββατο, 17 Απριλίου 2010



ΕΚΛΟΓΗ ΕΡΟΓΛΟΥ

ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ



Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτής ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις



Το αποτέλεσμα των λεγόμενων προεδρικών εκλογών στα κατεχόμενα έχει ασφαλώς σημασία σε ό, τι αφορά το κυπριακό πρόβλημα και τις προοπτικές του. Ο εκπρόσωπος της τουρκοκυπριακής κοινότητας στις συνομιλίες, που εξάλλου αναδεικνύεται μέσα από τη διεργασία αυτή, αναπόφευκτα μεταφέρει και τα δικά του πιστεύω και πεποιθήσεις στο τραπέζι το διαπραγματεύσεων. Ως γνωστό, Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και Ντερβίς Έρογλου, έχουν αντίθετες απόψεις στο Κυπριακό, με τον δεύτερο να είναι περισσότερο ταυτισμένος με την άκαμπτη και ακραία πολιτική Ραούφ Ντενκτάς και του βαθέως κράτους των Τούρκων στρατηγών παρά με αυτή της κυβέρνησης Ταγίπ Ερντογάν.



Βέβαια, μπορεί σωστά να λεχθεί ότι ούτως ή άλλως τον έλεγχο έχει η Τουρκία σε ό,τι αφορά τις ευρύτερες στρατηγικές επιδιώξεις, όπως και σε επί μέρους τακτικούς χειρισμούς στο Κυπριακό. Επίσης η Άγκυρα έχει τα πολιτικά, τα στρατιωτικά και τα οικονομικά μέσα να ελέγχει το καθεστώς των κατεχομένων και σε τελική ανάλυση να επιβάλει τη θέληση της όταν επηρεάζεται σοβαρά η εθνική της πολιτική. Όμως, όπως προκύπτει και από το μέχρι σήμερα ιστορικό του κυπριακού προβλήματος είναι εμφανές ότι και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, παρά τους περιορισμούς που έχει να αντιμετωπίσει, είτε από την Άγκυρα, είτε από τη διεθνή κοινότητα, έχει το δικό του ρόλο να διαδραματίσει. Μπορεί, δηλαδή, να αξιοποιεί ή να εκμεταλλεύεται γεγονότα και να προωθεί προσωπικές του θέσεις, ανάλογα με τις επικρατούσες πολιτικές καταστάσεις, τις πολιτικές συμμαχίες που συνάπτει και τους συσχετισμούς δυνάμεων στο εσωτερικό της Τουρκίας. Και αυτό άσχετα αν η τουρκική κυβέρνηση στη δεδομένη φάση πιθανόν και να μη συμφωνεί με τη συμπεριφορά αυτή γιατί δεν την εξυπηρετεί.



Συνεπώς, με τον Έρογλου στη θέση του διαπραγματευτή, ναι μεν οι συνομιλίες δεν είναι λογικό να αναμένεται να διακοπούν αυτόματα όπως κάποιοι ίσως να αναμένουν - εξάλλου θα ήταν μια λανθασμένη πολιτική κίνηση από μέρους του αμέσως μετά την εκλογή του - όμως η πορεία των διαπραγματεύσεων ενδέχεται να είναι ακόμη πιο δύσκολη και επίπονη. Οι λόγοι έχουν σχέση με τις σκληρές τοποθετήσεις του πολιτικού αυτού σε ζωτικές πτυχές του Κυπριακού, όπως τις έχει δημόσια διακηρύξει, στις οποίες περιλαμβάνονται και θέματα που προφανώς έχουν ήδη επιτευχθεί συγκλήσεις μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ, περιλαμβανομένης και της ίδιας της βάσης των συνομιλιών.



Τέτοιες συμπεριφορές ασφαλώς θα επηρεάσουν όχι μόνο τους πρωταγωνιστές και όσους εμπλέκονται στο θέμα των συνομιλιών αλλά και άλλους ενδιαφερόμενους στο πρόβλημα αυτό, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σχέσεις της με την Τουρκία. Γι’ αυτό και τα πολιτικά κόμματα, ενόψει των διαγραφόμενων δεδομένων στην τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα πρέπει να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων εισακούοντας τις εκκλήσεις του προέδρου Χριστόφια για ενότητα και συστράτευση ώστε ενισχυμένη η ελληνοκυπριακή πλευρά να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε πιθανές προκλήσεις και υποτροπές στο Κυπριακό. Η επικείμενη συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου προσφέρει το βήμα για επίτευξη των σκοπών αυτών.



15.04.2010

Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

ΝΕΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ «ΑΡΚΟΥΔΑ»

ΕΠΙΖΗΤΟΥΝ ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ;


Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

AΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η ψυχροπολεμική τροπή που πήραν οι σχέσεις ΗΠΑ – Ρωσίας τα τελευταία χρόνια, κυρίως ένεκα αμερικανικής υπαιτιότητας και αμοιβαίας καχυποψίας για τις στρατιωτικές δραστηριότητες εκάστης των πλευρών, δημιούργησε επιπλέον προβλήματα σε μια σειρά θεμάτων πολιτικής ασφάλειας για τους Αμερικανούς. Τώρα άρχισε να γίνεται λόγος ότι τα αμερικανικά συμφέροντα πιθανόν να εξυπηρετούνταν καλύτερα σε συνεργασία παρά σε αντιπαράθεση με τη Ρωσία και ότι ο χρόνος σήμερα είναι κατάλληλος για να διαμορφωθεί νέα σχέση μεταξύ τους. Το ερώτημα βέβαια δεν είναι απλώς με ποιες ρυθμίσεις αυτό θα επιτευχθεί, όπως συζητείται στο ΝΑΤΟ, αλλά πώς η ίδια η Μόσχα αντιλαμβάνεται τη σχέση αυτή και πώς η Αμερική θα συμπεριφερθεί.

Εξάλλου η ένταση των τελευταίων χρόνων μεταξύ ΗΠΑ - Ρωσίας ήταν μάλλον προϊόν μιας αμερικανικής ηγεμονικής συμπεριφοράς που η Μόσχα εκλάμβανε ως πρόκληση για την ασφάλεια της. Η επίμονη αμερικανική προσπάθεια διεύρυνσης του ΝΑΤΟ μέχρι τον περίγυρο της χώρας, αγνοώντας τις ευαισθησίες και αντιδράσεις του Κρεμλίνου, η προσπάθεια δημιουργίας αντιπυραυλικής ασπίδας στην Ευρώπη, η προώθηση της ανεξαρτητοποίησης του Κόσσοβου, η καταστρατήγηση της Συμφωνίας για τα Συμβατικά Όπλα από πρώην Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες με ανοχή των ΗΠΑ, ήταν μόνο μερικά από τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τη ρωσική αντίληψη για τις προθέσεις των Αμερικανών.


Από την άλλη, μια πλειάδα συναφών ζητημάτων απασχολούν την Ουάσιγκτον. Η εξάρτηση από τη Ρωσία όσον αφορά διευκολύνσεις και ενισχύσεις των αμερικανικών στρατευμάτων στο Αφγανιστάν είναι ιδιαίτερα σημαντική, όπως και η συνεργασία της στο θέμα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Επίσης η Μόσχα έχει τη δυνατότητα να διχάζει τους συμμάχους συνάπτοντας ξεχωριστές σχέσεις με νατοϊκούς εταίρους των ΗΠΑ στην Ευρώπη ένεκα κυρίως της ενεργειακής εξάρτησης τους από αυτή. Πέραν τούτου η ρωσική στρατιωτική επιχείρηση στη Γεωργία και η στάση της στο θέμα της Ουκρανίας και της ένταξης τους στο ΝΑΤΟ έχει υπογραμμίσει την αποφασιστικότητα της Μόσχας να διατηρήσει και ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή του Καυκάσου και αλλού. Ταυτόχρονα έχει δημιουργήσει αμφισβητήσεις για την αξιοπιστία των αμερικανικών εγγυήσεων προς τους νέους - πρώην σοσιαλιστές - συμμάχους.


Βέβαια υπάρχουν ζωτικά θέματα διεθνούς ασφαλείας όπου τα συμφέροντα τους συγκλίνουν και η συνεργασία ΗΠΑ - Ρωσίας αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την προώθησή των. Ως τέτοια είναι η μείωση του πυρηνικού οπλοστασίου, και η πρόσφατη συμφωνία START είναι μέρος αυτού του σκεπτικού. Είναι ο έλεγχος των εξοπλισμών, η μη διάδοση των πυρηνικών όπλων μαζικής εξόντωσης, καθώς και η καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας για τα οποία η Μόσχα έχει σαφείς τοποθετήσεις.


Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, στις ΗΠΑ υπάρχει η πεποίθηση ότι τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για βελτίωση και ρύθμιση των σχέσεων με τη Ρωσία. Ο λόγος είναι γιατί αυτή την περίοδο βρίσκεται υπό εξέλιξη και συζητείται έντονα ο ρόλος και η ύπαρξη του ΝΑΤΟ, που μετά το Ψυχρό Πόλεμο έχασε το νόημα και το σκοπό του. Οι ΗΠΑ και οι νατοϊκοί εταίροι προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την όλη στρατηγική τους αντίληψη, όπως και το περιβόητο Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας το οποίο η κάθε χώρα μέλος της Συμμαχίας εκλαμβάνει διαφορετικά. Προσπαθούν να επαναξιολογήσουν τις απειλές και να ανασυγκροτήσουν τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον ΟΑΣΕ, την Κίνα και την Ασία. Μέσα στα πλαίσια αυτά η Ρωσία θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα μέρη του οικοδομήματος ασφάλειας στην Ευρώπη και αλλού και ουδόλως μπορεί να αγνοηθεί στη νέα αρχιτεκτονική.


Όμως και στο παρελθόν, συγκεκριμένα από το 2002, οι σχέσεις της Μόσχας με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ είχαν πάρει ιδρυματικό σχήμα μέσω του Συμβουλίου ΝΑΤΟ – Ρωσίας, που υφίσταται μέχρι σήμερα, αλλά οι μεταξύ τους εχθρότητες το κατέστησαν άνευ περιεχομένου και ανενεργές. Συνεπώς μπορεί ΗΠΑ και ΝΑΤΟ να επιζητούν μια νέα σχέση συνεργασίας με τη «ρωσική αρκούδα», όμως αυτό εξυπακούει την κατανόηση και ικανοποίηση των αναγκών ασφαλείας της χώρας και διάλυση των καχυποψιών που έχει δημιουργηθεί στις σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα είναι, πόσο τους εμπιστεύεται πια η Μόσχα δεδομένων των μέχρι σήμερα εμπειριών στον μεταξύ τους ανταγωνισμό αλλά και των δικών της γεωπολιτικών στόχων; Επίσης θα επιδείξουν οι ΗΠΑ αυτοσυγκράτηση στην προσπάθεια διατήρησης της φθίνουσας ηγεμονίας τους στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία όπου Κίνα και Ινδία αναδεικνύονται ισχυροί παίχτες στον περιφερειακό και διεθνή οικονομικό και πολιτικό στίβο; Οι απαντήσεις είναι αμφίβολες.



9.4.2010

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Ζοφερό τοπίο συνεργασιών

στην Ε.Ε. εν μέσω κρίσης


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή του ΑΚΕΛ Λεμεσού


Διάφορα σοβαρά ζητήματα, προεξάρχουσας της οικονομικής κρίσης, απασχολούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και χρειάζονται ηγετικές πρωτοβουλίες και συλλογικότητα στην αντιμετώπιση τους. Παρά ταύτα η εσωστρέφεια ιδίως των μεγάλων χωρών ενόψει εσωτερικών προβλημάτων, απονευρώνουν τις δυνατότητες ανάπτυξης κοινών πολιτικών και αποτελεσματικής συνεργασίας για την επίλυσή τους, καθιστώντας κάπως ανώμαλη την πορεία της Ένωσης, ενώ η οικονομική κρίση συνεχίζεται.


Η αδυναμία αυτή ήταν έκδηλη στην περίπτωση της Γερμανίας στο θέμα της οικονομικής στήριξης της Ελλάδας. Η απροθυμία της κυβέρνησης της Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ, να αναλάβει δέσμευση εγγύησης έναντι της Ελλάδας παρόλο που ήταν η μόνη από τις ευρωπαϊκές χώρες που είχε το οικονομικό υπόβαθρο να πράξει κάτι τέτοιο, οφειλόταν πρωτίστως σε έντονη εσωτερική αντίδραση από το γερμανικό κοινό. Επίσης ένεκα των πρόσφατων μειωμένων ποσοστών της εκλογικής της δύναμης και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει στις επερχόμενες εκλογές είναι λογικό η Άγκελα Μέρκελ να αποφεύγει ενέργειες στον ευρωπαϊκό χώρο που ναι μεν πιθανό να εξυπηρετούν το γενικό καλό της Ένωσης αλλά βρίσκουν τους Γερμανούς ψηφοφόρους να διαφωνούν.


Αυτή η αδυναμία χαρακτηρίζει και άλλες μεγάλες χώρες στην Ε.Ε. Στη Γαλλία ο πρόεδρος Νικόλα Σαρκοζύ δεν συνήλθε ακόμη από την πρόσφατη αποτυχία του κόμματος του στις περιφερειακές εκλογές. Επίσης η δημοτικότητά του βρίσκεται πολύ χαμηλά. Στη Βρετανία, από την άλλη, η κυβέρνηση των Εργατικών αντιμετωπίζει σοβαρή πρόκληση από τους Συντηρητικούς ενόψει κρίσιμων γενικών εκλογών στη χώρα όπου οι πρώτοι κινδυνεύουν και η έγνοια του πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν είναι όχι μόνο πώς να μην καταποντιστούν αλλά και να επανεκλεγούν. Από την άλλη, ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι που πριν μερικούς μήνες πέρασε ακόμη μία φάση με νομικές περιπέτειες και σκάνδαλα, είναι ο μόνος στην παρούσα συγκυρία που παρουσιάζεται χωρίς έντονα εσωτερικά προβλήματα, αλλά δεν διαθέτει ερείσματα ανάληψης ηγετικών πρωτοβουλιών και συντονισμένης δράσης με τους υπόλοιπους εταίρους. Ακόμη και η Ισπανία, που έχει την προεδρία της Ένωσης αυτή την εξαμηνία ταλανίζεται κυριολεκτικά από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και τα οικονομικά της προβλήματα.


Υπ’ αυτές τις συνθήκες όπου η κάθε χώρα και κυρίως οι μεγάλες στην Ε.Ε. έχουν άλλες σημαντικές πολιτικές προτεραιότητες στο εσωτερικό, φαίνεται ότι αυτές καθορίζουν εν πολλοίς και τη συμπεριφορά τους και τη στάση τους στα κοινοτικά προβλήματα. Είναι λοιπόν βέβαιο ότι ενόσω η κατάσταση στις πρώτευσες των ανωτέρω χωρών δεν διαφοροποιείται προς το καλύτερο και συνεχίζει να απορροφά σοβαρό μέρος της ενέργειας των κυβερνώντων, οι προοπτικές ανάπτυξης ηγετικών πρωτοβουλιών και συνεργασιών σε υπερεθνικό επίπεδο στην Ε.Ε. είναι περιορισμένες. Αυτό δημιουργεί αναταράξεις στη λειτουργία της Ε.Ε., ιδιαίτερα σε μια περίοδο συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης όπου η συλλογικότητα και η συναίνεση των χωρών μελών για έξοδο από την οικονομική κρίση είναι εκ των ων ουκ άνευ.