Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Ομιλία του Βουλευτή του ΑΚΕΛ- Αριστερά – Νέες Δυνάμεις,
Δρα Άριστου Αριστοτέλους
κατά την συνεδρία της ολομέλειας της Βουλής στις 9 Ιουλίου 2009 με θέμα:
Tο φαινόμενο της φυγοστρατίας
και οι επιπτώσεις
στην Εθνική Φρουρά

και στην κυπριακή κοινωνία

Κύριε Πρόεδρε, Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει σχετική νομολογία, η φυγοστρατία θα μπορούσε υπό εννοιολογική άποψη να θεωρηθεί ως η αποφυγή εκτέλεσης υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας προς την πατρίδα. Πρόκειται για ένα διεθνές φαινόμενο που στην Κύπρο εμφανίστηκε από της δημιουργίας της Εθνικής Φρουράς το 1964 αλλά η πεποίθηση για έξαρση της τα τελευταία χρόνια, καθώς και οι πιθανές επιπτώσεις της στην άμυνα και την κοινωνία προκαλούν ανησυχία και καλούν για λήψη μέτρων και συλλογική εργασία.

Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στους αντιρρησίες συνειδήσεως ή στο φόβο του πολέμου. Εντοπίζεται σε μια άλλη κατηγορία φυγόστρατων που πιστεύεται ότι αναπτύχθηκε κατά την τελευταία δεκαετία στην Κύπρο. Είναι εκείνοι που προσποιούμενοι τους ασθενείς – κυρίως ψυχασθενείς – εξαπατούν τις αρχές για να εξασφαλίσουν μέσα από καθ’ όλα νόμιμες διαδικασίες αναστολή της στρατιωτικής τους υπηρεσίας. Σ’ αυτή βασικά την κατηγορία εστιάζεται και η όλη συζήτηση για τη φυγοστρατία στην Κύπρο. Δεν είναι όμως εύκολο να εντοπισθεί γιατί φορώντας το μανδύα του ψυχασθενή τα άτομα αυτά περιλαμβάνονται μαζί με τους υπόλοιπους στο σύνολο εκείνων που θεωρούνται ανίκανοι για στράτευση, για λόγους ψυχικής υγείας και που το 2008 ανήλθαν στους 995 (ο πραγματικός αριθμός είναι γύρω στα 500 άτομα γιατί πολλοί που παρουσιάστηκαν δύο φορές και πήραν αναστολή υπολογίστηκαν διπλά από το ΓΕΕΦ.

Με αυτές τις δυσκολίες, πώς μπορεί να εξακριβωθεί το μέγεθος του προβλήματος, τον αριθμό των υπό συγκάλυψη φυγόστρατων; Ένας έμμεσος τρόπος εξαγωγής συμπερασμάτων θα ήταν μέσα από τις Ετήσιες Εκθέσεις του Υπουργείου Παιδείας για τις Ψυχιατρικές Υπηρεσίες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό όπως και οι αριθμοί των αγοριών με ψυχολογικά προβλήματα κατά την τελευταία δεκαετία είναι σχετικά σταθερά. Λογικά θα ανέμενε κανείς ότι περίπου το ίδιο νήμα συμπεριφοράς θα παρουσίαζαν τα στοιχεία και στην Ε.Φ. Αντίθετα την ίδια περίοδο παρουσιάζονται σημαντικές αυξήσεις στην καταγραφή ατόμων ως ψυχασθενείς, σε αριθμούς έκδηλα δυσανάλογους με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας. Ταυτόχρονα ολοένα και πυκνώνουν οι πληροφορίες για στρατευσίμους ή και γονείς, που καυχιόνται ότι με το πρόσχημα του ψυχασθενή πήραν αναστολή.

Παράλληλα ορισμένα γεγονότα ενδεχόμενα να συνέβαλαν στην έξαρση του φαινόμενου, όπως: Η αλλαγή στη συμπεριφορά, στα πρότυπα και στις αντιλήψεις των νέων. Η κατάργηση απαγορευτικών στοιχείων για άτομα που έπαιρναν αναστολή για ψυχολογικά προβλήματα, όπως η απόκτηση άδειας κυνηγίου, ή οδήγησης κ.λπ. Το γεγονός ότι για ορισμένους έπαψε πια να είναι ντροπή ή στίγμα ο χαρακτηρισμός τους ως ψυχασθενείς φτάνει να εξασφαλίσουν αναστολή.

Αξιοσημείωτα είναι βέβαια και τα εξής: Το 30% περίπου των ατόμων με ψυχολογικά προβλήματα απαλλάσσονται των στρατιωτικών τους καθηκόντων με την κατάταξή τους στα ΚΕΝ. Το υπόλοιπο 70% παίρνει αναστολή για ψυχολογικούς λόγους κατά τη διάρκεια της θητείας του με κύρια αιτία την αναπροσαρμοστικότητα. Επίσης σύμφωνα με σχετική έρευνα ένα μεγάλο ποσοστό κληρωτών κατά τη διάρκεια της θητείας τους έκαναν σκέψη να ζητήσουν αναστολή, αποδίδοντας τους λόγους στην έλλειψη ελευθερίας, την καταπίεση από ανωτέρους, τη μεγάλη διάρκειας θητείας, τις λίγες άδειες κ.λπ..

Το πρόβλημα σαφώς είναι περίπλοκο και η επίλυσή του δύσκολη. Ως κόμμα χαιρετίσαμε τις προσπάθειες της κυβέρνησης το 2007 να φέρει νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση του. Υποδείξαμε ταυτόχρονα στις συζητήσεις ότι είναι ένα θέμα πολύπλευρο και χρειάζεται περαιτέρω μελέτη και λήψη όχι μόνο νομοθετικών αλλά και άλλων μέτρων προς διάφορες κατευθύνσεις. Ειδάλλως θα υπήρχαν κενά, τα οποία βρίσκονται μπροστά μας σήμερα συσσωρευμένα και η κυβέρνηση Χριστόφια καλείται να τα αντιμετωπίσει. Ήδη το Υπουργείο Άμυνας έχει προβεί στη λήψη σειράς διορθωτικών μέτρων και ταυτόχρονα διέταξε την εκπόνηση ειδικής μελέτης για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στο όλο πρόβλημα εξετάζοντας το από στρατιωτική, κοινωνική και ανθρωπιστική πτυχή και επεξεργαζόμενο λύσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις.

Φυσικά το κεντρικό δίλλημα στην όλη προσπάθεια είναι: Πώς αποτρέπεις το φαινόμενο χωρίς να βλάπτεις ή να αδικείς αυτούς που πραγματικά έχουν πρόβλημα. Ταυτόχρονα, πώς ανταμείβεις εκείνους που με συνέπεια και αφοσίωση υπηρετούν την πατρίδα τους. Μέσα από το περίγραμμα αυτό θα μπορούσαν να ληφθούν μια σειρά μέτρων και συνδυασμένων ενεργειών με την εμπλοκή όχι μόνο πολιτικών, στρατιωτικών, γονιών, αλλά και των ιδίων των νέων και άλλων κοινωνικών ομάδων.

Ορισμένες εισηγήσεις για τέτοια μέτρα θα μπορούσε για παράδειγμα να ήταν:
· Εκτός από τα άτομα που εμφανώς για ψυχολογικούς λόγους πρέπει να πάρουν αναστολή, οι υπόλοιποι που επικαλούνται ψυχολογικά προβλήματα να υπηρετούν εναλλακτική υπηρεσία εντός στρατοπέδου σε ώρες εργασίας.
· Η ενασχόληση των ατόμων αυτών θα καθοριστεί με τη συνεργασία των ψυχιάτρων ή ψυχολόγων και να περιλαμβάνει και προγράμματα αποθεραπείας.
· Ταυτόχρονα για όσους παίρνουν αναστολή για ψυχολογικούς λόγους να εξευρεθεί τρόπος προώθησης και εφαρμογής μέτρων, κλπ.
· Παράλληλα εκείνοι που με συνέπεια υπηρετούν την πατρίδα τους να ανταμείβονται παίρνοντας κάποια μόρια όταν αιτούνται εργασία στο Δημόσιο ή άλλη ανταμοιβή.
· Συστηματική προσπάθεια για να αποκατασταθεί το αίσθημα της ντροπής και το στίγμα ότι η φυγοστρατία ενεργεί σε βάρος της πατρίδας, της άμυνας του τόπου και της κοινωνίας.
· Εμπέδωση του αισθήματος προσφοράς στην πατρίδα και σχετική ενθάρρυνση των νέων από την ίδια την οικογένεια και το σχολείο.
· Διεξοδική εξέταση των στρατευσίμων από τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες και εφοδιασμό των υπηρεσιών αυτών με το απαραίτητο υλικό.
· Καθιέρωση επιθεωρητών ελέγχου αν τηρούνται οι προϋποθέσεις της αναστολής.
· Εμπέδωση ανάμεσα στα στελέχη και τους αξιωματικούς της σημασίας της κατανόησης, συμπαράστασης, επικοινωνίας και υποκίνησης των στρατιωτών και την καθιέρωση σειράς σεμιναρίων ψυχολογίας και κοινωνιολογίας.
· Αναδιοργάνωση της Εθνικής Φρουράς και μείωση της θητείας.

Τελειώνω τονίζοντας ότι πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό και λεπτό ζήτημα με πολλές και διάφορες προεκτάσεις και έχομε την πεποίθηση ότι η σημερινή κυβέρνηση, που το βρήκε συσσωρεμένο απέναντι της, θα δώσει, σε συνεργασία με όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και κοινωνικούς φορείς, τις καλύτερες δυνατές λύσεις και απαντήσεις.


EΝΤΑΞΗ ΣΤΟ ΝΑΤΟ, ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ

Είναι πολύ αδύναμη η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΔΗΣΥ κ Αβέρωφ Νεοφύτου στο άρθρο του στον Φιλελεύθερο, 4.09.2008, για λύση του προβλήματος της ασφάλειας μας, επαναλαμβάνοντας την πρόταση για άμεση υποβολή αίτησης ένταξης της Κύπρου στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη ( ΣγΕ) και μεταγενέστερα στο ΝΑΤΟ - για ένα επιπλέον όμως λόγο τώρα - για να βγούμε δήθεν από τα αδιέξοδα στο επίμαχο θέμα των εγγυήσεων στο Κυπριακό.

Βέβαια δεν χρειάζεται να ανατρέξει κανείς στους σκοπούς της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και το ρόλο της στα Ελληνοτουρκικά, ούτε και να προβεί σε ανάλυση του θέματος ΝΑΤΟ και ΣγΕ, για να αποδειχθεί πόσο εσφαλμένες είναι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις. Απλώς υπενθυμίζεται ότι το ΝΑΤΟ είναι στρατιωτική συμμαχία, της οποίας η Τουρκία αποτελεί σημαντικό εταίρο με δικαίωμα αρνησικυρίας. Το να πιστεύει κανείς ότι θα δεχτεί, είτε ο Οργανισμός αυτός, είτε η Άγκυρα, να αναλάβει το ΝΑΤΟ ρόλο προστάτη ή εγγυητή της ασφάλειας της Κύπρου από τη σύμμαχο Τουρκία είναι όνειρο θερινής νυκτός.

Το ίδιο ισχύει και για την υπόδειξη να υποβάλει η Κύπρος αμέσως αίτηση ένταξης στο ΣγΕ και στο ΝΑΤΟ ώστε αν η Άγκυρα προβάλει «βέτο» - που ασφαλώς και θα το κάνει - θα κερδίσουμε τουλάχιστο τις εντυπώσεις και θα εκτεθεί η Τουρκία!.. Όμως είναι ακατανόητο ποιες εντυπώσεις θα κερδίσουμε, πόσο καιρό θα διαρκέσουν και τι πρακτικό όφελος θα έχουμε. Θα τερματισθεί η τουρκική κατοχή; Ξεχνούμε πως η Τουρκία με ενθάρρυνση Νατοϊκών συμμάχων εισέβαλε το 1974 στην Κύπρο και ότι με την ανοχή τους συνεχίζει για 34 χρόνια να κατέχει ανενόχλητη το βόρειο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αγνοώντας αλλεπάλληλα ψηφίσματα του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών;

Δεν μένει όμως εδώ ο κ. Νεοφύτου, αλλά μη αντέχοντας στο μικροκομματικό πειρασμό αφήνει να εννοηθεί με κάποια δόση ειρωνείας ότι ατυχώς αυτό δεν πρόκειται να υλοποιηθεί, όχι γιατί είναι μια σκέψη εξωπραγματική αλλά ένεκα των «ιδεολογικών προβλήματα του Προέδρου Χριστόφια για υιοθέτηση της πιο πάνω πρότασης», τα οποία και κατανοεί. Αυτό όμως που δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς είναι το εξής: Εφόσον αισθάνεται τόσο έντονα για το συγκεκριμένο θέμα και δεν έχει ούτε και ιδεολογικά προβλήματα, γιατί στα δέκα χρόνια της διακυβέρνησης, στην οποία μετείχε και ο κ. Νεοφύτου ως Υπουργός, δεν υπέβαλε αίτηση ένταξης, είτε στο ΣγΕ, είτε στο ΝΑΤΟ, όταν η Ελλάδα ως μέλος της Συμμαχίας θα μπορούσε κάλλιστα να ασκήσει «βέτο» στη διεύρυνσή του στις πρώην Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες εάν δεν γινόταν δεκτή η Κύπρος; Γιατί όταν στα πορίσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Κοπεγχάγη το 2002, ρητώς αποκλειόταν η Κύπρο από τις συμφωνίες Berlin plus – με το πρόσχημα ότι δεν είναι μέλος του ΣγΕ - ώστε να μη συμμετέχει σε κοινές συναντήσεις Ε.Ε και ΝΑΤΟ, για να ικανοποιηθεί η Τουρκία, όχι μόνο δεν υπήρξε καμία αντίδραση από τη Λευκωσία και την Αθήνα αλλά κάποιοι απέκρυψαν το γεγονός αυτό από το λαό;

Το να ζητούν λοιπόν ορισμένοι σήμερα έμμεσα να εγκαταλείψουμε την πάγια θέση μας στο Κυπριακό για αποστρατικοποίηση και απαλλαγή από τις εγγυήσεις, και αντί αυτού να προτείνουμε στις συνομιλίες την ένταξη στο ΝΑΤΟ και ανάληψη της προστασίας της Κύπρου από τον οργανισμό αυτό, ως ένας συμβιβασμό με την Τουρκία ή «win win situation», φαίνεται ότι δεν έχουν συναίσθηση, ούτε της πραγματικότητας των διεθνών σχέσεων, ούτε των αναλογιών των δυνάμεων και τις προθέσεις των αντιπάλων. Πέραν τούτων η πρόταση αυτή – που πουθενά δεν μας οδηγεί - αν και έχει εκφραστεί και από άλλους προηγουμένως, ωστόσο πρώτη φόρα τίθεται ως θέση από υψηλόβαθμο στέλεχος κόμματος και δημιουργεί σύγχυση αν αυτή αποτελεί και επίσημη θέση της παράταξης που εκπροσωπεί.

Δρ Άριστος Αριστοτέλους

09.09.2008

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Ποιοι, πώς
και γιατί
έβαλαν κολοβή
την Κύπρο

στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η διάσκεψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε) στη Θεσσαλονίκη στα τέλη της περασμένης εβδομάδας είναι η πρώτη στην οποία συμμετείχε η Κύπρος μετά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησής της στις 16 Απριλίου 2003 στην Αθήνα. Το γεγονός όμως ότι, πέραν του μελλοντικού συντάγματός της Ε.Ε, σημαντικό μέρος των διακηρύξεων ή των προτάσεων που υπεβλήθησαν κατείχε η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, καθώς και η απόφαση διαμόρφωσης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας, βάσει των εισηγήσεων Σολάνα, φέρνει στην επιφάνεια ένα κενό – μια τρύπα - που συνοδεύει την κυπριακή συμμετοχή από τη διάσκεψη της Κοπεγχάγης.

Στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης τον Δεκέμβριο του 2002, όταν η Κύπρος με άλλες εννέα υποψήφιες χώρες γινόταν δεκτή στους κόλπους της Ε.Ε, υποδεικνύαμε ότι στα συμπεράσματα της δανέζικης προεδρίας περνούσαν κάποιες πρόνοιες που επέβαλλαν περιορισμούς και επηρέαζαν αρνητικά το θέμα της ασφάλειας και τη στρατηγική αξία του νησιού. Μέσα στο κλίμα ευφορίας που υπήρχε τότε, δεν απέσπασαν τη δέουσα προσοχή. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό θέμα για το οποίο η τότε κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε επενδύσει πολλά και ωστόσο είχε υποβαθμιστεί εντελώς το αρνητικό του αποτέλεσμα και ο κυπριακός λαός παρέμεινε ανημέρωτος.

Ποιες όμως είναι αυτές οι περιοριστικές πρόνοιες, που βασικά προωθήθηκαν με πολύ έντεχνο τρόπο στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε για να ικανοποιήσουν την Τουρκία; Πώς επηρεάζουν στρατηγικά την Κύπρο και προς όφελος ποιων; Σε πιο βαθμό ανατρέπουν τις πολυδιαφημιζόμενες τότε προσδοκίες της Λευκωσίας στο θέμα της ασφάλειας και γιατί παρασιωπήθηκε το πρόβλημα αυτό; Με αυτά τα ερωτήματα ασχολείται το παρόν κείμενο, το οποίο υποδεικνύει τη σοβαρότητα του θέματος, εισηγείται τρόπους για την αντιμετώπιση του και τονίζει πως θα πρέπει κάποιοι, που χειρίζονταν τα θέματα αυτά, να δώσουν, έστω και καθυστερημένα, απαντήσεις και εξηγήσεις.

Οι πρόνοιες
Η ουσία των προνοιών γύρω από το θέμα αυτό περιλαμβάνονται στο Annex II, σελίδα 13 των Συμπερασμάτων της Προεδρίας της Κοπεγχάγης, που ανακοινώθηκαν αμέσως μετά τη Διάσκεψη της Ε.Ε. Οι διευθετήσεις, που σχετίζονται βασικά με την επιχειρησιακή λειτουργία του λεγόμενου Ευρωστρατού, είναι γνωστές ως ´´Berlin plus´´ και η εφαρμογή τους αφορούν μόνο μέλη της Ε.Ε που είναι και μέλη του ΝΑΤΟ και του «Συνεταιρισμού για την Ειρήνη».

Με αυτή την πρόνοια, που ήταν αποτέλεσμα μακρού και έντονου παρασκηνίου, για να ξεπεραστεί η αντίδραση της Τουρκία, αποκλείσθηκε με εύσχημο τρόπο η Κύπρος – όπως και η Μάλτα – από το να συμμετέχει στη διεξαγωγή επιχειρήσεων όπου χρησιμοποιείται υποδομή της Νατοϊκής Συμμαχίας, αφού δεν είναι μέλος ούτε του ΝΑΤΟ ούτε του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη. Έτσι η Κύπρος, όπως αναφέρεται στις σχετικές αποφάσεις, δεν μπορεί να παίρνει μέρος και να ψηφίζει σε ιδρύματα και σώματα της Ε.Ε., περιλαμβανομένης και της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας (« COPS»), όταν οι δραστηριότητες της σχετίζονται με την εφαρμογή των ανωτέρω λειτουργιών ή επιχειρήσεων. Ούτε δικαιούται η Κύπρος να είναι δέκτης στοιχείων της Ε.Ε που σχετίζονται με «εμπιστευτικές πληροφορίες» του ΝΑΤΟ.

Οι επιπτώσεις
Παρόλο που στο κείμενο γίνεται αναφορά και στη Μάλτα, ωστόσο στην πραγματικότητα οι περιοριστικές αυτές πρόνοιες επηρεάζουν μόνο την Κύπρο. Ο λόγος που η Μάλτα δεν επηρεάζεται τόσο είναι, πρώτο, γιατί δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα κατοχής και ανασφάλειας όπως η Κύπρος, αλλά και γιατί η γεωγραφική της θέση στη Μεσόγειο δεν έχει την ίδια σημασία σήμερα (σε σχέση με τα καθήκοντα Πήτερσμπεργκ) όπως είχε πριν και μετά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεύτερο, η Μάλτα, σε αντίθεση με την Κύπρο, δεν έχει ενδιαφερθεί ή προτείνει να συνεισφέρει στρατιωτικά στη Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης (Δ.Τ.Α.). Για την ασφάλειά της η Βαλέτα έχει ειδικές ρυθμίσεις με την Ιταλία. Εξάλλου, σε αντίθεση με την Κύπρο, η Μάλτα δεν είχε ως ένα από τα κυριότερα κίνητρα τής ένταξής της στην Ε.Ε. την αναζήτηση ασφάλειας.

Οι ανωτέρω πρόνοιες της διακήρυξης της Κοπεγχάγης, λοιπόν, εξουδετερώνουν την πολυδιαδημισθείσαν συνεισφορά της Κύπρου στον περίφημο Ευρωστρατό (Δ.Τ.Α.), καθώς και την περιβόητη πρόταση των τότε αρμοδίων φορέων για χρησιμοποίησης του νησιού από τη Δ.Τ.Α., αφού για πολλά χρόνια - - ή όσο υπάρχει ΝΑΤΟ - και εφόσον δε δημιουργείται άλλη αυτοτελής στρατιωτική υποδομή για την Ε.Ε., η Ένωση δε θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς νατοϊκή στήριξη. Εν πάση περιπτώσει δεν προβλέπεται η δημιουργία δεύτερης υποδομής από την Ένωση. Άρα θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται η νατοϊκή υποδομή από την Ε.Ε και συνεπώς θα αποκλείεται συνεχώς η Κύπρος.

Στρατηγικές επιδράσεις
Το γεγονός αυτό εξουδετερώνει τη στρατηγική χρησιμότητα του νησιού και τα πλεονέκτημα που αυτή θα μπορούσε να προσφέρει στην Κυπριακή Δημοκρατία και για την οποία τόσο πολύς λόγος είχε γίνει - με αρκετή δόση υπερβολής - από τους υπεύθυνους φορείς της Λευκωσίας. Φτάνει να ανατρέξει κανείς σε παλαιότερες δηλώσεις από το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας της Δημοκρατίας, που πρόβαλλαν την άποψη ότι «για πρώτη φορά η Κύπρος αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση προς δικό της όφελος» – αγνοώντας ή καλύτερα υποτιμώντας τις δυνατότητες της Τουρκίας να αντιδράσει και να εξουδετερώσει μια τέτοια εξέλιξη – πράγμα για το οποίο εμείς προειδοποιούσαμε μέσω άρθρων, αναλύσεων και δηλώσεων μας..

Υπό το φως των δεδομένων αυτών η στρατηγική αξία της Κύπρου συνεχίζει να παραμένει στα χέρια των Βρετανών και βέβαια των Τούρκων εφόσον διαιωνίζεται η κατοχή. Τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Κύπρου (από τη στρατιωτική οπτική γωνία) τα εκμεταλλεύονται οι Βρετανοί μέσω των στρατιωτικών τους βάσεων στο νησί, στην άσκηση της εξωτερικής και αμυντικής τους πολιτικής στην περιοχή και πέραν από αυτή. Ταυτόχρονα οι Βρετανοί εξυπηρετούν είτε τις ΗΠΑ (κυρίως) είτε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όταν χρειαστεί. Η στρατηγική αξία της Κύπρου βρίσκεται επίσης στα χέρια της Τουρκίας, μέσω της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού, η οποία ασκεί στρατιωτικό και γεωπολιτικό έλεγχο με την ισχυρή παρουσία των κατοχικών της δυνάμεων στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Βέβαια είναι πολύ απομακρυσμένο αν όχι απίθανο η Δ.Τ.Α. να χρησιμοποιήσει την Κύπρο στο προβλεπτό μέλλον για κάποια επιχείρηση στην περιοχή γιατί μεταξύ άλλων δεν κατέχει τέτοιες δυνατότητες, μέσα και τεχνολογία. Ούτε και προβλέπεται ότι θα μπορέσει να τις αποκτήσει στο σύντομο μέλλον. Αν προέκυπτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο χρησιμοποίησης της Κύπρου, είτε από τη Δ.Τ.Α. της Ε.Ε, είτε από κάποια άλλα κράτη, για να δράσουν σε συνεργασία με τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς, αυτό θα γινόταν μέσω των Βρετανικών Βάσεων, που διαθέτουν όλα τα αναγκαία μέσα, τεχνολογία, εμπειρία, εγκαταστάσεις και υποδομή και όχι από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η κοινή άμυνα;
Οι ανωτέρω πρόνοιες περιορίζουν και το ενδεχόμενο η Κύπρος στο προσεχές μέλλον – εάν προκύψει ανάγκη – να απολαμβάνει πλήρως τα οφέλη των μηχανισμών κοινής άμυνας των χωρών μελών της Ε.Ε, εάν για τη στρατιωτική τους προστασία θα χρησιμοποιείτο η νατοϊκή υποδομή, γεγονός που αποκλείει το νησί. Με αυτά τα δεδομένα η Κύπρος με την ένταξη στην Ε.Ε οχυρώνεται μεν πολιτικά και βελτιώνεται το αίσθημα ασφάλειας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ταυτόχρονα και στρατιωτική και προστασία του νησιού από την Ένωση, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός της Ε.Ε, αλλά και γιατί είναι μακρύς ο δρόμος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο αν ποτέ επιτευχθεί.

Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος, δεδομένης της συνεχιζόμενης κατοχής και της παρουσίας των κατοχικών δυνάμεων και της τουρκικής απειλής, είναι υποχρεωμένη να στηρίζεται ακόμη όχι στην στρατιωτική προστασία της Ε.Ε – που είναι μεν αναγκαία αλλά δεν είναι διαθέσιμη και ούτε μπορεί με τις ανωτέρω ρυθμίσεις να προσφερθεί – όσο στις δικές της δυνάμεις ως το πιο αξιόπιστο μέσο για την ασφάλειά της. Oπότε η αμυντική θωράκιση θα συνεχίσει ακόμη για την Κύπρο να είναι σημαντική δραστηριότητα. Σημαντικός θα συνεχίσει να είναι και ο ρόλος και η συνεισφορά της Ελλάδας προς την κατεύθυνση αυτή.

Τα δεδομένα όμως μετά την Κοπεγχάγη και το νέο σκηνικό και οι διαγραφόμενες συνθήκες στο Κυπριακό επιβάλλουν πολύ συνετούς, προσεχτικούς και σωστούς χειρισμούς στον τομέα της αμυντικής θωράκισης, που να εξυπηρετούν, από την μια, με αποτελεσματικότητα τους σκοπούς ασφάλειας του κυπριακού κράτους και, από την άλλη, τη στρατηγική της ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος.

Ταυτόχρονα η Κύπρος ως ισότιμο μέλος πια της Ε.Ε, θα πρέπει με διακριτικούς χειρισμούς και με προσεχτική στρατηγική – μέσα από τις ευκαιρίες που της προσφέρει η συμμετοχή της στους διάφορους μηχανισμούς της Ένωσης – και σε συνεργασία και συντονισμό με την Ελλάδα να προσπαθήσει να απαλλαγεί από τους περιορισμούς που της επέβαλαν στην Κοπεγχάγη, που καθιστούν κολοβή την κυπριακή συμμετοχή, τουλάχιστο σε κάποιους τομείς. Αυτό είναι βέβαια πρωτίστως έργο της κυπριακής διπλωματίας να μελετήσει, να θέσει σιωπηρά ως στόχο και να τον προωθήσει – όχι τόσο γιατί αφήνει ακάλυπτη στρατιωτικά την Κύπρο αλλά γιατί μειώνει το κύρος της συμμετοχής της ως ίσου εταίρου στην Ε.Ε αφήνοντας την κολοβή.

Στο μεταξύ όμως εγείρονται σοβαρά ερωτήματα, που δεν μπορεί να περάσουν απαρατήρητα και χωρίς να προβληματιστεί κανείς: Παρακολουθούσαν και γνώριζαν πράγματι οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας τις ζυμώσεις και τις διεργασίες που γίνονταν το 2002 στο θέμα αυτό και οι οποίες οδήγησαν τελικά στην κολοβή συμμετοχή της Κύπρου στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και πιο συγκεκριμένα στον τομέα της κοινής άμυνας; Γιατί δεν αντέδρασαν έγκαιρα και προληπτικά στο βαθμό που ήταν δυνατό για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό; Γιατί παρασιωπήθηκε το αρνητικό αυτό γεγονός μετά την Κοπεγχάγη και αντί να τεθεί ως στόχος η σταδιακή διόρθωσή του, αντίθετα ορισμένοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν και ακόμη να ωραιοποιήσουν την κατάληξη αυτή, που στην πραγματικότητα ανέτρεπε κάθε προηγούμενη – πομπώδη - διακήρυξη για την κυπριακή συνεισφορά και συμμετοχή στον περιβόητο «Ευρωστρατό», καθώς και για τις προοπτικές στρατιωτικής ασφάλειας της Κύπρου εντός της Ε.Ε; Κάποιοι οφείλουν ως ένδειξη ελάχιστου σεβασμού προς τις δημοκρατικές αρχές και τον κυπριακό λαό να απαντήσουν σε τέτοια υψίστης σημασία για την ασφάλεια της Κύπρου ερωτήματα, και δεν αποκλείεται βέβαια να είναι σε θέση να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις. Δεν φάνηκε όμως μέχρι σήμερα από καμιά κατεύθυνση η πρόθεση κανενός να διαφωτίσει.

23/06/2003

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Ο Συνεταιρισμός
για την Ειρήνη,
η Μονή Κύκκου
και το Βατικανό
Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Ανεξάρτητα από τις θέσεις που έχουν εκφραστεί υπέρ ή κατά της υποβολής αίτησης ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, είναι αδιανόητο να εμμένουν κάποιοι στην εσφαλμένη άποψη ότι η ρύθμιση αυτή δεν είναι στρατιωτική διεργασία και ότι δεν αφορά τη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) αλλά την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) και δη τον πυλώνα της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Άμυνας. Τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά.

Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη δημιουργήθηκε μετά από πρωτοβουλία των ΗΠΑ και σχετική απόφαση της συνόδου του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες τον Ιανουάριο του 1994. Σκοπός ήταν να εμπλέξουν αρχικά, με μια ειδική σχέση, κράτη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, που μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου πίεζαν να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ, και αργότερα να συμπεριλάβουν και άλλες χώρες του ΟΑΣΕ. Όπως αναφέρει και το ίδιο το ΝΑΤΟ στην ιστοσελίδα του – αντίθετα με το τι λένε κάποιοι στην Κύπρο - «ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιδρυματικής δομής της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας» και λειτουργικά εντάσσεται στο Συμβούλιο Ευρωατλαντικής Σύμπραξης. Ακόμη και ο Γιαννάκης Κασουλίδης σε ανακοίνωσή του στις 22/02/2006, σε αντίθεση με το τι υποστηρίζουν ορισμένοι στο ΔΗΣΥ, αναφέρει ότι «ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη αποτελεί τον προθάλαμο του ΝΑΤΟ».

Ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι εθελοντική στρατιωτική συνεργασία μεταξύ της κάθε χώρας ξεχωριστά που εντάσσεται σ΄αυτόν και του ΝΑΤΟ. Οι αποστολές του Συνεταιρισμού εμπλέκουν τις ένοπλες δυνάμεις των μελών σε διεργασίες και προγράμματα της δικής τους επιλογής αλλά και του ΝΑΤΟ. Περιλαμβάνουν έρευνα και διάσωση, διευθέτηση κρίσεων, ειρηνικές αποστολές και την επιβολή της ειρήνης, όπως την αντιλαμβάνονται και την έχουν εφαρμόσει οι ΗΠΑ στη Γιουγκοσλαβία στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Σημαντική δέσμευση των χωρών μελών του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη είναι «η ανύψωση των στρατιωτικών τους ικανοτήτων σε επίπεδα που να μπορούν να συνδράμουν στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ».

Συνεπώς, το ότι ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη είναι στρατιωτική συνεργασία και ότι αυτός ανήκει στο ΝΑΤΟ και όχι στην Ε.Ε, δεν είναι θέμα πεποίθησης του καθενός αλλά πραγματικών δεδομένων όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Και αν κάποιοι συνεχίσουν να επιμένουν περί του αντιθέτου, η άποψη τους είναι τόσο σωστή όσο και η διαπίστωση ότι η μονή Κύκκου δεν είναι μέρος της Εκκλησίας της Κύπρου αλλά του Βατικανού.


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009




Ομιλία του δρα Άριστου Αριστοτέλους,
Βουλευτή Λεμεσού, ΑΚΕΛ - Αριστερά - Νέες Δυνάμεις
στο σεμινάριο του Υπουργείου Άμυνας και του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, με θέμα Προκλήσεις Ασφάλειας και Στρατηγικές στην Νοτιοανατολική Ευρώπη έως το 2019

ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
H έννοια της αναδιοργάνωσης
και αναβάθμισης της κυπριακής άμυνας


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Έχει σκιαγραφηθεί από τους προηγούμενες ομιλητές το διεθνές περιβάλλον, οι προκλήσεις απειλές και προοπτικές στην επόμενη δεκαετία. Έχει αναλυθεί το γεωπολιτικό τοπίο στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και έχει γίνει αναφορά στην ΚΕΠΠΑ, καθώς και στο Κυπριακό σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη στρατηγική. Έχουν επισημανθεί διάφορες προκλήσεις για την ασφάλεια της Ελλάδας, της Κύπρου και της Τουρκίας, καθώς και οι προοπτικές περαιτέρω διαφοροποίησης του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων έως το 2019 υπέρ της τουρκοκυπριακής πλευράς.

Πλείστα από τα σημεία τα οποία έχουν αναφερθεί αποτελούν απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στη διαμόρφωση των εθνικών στόχων και στην επεξεργασία Εθνικής Στρατηγικής. Είναι βασικά αυτά τα στοιχεία μαζί με τους πόρους και τις δυνατότητες μας, σε σχέση με εκείνες του αντιπάλου, που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το περίγραμμα των διπλωματικών και άλλων πολιτικών μας δραστηριοτήτων αλλά και της αμυντικής μας πολιτικής. Θα καθορίσουν το στρατιωτικό δόγμα, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, την οργάνωση και προγραμματισμό των ενόπλων δυνάμεων, που αποτελούν βασικά και το αντικείμενο της εισήγησης μου σ’ αυτή την ημερίδα.


Σκοπός – περιεχόμενο
Κάτω από τον τίτλο «Εθνική Στρατηγική – Αναδιοργάνωση και Αναβάθμιση της Κυπριακής Άμυνας» θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε από την οπτική γωνία των στρατηγικών σπουδών και να θέσουμε πάνω σε ορθολογθιστική βάση την όλη προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στον τομέα αυτό.

Προς το σκοπό αυτό:
1. Θα προσδιορίσουμε πρώτα την έννοια και το περιεχόμενο της Εθνικής Στρατηγικής και τη σχέση της με την αμυντική δραστηριότητα.

2. Θα αναφερθούμε μετά στη Στρατηγική της Αποτροπής

3. Θα δούμε πώς η αμυντική προσπάθεια στην Κύπρου εντάσσεται σ’ αυτή τη στρατηγική

4. Τέλος, θα υπογραμμίσουμε ποιο είναι το νόημα και η σημασία της αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της άμυνας στην επίτευξη των στόχων της εθνικής στρατηγικής.


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
Τι είναι στρατηγική; Παρόλο που η στρατηγική έχει στρατιωτικό διάσταση ένεκα του ότι η λέξη αυτή είναι ελληνική και ταυτίζεται με τη στρατιωτική δραστηριότητα, ωστόσο στη σύγχρονη εποχή χρησιμοποιείται ευρέως σε διάφορους τομείς. Γενικά όμως είναι αντιληπτό ότι η στρατηγική αφορά την αξιοποίηση μέσων και τρόπων για επίτευξη στόχων.

Όσον αφορά τον ορισμό της στρατηγικής στη σύγχρονή του έννοια, αυτή αφορά το πώς οι κυβερνήσεις στις συγκρουόμενες σχέσεις τους με άλλες χώρες χρησιμοποιούν το στρατιωτικό στοιχειό σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες ισχύος, όπως πολιτικούς, διπλωματικούς, νομικούς, οικονομικούς, τεχνολογικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς κ.λπ για την προστασία ή προώθηση εθνικών στόχων.

Σημειώνεται ότι όταν αναφερόμαστε στην αξιοποίηση του στρατιωτικού στοιχείου ως μέρος της εθνικής στρατηγικής αυτό μπορεί να σημαίνει, είτε την άμεση, είτε την έμμεση χρησιμοποίησή του. Ακόμη μπορεί να σημαίνει απλώς και την κατοχή στρατιωτικών ικανοτήτων. Η κάθε περίπτωση έχει τις δικές της επιδράσεις.

Βέβαια στα σύγχρονα κράτη, σε δημοκρατικά καθεστώτα με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα πολέμου, όπου ο πολίτης – ο φορολογούμενος - έχει ισχυρό λόγο, η χρήση της στρατιωτικής βίας είναι η έσχατη διέξοδος στις διεθνείς σχέσεις.

Κι εδώ είναι και η σχετικότητα της ρήσης του μεγάλου Κινέζου φιλόσοφου, Σουν Τσου, που γράφοντας το βιβλίο του «Η Τέχνη του Πολέμου» πριν 2.500 περίπου χρόνια υποδείκνυε βασικά - και το παραφράζω - ότι η καλύτερη στρατηγική είναι εκείνη με την οποία επιτυγχάνεις τους στόχους του χωρίς να ρίξει ούτε ένα βέλος – ούτε μια σφαίρα, θα λέγαμε στην εποχή μας. Αυτή είναι βασικά και μια ισχυρή παράμετρος της Στρατηγικής της Αποτροπής, η οποία έχει χαρακτηριστεί και ως ειρηνική στρατηγική.


ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ, ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Ο προαναφερθείς ορισμός υποδηλοί την άμεση σχέση που έχει η εθνική στρατηγική με το στρατιωτικό στοιχείο και τον αμυντικό τομέα γενικότερα. Στο άναρχο ή ημιάναρχο διεθνές πολιτικό περιβάλλον, όπου σε αρκετά μεγάλο βαθμό ισχύει ο νόμος του Νεάντερνταλ περί επικράτησης του ισχυρότερου και όπου συναντώνται παρόμοιες άλλες αντιλήψεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων πό τη σχολή των ρεαλιστών και του Θουκυδίδη περί συσχετισμού δυνάμεων και της ικανότητας του ισχυρού να επιβάλει τη θέληση του στον αδύνατο, οι χώρες καταφεύγουν στην κατοχή ή στην έμμεση ή άμεση χρησιμοποίηση της στρατιωτικής ισχύς για επίτευξη των δικών τους στόχων. Υπό αυτές τις συνθήκες ο αμυντικός τομέας αποτελεί όχι μόνο αναπόσπαστο μέρος της εθνικής τους στρατηγικής αλλά ίσως και το σημαντικότερο και πιο αξιόπιστο εργαλείο για την ενάσκησή της στην προστασία και προόθηση των εθνικών συμφερόντων.

Στη διαμόρφωση και άσκηση της Εθνικής Στρατηγικής, η σωστή αξιολόγηση των μέσων και δυνατοτήτων, τόσο του αντιπάλου όσο και των δικών μας, είναι εξαιρετικής σημασίας. Τυχόν υπερτίμηση των δυνατοτήτων μας και υποτίμηση εκείνων του αντιπάλου ή και του διεθνούς πολιτικού κλίματος ή των πιθανών αντιδράσεων διαφόρων χωρών και άλλων διεθνών οργανισμών, ενδεχόμενα να οδηγήσει σε περιπέτειες ή και σε αντίθετα από τα προσδοκώμενα καταστροφικά αποτελέσματα.

Η ανάλυση των δεδομένων από τους προηγούμενους ομιλητές φανερώνει ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία το γεωπολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται προβάλλοντας διάφορες προκλήσεις καθώς και ευκαιρίες και απειλές. Ταυτόχρονα η ανισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων της Κύπρου με την τουρκική πλευρά, όχι μόνο θα συνεχίσει να υφίσταται αλλά και ενδεχόμενα να διευρύνεται δεδομένων των εξοπλιστικών προγραμμάτων της γείτονος, της αναβαθμισμένης στρατηγικής της σημασίας και του υπό εξέλιξη διευρυνόμενου ρόλου της στην περιοχή. Τα στρατιωτικά και γεωγραφικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας στον κυπριακό χώρο σε σχέση με την Ελλάδα παραμένουν επίσης αμετάβλητα στην επόμενη δεκαετία.

Αυτοί οι υπολογισμοί υπογραμμίζουν ότι η στρατιωτική αναμέτρηση, ήτοι η απόπειρα επίτευξη των εθνικών στόχων με πολεμικά μέσα, δηλαδή σε ένα χώρο που πλεονεκτεί σημαντικά η Τουρκία – παραμένει όπως και στα προηγούμενα χρόνια μια μη ρεαλιστική επιλογή για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Πολιτική – διεθνής παράγοντας – διεθνής νομοθεσία - διπλωματία
Τα δεδομένα ωστόσο είναι διαφορετικά στο μη στρατιωτικό πεδίο. Στον πολιτικό τομέα, στο διεθνές δίκαιο, στη διεθνή διπλωματία, η Κύπρος έχει περισσότερα πλεονεκτήματα ή λιγότερες αδυναμίες απ’ ό, τι η Τουρκία σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα. Είναι βασικά ο διεθνής παράγοντας που δίνει υπόσταση και κύρος και νομιμότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζοντάς την ως τη μόνη αρχή στην Κύπρο, γεγονός που στερεί στην Τουρκία τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των σχεδίων της για αναγνώριση της ντε φάκτο κατάσταση που δημιούργησε με τη βία των όπλων το 1974 και που διατηρεί μέχρι σήμερα με την κατοχή. Είναι κάτω από την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης που η τουρκική πλευρά οδηγείται σε διάλογο με βάση τη λύση της ομοσπονδίας. Οι επιτυχίες στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών για σεβασμό της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου και για αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από το νησί ήταν και είναι ερείσματα προς αξιοποίηση σε μια διεθνή κυπριακή στρατηγική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) αποτελεί ένα άλλο εξαιρετικής σημασίας στρατηγικό μοχλό, που ισχυροποιεί την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία θέλει να καταργήσει η Τουρκία. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η εξάπλωση της γεωπολιτικής της επιρροής στον κυπριακό χώρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλοιώνουν την ένταση της τουρκικής κυριαρχίας και υπεροχής στον κυπριακό χώρο και στην περιοχή. Αποθαρρύνουν την περαιτέρω εξάπλωση της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής και πιέζουν για λύση στο νησί. Ενεργούν έμμεσα και άμεσα ως μορφή προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιδιαίτερα η επιδίωξη της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ε.Ε. επιβάλλει σ’ αυτή να υιοθετεί θετικότερες συμπεριφορές και στο Κυπριακό, που να συνάδουν με τις απαιτήσεις της Ένωσης στο θέμα αυτό.

Δε μπορεί βέβαια να αγνοείται ταυτόχρονα ότι στα διάφορα διεθνή φόρα οι θέσεις των χωρών πολλές φορές διαμορφώνονται ανάλογα με τα συμφέροντα και δεδομένα των καιρών, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το δίκαιο και την ηθική. Για τούτο και οι παράγοντες αυτοί και οι εξελίξεις που συντελούνται στο διεθνές πεδίο θα πρέπει να παρακολουθούνται, να μελετώνται και να αξιολογούνται συνεχώς από τη Λευκωσία και ιδιαίτερα από την κυπριακή διπλωματία ώστε να λαμβάνονται οι σωστότερες αποφάσεις και να γίνονται οι καλύτερες ενέργειες για την προώθηση ή προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, προλαμβάνοντας ή αποτρέποντας αρνητικές εξελίξεις σε βάρος μας.


ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω η Εθνική Στρατηγική σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα επιβάλλεται να είναι ειρηνική, με έμφαση στις πολιτικές διεργασίες και όχι στο στρατιωτικό τομέα ως μοχλό προώθησης των θέσεων της Κύπρου στο διεθνές πεδίο. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι το στρατιωτικό στοιχείο και η αμυντική δραστηριότητα πρέπει να υποτιμηθεί και να παραμεληθεί. Αντίθετα αυτά αποτελούν ουσιώδες μέρος της Εθνικής Στρατηγικής και σημαντικό εργαλείο αντιμετώπισης των κινδύνων, προκλήσεων και απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όσον αφορά τους στόχους της Εθνικής Στρατηγικής αυτοί σε αδρές γραμμές θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι :
· (α) Η απελευθέρωση της Κύπρου από την κατοχή και η προώθηση λύσης ομοσπονδίας στο κυπριακό πρόβλημα και
· (β) Η προστασία των ελευθέρων περιοχών και η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πιθανών προκλήσεων, κινδύνων και απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πρόκειται βασικά για μια Εθνική Στρατηγική Αποτροπής που στοχεύει από τη μια να αποτρέψει την Τουρκία από το να εμμένει στους διχοτομικούς και επεκτατικούς της στόχους στην Κύπρο, ή από το ναδημιουργήσει νέα πολιτικά τετελεσμένα, αυξάνοντας το διπλωματικό και πολιτικό κόστος της εμμονής της σ’ αυτό το σκοπό στο διεθνές πεδίο. Από την άλλη η στρατηγική αυτή στοχεύει στο να αποθαρρύνει την Τουρκία στην υλοποίηση των στόχων της και να ματαιώνει οποιαδήποτε τυχόν σκέψη της για επιθετική ενέργεια σε βάρος των ελευθέρων περιοχών, αυξάνοντας το στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας τέτοιας ενέργειας για την ίδια και μειώνοντας δραστικά τα κέρδη στα οποία προσβλέπει.

Έχουμε υπογραμμίσει ήδη πιο πάνω ότι το πρώτο σκέλος μιας τέτοιας Εθνικής Στρατηγικής Αποτροπής θα πρέπει εκ των πραγμάτων να είναι καθαρά πολιτικό. Θα πρέπει να είναι ίσως και επιθετικό σε χαρακτήρα. Οι χειρισμοί σ’ αυτό το σκέλος της στρατηγικής είναι αποκλειστικά πολιτικοί, με ενέργειες και πρωτοβουλίες κυρίως στο διπλωματικό επίπεδο, με αξιοποίηση ευκαιριών όπου υπάρχουν ή όπου δημιουργούνται διεθνώς για την προώθησή των στόχων μας. Το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής αυτής είναι αμυντικό. Το μέρος αυτό εκτός του ότι στοχεύει να αποτρέψει τη δημιουργία πολιτικών τετελεσμένων και άλλων παρόμοιων ενεργειών σε βάρος του κυπριακού κράτους, με την χρήση πολιτικών μέσων, έχει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει προκλήσεις, κινδύνους και απειλές μη στρατιωτικής υφής αλλά και στρατιωτικού χαρακτήρα που επιβάλλουν την ύπαρξη και την αξιοποίηση στρατιωτικών πόρων και μέσων. Αυτές οι απειλές εκτείνονται από μεμονωμένα περιστατικά και χαμηλής έντασης επεισόδια μέχρι υψηλής έντασης και θερμό επεισόδιο κατά μήκος ή εντός της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, από τη μια, και ενδεχόμενης απόπειρας προέλασης ή ανάληψης στρατιωτικής δράσης στις ελεύθερες περιοχές, από την άλλη. Τα δεδομένα αυτά επιβάλλουν την ύπαρξη αποτελεσματικής άμυνας από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας .

Η άμυνα λοιπόν έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει στα πλαίσια μιας Αποτρεπτικής Στρατηγικής στην προστασία των εθνικών συμφερόντων από εχθρική επιβουλή. Η Εθνική Φρουρά αποτελεί τον πυρήνα – το κύριο εργαλείο – αυτού του σκέλους της στρατηγικής.

Βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική και αξιόπιστη στρατηγική αποτροπής είναι η ικανότητα του αποτρέποντος να προβάλει υψηλό κόστος στον αποτρεπόμενο σε συνάρτηση με τα πιθανά κέρδη τα οποία προσβλέπει να επιτύχει με την πραγματοποίηση της ανεπιθύμητης για μας ενέργεια, καθιστώντας την ασύμφορη. Διερωτάται ωστόσο κανείς, συγκρίνοντας το στρατιωτικό δυναμικό μεταξύ της μικρής Κύπρου και της Τουρκίας σήμερα αλλά και στο προβλεπτό μέλλον, πόσο σοβαρά θα μπορούσε η Εθνική Φρουρά να αποτελέσει υπολογίσιμο κόστος για την τουρκική πλευρά.

Βέβαια, όσο μικρή και να είναι η Εθνική Φρουρά σε σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας, η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει την ύπαρξη της και το όποιο κόστος ή ζημιές της επιφυλάσσει. Όσο πιο ισχυρή είναι η Εθνική Φρουρά και όσο πιο υψηλό είναι το κόστος για τον αντίπαλο, τόσο πιο απρόθυμος θα είναι να υλοποιήσει τις απειλές του. Πέραν των στρατιωτικών ζημιών υπάρχει και το πολιτικό κόστος. Η Τουρκία δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος μιας διεθνούς κατακραυγής ή και ενδεχόμενης διασάλευσης των σχέσεων με την Ε.Ε και τις επιπτώσεις που θα έχει στις προοπτικές της ένταξης στην Ένωση ή και στη διεθνή ασφάλεια στην περιοχή. Ούτε μπορεί να μη λάβει υπόψη την αντίδραση του ΟΗΕ αλλά και τις οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν.


Ο ρόλος της Ελλάδας
Βέβαια δεδομένης της συντριπτικής στρατιωτικής της υπεροχής στον κυπριακό χώρο, η Τουρκία μπορεί να μην λάβει τόσο σοβαρά υπόψη τις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς. Όμως δεν μπορεί να αγνοήσει την πιθανή αντίδραση και εμπλοκή της Ελλάδας και το ενδεχόμενο ενός καταστροφικού ελληνοτουρκικού πολέμου με αφορμή μια θερμή αναμέτρηση στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό αυξάνει κατακόρυφα το κόστος της Τουρκίας αλλά και υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία του ρόλου της Ελλάδας όχι μόνο στην προώθηση των θέσεων μας στο Κυπριακό αλλά και στην άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γι αυτό όσο πιο ισχυρές είναι οι ένοπλες δυνάμεις της Κύπρου και της Ελλάδας τόσο πιο αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι μια στρατηγική Κύπρου - Ελλάδας για αποτροπή της τουρκικής απειλής.

Δεν θα υπεισέλθω σε βαθύτερη ανάλυση σχετικά με το ποια πρέπει να είναι και πως πρέπει να διαμορφωθεί αυτή η Στρατηγική της Αποτροπής για να είναι αξιόπιστη και αποτελεσματική. Θα αρκεστώ μόνο να αναφέρω ότι θα πρέπει να υπάρχει κοινή και σαφής αντίληψη για τους σκοπούς, την έννοια και το περιεχόμενό της . Επίσης δεν πρέπει να σημαίνει ότι για οποιαδήποτε πρόκληση, κίνδυνο ή απειλή εξυπακούεται άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας. Δεν μπορεί το casus belli να ισχύει αυτόματα για όλο το φάσμα των απειλών και των κινδύνων γιατί χάνει την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του και κατά συνέπεια αλλοιώνει την αποτρεπτική του αξία. Θα πρέπει να γίνει διαβάθμιση των προκλήσεων, των κινδύνων και απειλών, του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων των δύο πλευρών και σε ποιες από αυτές θα υπάρξει ελληνική εμπλοκή. Μιλούμε βασικά για μια Αποτρεπτική Στρατηγική στηριγμένη στο δόγμα της κλιμακωτής ή βαθμιαίας ανταπόκρισης. Οι χαμηλότερες στρατιωτικές κρίσεις σ'αυτή τη στρατηγική αντιμετωπίζονται από την τοπική άμυνα. Οι υψηλής έντασης κρίσεις μέχρι και θερμό επεισόδιο, ανάλογα με την ένταση τους θα καθορίζουν και το βαθμό εμπλοκής των Ελληνικών Ενόπλων δυνάμεων. Αυτά όλα ασφαλώς συνεπάγονται καλό σχεδιασμό, συντονισμό, οργάνωση και επικοινωνία.

Αναδιοργάνωση – Αναβάθμιση της Ε.Φ.
Αυτό μας φέρνει στο θέμα της αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της Εθνικής Φρουράς. Το είδος, η φύση και η έκταση των προκλήσεων, των κινδύνων και των απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας καθορίζουν το χαρακτήρα του στρατιωτικού δόγματος, του σχεδιασμού, τη μορφή της οργανωτικής διάταξης, το είδος των μέσων και του εξοπλισμού που απαιτείται για την αντιμετώπισή του.
Σαφώς η οργάνωση, όπως και η αναδιοργάνωση, καθορίζεται από τους σκοπούς και τους στόχους, καθώς και από την αποστολή του αμυντικού μας συστήματος και της Εθνικής Φρουράς. Όπως είναι τα δεδομένα σήμερα στον κυπριακό χώρο αλλά και με βάση τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μέλος της Ε.Ε, η Εθνική Φρουρά πρέπει να διαμορφώσει μια τέτοια οργάνωση που να μπορεί να συμβάλει, τόσο στην αντιμετώπιση μη στρατιωτικών απειλών ( παράνομη μετανάστευση και λαθρεμπόριο δια μέσου της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, θεομηνίες, πυρκαγιές, κ.λπ) σε συνεργασία με άλλους φορείς και Υπουργεία, όσο και να επιληφθεί θεμάτων έρευνας και διάσωσης και να συνεισφέρει σε διεθνείς αποστολές στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ καθώς και στην άσκηση στρατιωτικής διπλωματίας. Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε διαφόρου τύπου στρατιωτικές προκλήσεις και απειλές χαμηλής έως υψηλής έντασης και ασφαλώς στο ενδεχόμενο απόπειρας τουρκικής προέλασης, που είναι η κύρια αποστολή της. Αυτά όλα σημαίνουν ότι η Ε.Φ., παρά το μικρό μέγεθός της, θα πρέπει να οργανωθεί σε μια όσο το δυνατό πιο ευέλικτη δύναμη που θα μπορεί να ανταποκριθεί τάχιστα όχι μόνο σε περιορισμένης κλίμακας επεισόδια αλλά και να είναι σε θέση με την επιστράτευση των εφέδρων και την εμπλοκή της Ελλάδας να μετεξελίσσεται σε δύναμη, που να μπορεί να προβάλει αποφασιστική και εφ’ όλης της ύλης προβολής άμυνα σε ενδεχόμενη τουρκική προέλαση. Η κατάργηση αχρείαστων εφεδρικών μονάδων και η συγχώνευση των με άλλες, η αύξηση του βαθμού επάνδρωσής τους, η σημαντική βελτίωση των μέσων επιτήρησης και επόπτευσης της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, η δημιουργία ευέλικτων μηχανοκίνητων μονάδων άμεσης επέμβασης αποτελούν μέρος ενός τέτοιου προγράμματος αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της άμυνας. Με τα μέτρα αυτά η Ε.Φ. θα καταστεί ένα πιο αποτελεσματικό όργανο αντιμετώπισης των διαφόρων προκλήσεων, κινδύνων και απειλών και η Αποτρεπτική Στρατηγική πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική.