Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011


Λιβύη – κρίση, εμφύλιος

και προκλήσεις

Του Άριστου Αριστοτέλους


Καθώς τα γεγονότα εξελίσσονται στη Λιβύη και ανεξάρτητα αν ο Μοαμάρ Καντάφι παραιτηθεί – που δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα – ή αν θα παραμείνει επιδιώκοντας δια πυρός και σιδήρου να επιβληθεί, τα πράγματα έχουν ήδη ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό από τον έλεγχο. Με τις συνεχιζόμενες εξεγέρσεις και τις συγκρούσεις σε διάφορες περιοχές, η αστάθεια στη χώρα φαίνεται να κυριαρχεί και επί θύραις είναι πια το ενδεχόμενο εμφυλίου πολέμου με πολλαπλές επιπτώσεις και προκλήσεις.

Η κατάσταση στη Λιβύη είναι όντως ρευστή και σε αντίθεση με την Αίγυπτο δεν υπάρχει συγκροτημένη και συνεκτική, και γενικά αποδεκτή δύναμη όπως ο στρατός, για να ενεργήσει ως καταλύτης και να ελέγξει τις εξελίξεις, κάτι που έκαμαν για παράδειγμα οι Αιγυπτιακές Ένοπλες Δυνάμεις. Εξάλλου, ο στρατός στη Λιβύη δεν χαίρει της ίδιας εκτίμησης από το λαό όπως ο Αιγυπτιακός, γιατί στα μάτια αρκετών πολιτών είχε ταυτιστεί με ένα προσωποπαγές καθεστώς που έχει επιβληθεί εδώ και τέσσερεις δεκαετίες.

Ο Καντάφι βασικά αντλούσε τη δύναμη του από τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων και την υποστήριξη που απολάμβανε από τις διάφορες φυλές της χώρας διατηρώντας έτσι το καθεστώς του. Όμως με το ανατολικό μέρος της Λιβύης να μην ελέγχεται στρατιωτικά από την Τρίπολη, η οποία βρίσκεται στα δυτικά , με ενδείξεις ότι υπάρχει ρήξη στις τάξεις του στρατού και με τις διάφορες φυλές να στρέφονται εναντίον του Λίβυου ηγέτη, η χώρα αντιμετωπίζει τη βαθύτερη εσωτερική κρίση των τελευταίων δεκαετιών. Πραξικόπημα από ομάδα στρατιωτικών δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Όμως η κατάσταση όπως διαμορφώνεται φαίνεται να οδηγεί σε πιθανή αναμέτρηση των στρατιωτικών δυνάμεων στο δυτικό και των αντίστοιχων δυνάμεων στο ανατολικό μέρος της χώρας. Οδηγεί σε πιθανή δημιουργία τοπικών πεδίων μάχης μεταξύ αντιφρονούντων σε διάφορες περιοχές και ακόμη ίσως σε ενδοφυλετικές συγκρούσεις και εκκαθαρίσεις. Υπό τις συνθήκες, σε αντίθεση με την Αίγυπτο και την Τυνησία, με τυχόν ανατροπή του Καντάφι υπάρχει έντονο και το ενδεχόμενο αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.

Από τις εξελίξεις στη Λιβύη ασφαλώς επηρεάζονται και άλλοι ενδιαφερόμενοι δρώντες στην περιοχή. Η χώρα καλύπτει μέρος των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης, η δε Ιταλία εισάγει από αυτή το 29% της ενέργεια της , η Γαλλία το 14%, η Γερμανία το 11% και η Ισπανία το 10 %. Οποιεσδήποτε ευρείας κλίμακας συγκρούσεις στο εσωτερικό θα προκαλέσουν προβλήματα προμήθειας των χωρών αυτών. Τουρκικές εταιρείες που έχουν αναλάβει το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών και άλλων έργων που πραγματοποιούνται στη Λιβύη ενδεχόμενα θα επηρεαστούν όπως και κάποια έργα που εκτελούνται από Κυπρίους. Πέραν τούτου, ο κίνδυνος προσφυγικών ρευμάτων και αιτητών ασύλου ενδεχόμενα να αυξηθεί, με την Ιταλία και άλλες γειτονικές χώρες, περιλαμβανομένης της Μάλτας και της Ελλάδας να επηρεάζονται άμεσα. Επίσης, η οποιαδήποτε εξέλιξη ή και καθεστωτική αλλαγή αν επέλθει ενδεχόμενα να έχει επιδράσεις στην εξωτερική πολιτική της Λιβύης, ενώ η όλη κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί αποτελεί ακόμη μια πρόκληση για την αποτελεσματικότητα της Μεσογειακής Πολιτικής και της Πολιτικής Γειτονίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις αρχές της δημοκρατίας που τη διέπουν. Υπό το πρίσμα των δεδομένων αυτών, η κυπριακή διπλωματία σωστά παρακολουθεί και μελετά τις εξελίξεις για να είναι σε θέση μαζί με τους εταίρους της στην Ένωση να αντιμετωπίσουν από κοινού τις προκλήσεις από τη κρίση στη Λιβύη.



Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ ΕΝΤAΞΗΣ ΣΤΟ PfP

Ο ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
-ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απόφαση των κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην του ΑΚΕΛ, για κατάθεση και έγκριση από τη Βουλή, ψηφίσματος που να υποχρεώνει την κυβέρνηση να υποβάλει αίτηση ένταξης στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ, Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, εμπεριέχει σκοπιμότητες και ως προς τις προθέσεις της δεν είναι ειλικρινής. Επιδιώκει να δημιουργήσει εντυπώσεις, προφανώς ενόψει εκλογών αλλά το μόνο που επιτυγχάνει είναι να διευκολύνει την τουρκική πολιτική.

Το ότι την περίοδο αυτή συζητούνται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης - NATO και άρα το «ταϊμινγκ» είναι κατάλληλο για υποβολή αίτησης ένταξης στο πρόγραμμα αυτό, ώστε να συμμετέχουμε στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, ως επιχείρημα, δεν ευσταθεί. Πρώτο, γιατί οι συζητήσεις μεταξύ ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό, τι αφορά τις σχέσεις των δύο μερών, διεξάγονται εδώ και αρκετά χρόνια και η παρούσα φάση αποτελεί συνέχεια των διεργασιών αυτών. Δεύτερο, γιατί η Κύπρος ούτως ή άλλως συμμετέχει στο διάλογο αυτό ως πλήρες μέλος από την πλευρά της Ένωσης στα πλαίσια της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, παρόλο που η Τουρκία δεν επιτρέπει την περαιτέρω ανάπτυξή του. Και τρίτο, η συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό, εκτός από τη δημιουργία εντυπώσεων, δεν έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, αφού η Τουρκία, ως μέλος του ΝΑΤΟ, έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας και δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει αποδεκτό το αίτημα αυτό.

Οι Ευρωπαίοι εταίροι γνωρίζουν ότι τα προβλήματα στην περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων Ε.Ε. και ΝΑΤΟ δημιουργούνται από τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο. Γνωρίζουν ότι οι πραγματικοί λόγοι αυτής της τουρκικής συμπεριφοράς, δεν είναι η μη συμμετοχή της Κύπρου στο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, αλλά η όλη στάση της Άγκυρας στο Κυπριακό που δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και την αποκλείει από οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό, στον οποίο οι Τούρκοι έχουν δικαίωμα βέτο. Συνεπώς, ενέργειες όπως εκείνες του Δημοκρατικού Συναγερμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η άσκηση κριτικής στην κυβέρνηση μας, ότι δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις Ε.Ε. – ΝΑΤΟ με το να μην υποβάλλει αίτηση ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη, βασικά, απενοχοποιεί την Τουρκία από την αδιάλλακτη στάση που τηρεί και μεταφέρει ευθύνες στη Λευκωσία. Η ίδια λογική ισχύει και για την απόφαση που προωθείται τις μέρες αυτές στη Βουλή, με πρωτοβουλία του ΔΗΣΥ.

Εάν πράγματι ο ΔΗΣΥ και τα άλλα κόμματα ενδιαφέρονταν για την ουσία του θέματος και δεν είχαν άλλες σκοπιμότητες, τότε από το 1994, που δημιουργήθηκε ο Συνεταιρισμός για την Ειρήνη, μέχρι σήμερα είχαν κάθε ευκαιρία να υποβάλουν αυτή την αίτηση. Κατά τη διακυβέρνησης Κληρίδη ( 1993 – 2003) είχαν όλη την ευχέρεια να υποβάλουν αίτηση για ένταξη στο Συνεταιρισμό, εφόσον συγκυβερνούσαν ΔΗΣΥ, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ. Επί δε διακυβέρνησης Παπαδόπουλου ( 2003 -2008) το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ - με τη σύμφωνη γνώμη και του ΔΗΣΥ- είχαν επίσης όλο το πεδίο ανοικτό να το πράξουν, όταν είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση το ΑΚΕΛ, εφόσον, όπως υποστηρίζουν, πρόκειται για ένα τόσο σημαντικό εθνικό ζήτημα. Όμως για λόγους εκλογικής σκοπιμότητας ενόψει προεδρικών εκλογών του 2008 δεν το έπραξαν φοβούμενοι μήπως χάσουν ψήφους που προσδοκούσαν να αποσπάσουν από το ΑΚΕΛ.

Είναι λοιπόν ειρωνικό να διαπιστώνεται πως, ό, τι δεν έκαναν αυτοί που παρουσιάζονται ως υπέρμαχοι υποστηριχτές της ένταξης στο Συνεταιρισμό για την Ειρήνη – όταν κυβερνούσαν και ήταν σε θέση πράγματι να το κάνουν – να έχουν σήμερα την απαίτηση από την παρούσα κυβέρνηση να το υλοποιήσει. Εξάλλου είναι γνωστό ότι, όπως ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Τάσσος Παπαδόπουλος, έτσι και ο Δημήτρης Χριστόφιας διαφωνεί με την άποψη αυτή, γιατί μια τέτοια ενέργεια, όπως αυτή που προωθείται στη Βουλή, σε τίποτα το θετικό δεν οδηγεί εκτός από τις εντυπώσεις που δημιουργεί και τις εκλογικές σκοπιμότητες που νομίζουν ότι εξυπηρετεί.










Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΕΠΙΚΕΙΤΑΙ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ;

Η απόφαση

Μουμπάρακ

και οι επιλογές

των στρατιωτικών


Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η απρόσμενη σε πολλούς απόφαση του προέδρου Μουμπάρακ να μην παραιτηθεί , παρά το κύμα της λαϊκής αντίδρασης και της πίεσης των στρατιωτικών, δίνει νέα τροπή στην αιγυπτιακή κρίση . Το γεγονός αυτό και η αναμενόμενη κλιμάκωση της αντίδρασης των μαζών, έχουν στενέψει τα περιθώρια επιλογών των στρατιωτικών, αυξάνοντας το ενδεχόμενο πραξικοπήματος το συντομότερο.

Η στρατιωτική πλευρά, η οποία προφανώς χαίρει εκτίμησης στην Αίγυπτο, δεν γνοιάζεται βέβαια για το μέλλον ή την επιβίωση του Μουμπάρακ καθεαυτό αλλά για τη συνέχιση του υφιστάμενου καθεστώτος και της ασφάλειας και σταθερότητας της χώρας. Υπό τις συνθήκες λαϊκής οργής και του ενδεχομένου ακόμη πιο έντονων διαδηλώσεων - περιλαμβανομένης και της κατάληψης του προεδρικού - οι επιλογές των στρατιωτικών, οι οποίοι μέχρι τώρα επιζητούσαν την ομαλή διαδοχή του για ικανοποίηση του λαϊκού αισθήματος, έχουν πια περιοριστεί στα εξής: Κατά πόσο θα πρέπει να αντισταθούν και ίσως να συγκρουστούν με τα κύματα των διαδηλωτών ενώ συνεχίζουν την προσπάθεια τους να πείσουν τον πρόεδρο να παραιτηθεί ή αν θα προχωρήσουν εξωσυνταγματικά στην ανατροπή και την αντικατάστασή του από άτομο της εμπιστοσύνης τους.

Η απροθυμία των στρατιωτικών, από τη μια, να μην εμπλακούν σε σύγκρουση με το λαό και η τυχόν πρόθεση τους, από την άλλη, να μην αφήσουν ανεξέλεγκτη την κατάσταση στα χέρια των μαζών, περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις επιλογές τους Η δε επιμονή Μουμπαρακ να μην εγκαταλείπει την εξουσία, αφήνουν ως πολύ πιθανή την επιλογή διενέργειας άμεσου πραξικομήματος για την ανατροπή του. Όπως και να έχουν τα πράγματα η κρίση στη γειτονική μας χώρα, με την άρνηση του προέδρου Μουμπάρακ να παραιτηθεί, παίρνει νέα τροπή και χρήζει στενότερης παρακολούθησης και μελέτης του τι επακολουθεί.




Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΩΝ Τ/Κ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Πώς οι αντιδράσεις Ερντογάν
ξεγυμνώνουν την Τουρκία

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ- Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Οι αντιδράσεις του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων ξεγυμνώνουν κυριολεκτικά διεθνώς την Τουρκία. Αποκαλύπτουν ότι οι θέσεις περί δημοκρατικών αρχών στην πρόσφατη κρίση στην Αίγυπτο διαπνέονται από καιροσκοπισμό και ότι η ίδια πράττει το αντίθετο καταπατώντας τα ανθρώπινα δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Επίσης, ότι το περίφημο τουρκικό μοντέλο , που δυτικές πρωτεύουσες εισηγούνται να ακολουθήσουν και άλλες ισλαμικές χώρες, στερείται δημοκρατικού περιεχομένου.


Πράγματι, η Τουρκία ήταν από τις πρώτες χώρες που τοποθετήθηκε στην Αιγυπτιακή κρίση ( αφού βέβαια διαπίστωσε ότι το καθεστώς Μουμπάρακ βρίσκεται σε μεταβατική φάση) επικαλούμενη πανανθρώπινες αρχές και αξίες και παίρνοντας θέση υπέρ των διαδηλωτών, προσδοκώντας προφανώς να προσκομίσει πολιτικά πλεονεκτήματα και οφέλη από ένα νέο διάδοχο κυβερνητικό σχήμα. Με την αυτοπεποίθηση που διακρίνει την Άγκυρα στη νέα διεθνή τάξη πραγμάτων και μέσα στο πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής που έχει εγκαινιάσει, για αναβίωση της οθωμανικής επιρροής, επεδίωκε με τη στάση της αυτή να επιδείξει ηγετικό ρόλο στην περιοχή και να δημιουργήσει θετικές προϋποθέσεις και προσβάσεις στο καθεστώς που πιθανόν να δημιουργηθεί, μπαίνοντας έτσι και ως σφήνα στις σχέσεις Αιγύπτου – Ισραήλ. Ωστόσο η μαζική διαδήλωση των Τουρκοκυπρίων κατά της οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης που υπόκεινται από την Τουρκία στα κατεχόμενα και κατά της καταπάτησης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους, τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια του Τούρκου πρωθυπουργού στην ανωτέρω επιδεικτική πολιτική. Πρόκειται για μια πολιτική την οποία ενασκούσε επικαλούμενος προσήλωση σε αρχές και αξίες που η ίδια όμως η χώρα του αποδεδειγμένα αρνείται στην περίπτωση της Κύπρου να σεβαστεί.


Οι αντιδράσεις Ερντογάν στις διαδηλώσεις των Τουρκοκυπρίων κατά της καταπίεσης από την Τουρκία είναι αποκαλυπτικές όχι μόνο της κατάστασης των σχέσεων της τουρκικής κυβέρνησης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα αλλά και του αντιδημοκρατικού πνεύματος που διαπνέει τα ξεσπάσματα και τη συμπεριφορά της Άγκυρα στα κατεχόμενα και στην Κύπρο γενικότερα. Ασεβείς πράγματι και απαξιωτικές διατυπώσεις του Τούρκου πρωθυπουργού για τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, όπως «ποιοι νομίζετε ότι είστε;» , «ξενδιάντροποι», καθώς και η απαίτηση του να οδηγηθούν στα δικαστήρια διαδηλωτές κατά της Τουρκίας είναι ενδεικτικές της νοοτροπίας της κατοχικής δύναμης στο νησί και του τρόπου που ουσιαστικά βλέπει την τουρκοκυπριακή κοινότητα. Η αναφορά του Ερντογάν όπως και προηγούμενα του υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου αλλά και προκατόχων τους ότι « η Τουρκία έχει στρατηγικά συμφέροντα στην Κύπρο» και ότι βασικά θα επιζητούσε να έχει έλεγχο πάνω στο νησί, είτε υπήρχαν ή όχι Τουρκοκύπριοι , είναι καταδεκτικά στοιχεία των προτεραιοτήτων της Άγκυρας.


Πέραν τούτων είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι παρά τις διάφορες μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και την εκμετάλλευση της πορείας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση από το ισλαμικό καθεστώς για την εισαγωγή αλλαγών, που θα εξασφάλιζαν την επιβίωση του από την απειλή των στρατιωτικών, το τουρκικό κράτος φαίνεται να συνεχίζει να είναι κατά βάθος αυταρχικό και αντιδημοκρατικό. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους γιατί οι αναφορές διαφόρων Ευρωπαίων και Αμερικανών περί τουρκικού μοντέλου διακυβέρνησης ως πρότυπο για να το υιοθετήσουν και άλλες ισλαμικές ή αραβικές χώρες για να εκδημοκρατιστούν έχουν αρκετά τρωτά και είναι αμφιβόλου σοβαρότητας και περιεχομένου.


Καταλήγοντας, θα μπορούσε όντως να υπογραμμισθεί ότι οι αντιδράσεις του Ερντογάν, με αφορμή τις διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων, αποκαλύπτουν το πραγματικό προσωπείο της Άγκυρας και την ξεγυμνώνουν απέναντι στη διεθνή κοινότητα. Πολύ σωστά η κυβέρνηση, η κυπριακή διπλωματία και τα πολιτικά κόμματα όχι μόνο πρέπει να είναι προσεχτικά και αλληλέγγυα στους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, αλλά και να αναδεικνύουν στις εξωτερικές τους επαφές αυτή την απαράδεχτη συμπεριφορά και επιδιώξεις της Τουρκίας. Αυτή την τουρκική στάση πολύ ευφυώς επιτυγχάνει να αποκαλύπτει μέσα από την πολιτική της «λύσης της κυπριακής ιδιοκτησίας» ο πρόεδρος της Δημοκρατίας.





Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η ΕΥΡΩΠΗ, ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ
ΕΞΕΛΙΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ;

Του δρα Άριστου Αριστοτέλους

Βουλευτή Λεμεσού

ΑΚΕΛ – Αριστερά – Νέες Δυνάμεις

Η κρίση στην Αίγυπτο αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές προκλήσεις στον ευπαθή χώρο της Μέσης Ανατολής με πιθανές παγκόσμιες επιδράσεις στην ασφάλεια και τη σταθερότητα από τις οποίες η Ευρώπη μπορεί σοβαρά να επηρεαστεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) παρά τις πολιτικές που έχει αναπτύξει και τις νέες οργανωτικές ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λισσαβόνας, όσον αφορά τις εξωτερικές της σχέσεις, φαίνεται να παραμένει απλώς θεατής των εξελίξεων και μάλλον αδύναμη να συμπεριφερθεί ως διεθνής παίχτης με επιρροή.


Πέραν των σοβαρών γεωπολιτικών και στρατηγικών επιπτώσεων που θα μπορούσα να προκύψουν, ανάλογα με την τροπή των πραγμάτων, η Ε.Ε. έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται για τα γεγονότα και τις εξελίξεις στην Αίγυπτο μέσα από τις εξωτερικές της σχέσεις και τις πολιτικές που έχει αναπτύξει. Η χώρα είναι συνεταίρος της Ε.Ε. στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, η οποία βασικά υποκινείται από το συμφέρον της Ένωσης να περιτριγυρίζεται από γειτονικές χώρες όπου επικρατεί ασφάλεια, σταθερότητα και ευημερία. Προς αυτή την κατεύθυνση επιδιώκει να συμβάλει και το Κοινό Σχέδιο Δράσης μεταξύ Ε.Ε. και Αιγύπτου, που υιοθετήθηκε το 2007. Επίσης, μέσω της γαλλικής πρωτοβουλίας, «Ένωση για τη Μεσόγειο», που ανακοινώθηκε στη σύνοδο του Συμβουλίου στο Παρίσι το 2008, η Ε.Ε. δεσμεύτηκε στις σχέσεις της με τις μεσογειακές χώρες να προωθήσει το κεκτημένο της Βαρκελώνης, σκοπός του οποίου είναι η ειρήνη, η σταθερότητα και η ευημερία σε όλη την περιοχή της Μεσογείου.


Όλα αυτά εμπίπτουν στη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. η οποία, όπως υποστήριζαν ορισμένοι, μέσω σχετικών ρυθμίσεων της Συνθήκη της Λισσαβόνας θα γινόταν πιο αποτελεσματική. Έτσι η Ένωση εκτός από οικονομική υπερδύναμη, θα μετατρεπόταν σε παγκόσμιο παίχτη με αυξημένη επιρροή στα διεθνή δρώμενα. Η δημιουργία του πόστου της Υπάτου Εκπροσώπου των Εξωτερικών Υποθέσεων και της Πολιτικής Ασφάλειας της Ε.Ε. που κατέχει η Κάθριν Άστον, όπως και της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών Εξωτερικών Δράσεων, στην οποία απασχολούνται πέραν των 3700 ατόμων, αναμενόταν ότι θα έδινε σάρκα και οστά στη διεθνή προσωπικότητα της Ένωσης και θα συνέβαλε στην επίτευξη των ανωτέρω στόχων.


Ωστόσο η Ε.Ε παρουσιάζεται να παρακολουθεί τα γεγονότα στην Αίγυπτο ως απλώς θεατής χωρίς να αναλαμβάνει ουσιαστικά καμία πρωτοβουλία σε μια κρίση που ξεδιπλώνεται στη γειτονιά της. Εκτός από την έκδοση κάποιων ανακοινώσεων ή εκκλήσεων, είτε από το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών, είτε από την Κομισιόν, είτε από το Ευρωκοινοβούλιο, είτε από την ίδια την Ύπατο Εκπρόσωπο των Εξωτερικών Υποθέσεων, καμία ουσιαστική ενέργεια δεν έχει εκδηλωθεί. Η κα Άστον περιορίζεται μόνο να λέει ότι παρακολουθεί την κατάσταση, ότι έχει επαφή με την αντιπροσωπία της επί του εδάφους αλλά αδυνατεί να κάνει αισθητή την ύπαρξη και το δημιουργικό ρόλο της Ε.Ε. σε μια γειτονική και κρίσιμη περιοχή. Όμως η αιγυπτιακή κρίση, ανάλογα με την τροπή που θα πάρει, δεν αποκλείεται να αναδειχθεί και σε υπόθεση δοκιμής της αποτελεσματικότητας της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης στην μετά τη Λισσαβόνα εποχή.