Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009




Ομιλία του δρα Άριστου Αριστοτέλους,
Βουλευτή Λεμεσού, ΑΚΕΛ - Αριστερά - Νέες Δυνάμεις
στο σεμινάριο του Υπουργείου Άμυνας και του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, με θέμα Προκλήσεις Ασφάλειας και Στρατηγικές στην Νοτιοανατολική Ευρώπη έως το 2019

ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
H έννοια της αναδιοργάνωσης
και αναβάθμισης της κυπριακής άμυνας


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Έχει σκιαγραφηθεί από τους προηγούμενες ομιλητές το διεθνές περιβάλλον, οι προκλήσεις απειλές και προοπτικές στην επόμενη δεκαετία. Έχει αναλυθεί το γεωπολιτικό τοπίο στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, και έχει γίνει αναφορά στην ΚΕΠΠΑ, καθώς και στο Κυπριακό σε συνάρτηση με την εξωτερική πολιτική, την άμυνα και τη στρατηγική. Έχουν επισημανθεί διάφορες προκλήσεις για την ασφάλεια της Ελλάδας, της Κύπρου και της Τουρκίας, καθώς και οι προοπτικές περαιτέρω διαφοροποίησης του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων έως το 2019 υπέρ της τουρκοκυπριακής πλευράς.

Πλείστα από τα σημεία τα οποία έχουν αναφερθεί αποτελούν απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στη διαμόρφωση των εθνικών στόχων και στην επεξεργασία Εθνικής Στρατηγικής. Είναι βασικά αυτά τα στοιχεία μαζί με τους πόρους και τις δυνατότητες μας, σε σχέση με εκείνες του αντιπάλου, που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το περίγραμμα των διπλωματικών και άλλων πολιτικών μας δραστηριοτήτων αλλά και της αμυντικής μας πολιτικής. Θα καθορίσουν το στρατιωτικό δόγμα, τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, την οργάνωση και προγραμματισμό των ενόπλων δυνάμεων, που αποτελούν βασικά και το αντικείμενο της εισήγησης μου σ’ αυτή την ημερίδα.


Σκοπός – περιεχόμενο
Κάτω από τον τίτλο «Εθνική Στρατηγική – Αναδιοργάνωση και Αναβάθμιση της Κυπριακής Άμυνας» θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε από την οπτική γωνία των στρατηγικών σπουδών και να θέσουμε πάνω σε ορθολογθιστική βάση την όλη προσπάθεια της Κυπριακής Δημοκρατίας στον τομέα αυτό.

Προς το σκοπό αυτό:
1. Θα προσδιορίσουμε πρώτα την έννοια και το περιεχόμενο της Εθνικής Στρατηγικής και τη σχέση της με την αμυντική δραστηριότητα.

2. Θα αναφερθούμε μετά στη Στρατηγική της Αποτροπής

3. Θα δούμε πώς η αμυντική προσπάθεια στην Κύπρου εντάσσεται σ’ αυτή τη στρατηγική

4. Τέλος, θα υπογραμμίσουμε ποιο είναι το νόημα και η σημασία της αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της άμυνας στην επίτευξη των στόχων της εθνικής στρατηγικής.


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
Τι είναι στρατηγική; Παρόλο που η στρατηγική έχει στρατιωτικό διάσταση ένεκα του ότι η λέξη αυτή είναι ελληνική και ταυτίζεται με τη στρατιωτική δραστηριότητα, ωστόσο στη σύγχρονη εποχή χρησιμοποιείται ευρέως σε διάφορους τομείς. Γενικά όμως είναι αντιληπτό ότι η στρατηγική αφορά την αξιοποίηση μέσων και τρόπων για επίτευξη στόχων.

Όσον αφορά τον ορισμό της στρατηγικής στη σύγχρονή του έννοια, αυτή αφορά το πώς οι κυβερνήσεις στις συγκρουόμενες σχέσεις τους με άλλες χώρες χρησιμοποιούν το στρατιωτικό στοιχειό σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες ισχύος, όπως πολιτικούς, διπλωματικούς, νομικούς, οικονομικούς, τεχνολογικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς κ.λπ για την προστασία ή προώθηση εθνικών στόχων.

Σημειώνεται ότι όταν αναφερόμαστε στην αξιοποίηση του στρατιωτικού στοιχείου ως μέρος της εθνικής στρατηγικής αυτό μπορεί να σημαίνει, είτε την άμεση, είτε την έμμεση χρησιμοποίησή του. Ακόμη μπορεί να σημαίνει απλώς και την κατοχή στρατιωτικών ικανοτήτων. Η κάθε περίπτωση έχει τις δικές της επιδράσεις.

Βέβαια στα σύγχρονα κράτη, σε δημοκρατικά καθεστώτα με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη ιδιαίτερα ευαίσθητη σε θέματα πολέμου, όπου ο πολίτης – ο φορολογούμενος - έχει ισχυρό λόγο, η χρήση της στρατιωτικής βίας είναι η έσχατη διέξοδος στις διεθνείς σχέσεις.

Κι εδώ είναι και η σχετικότητα της ρήσης του μεγάλου Κινέζου φιλόσοφου, Σουν Τσου, που γράφοντας το βιβλίο του «Η Τέχνη του Πολέμου» πριν 2.500 περίπου χρόνια υποδείκνυε βασικά - και το παραφράζω - ότι η καλύτερη στρατηγική είναι εκείνη με την οποία επιτυγχάνεις τους στόχους του χωρίς να ρίξει ούτε ένα βέλος – ούτε μια σφαίρα, θα λέγαμε στην εποχή μας. Αυτή είναι βασικά και μια ισχυρή παράμετρος της Στρατηγικής της Αποτροπής, η οποία έχει χαρακτηριστεί και ως ειρηνική στρατηγική.


ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ, ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Ο προαναφερθείς ορισμός υποδηλοί την άμεση σχέση που έχει η εθνική στρατηγική με το στρατιωτικό στοιχείο και τον αμυντικό τομέα γενικότερα. Στο άναρχο ή ημιάναρχο διεθνές πολιτικό περιβάλλον, όπου σε αρκετά μεγάλο βαθμό ισχύει ο νόμος του Νεάντερνταλ περί επικράτησης του ισχυρότερου και όπου συναντώνται παρόμοιες άλλες αντιλήψεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων πό τη σχολή των ρεαλιστών και του Θουκυδίδη περί συσχετισμού δυνάμεων και της ικανότητας του ισχυρού να επιβάλει τη θέληση του στον αδύνατο, οι χώρες καταφεύγουν στην κατοχή ή στην έμμεση ή άμεση χρησιμοποίηση της στρατιωτικής ισχύς για επίτευξη των δικών τους στόχων. Υπό αυτές τις συνθήκες ο αμυντικός τομέας αποτελεί όχι μόνο αναπόσπαστο μέρος της εθνικής τους στρατηγικής αλλά ίσως και το σημαντικότερο και πιο αξιόπιστο εργαλείο για την ενάσκησή της στην προστασία και προόθηση των εθνικών συμφερόντων.

Στη διαμόρφωση και άσκηση της Εθνικής Στρατηγικής, η σωστή αξιολόγηση των μέσων και δυνατοτήτων, τόσο του αντιπάλου όσο και των δικών μας, είναι εξαιρετικής σημασίας. Τυχόν υπερτίμηση των δυνατοτήτων μας και υποτίμηση εκείνων του αντιπάλου ή και του διεθνούς πολιτικού κλίματος ή των πιθανών αντιδράσεων διαφόρων χωρών και άλλων διεθνών οργανισμών, ενδεχόμενα να οδηγήσει σε περιπέτειες ή και σε αντίθετα από τα προσδοκώμενα καταστροφικά αποτελέσματα.

Η ανάλυση των δεδομένων από τους προηγούμενους ομιλητές φανερώνει ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία το γεωπολιτικό σκηνικό διαμορφώνεται προβάλλοντας διάφορες προκλήσεις καθώς και ευκαιρίες και απειλές. Ταυτόχρονα η ανισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων της Κύπρου με την τουρκική πλευρά, όχι μόνο θα συνεχίσει να υφίσταται αλλά και ενδεχόμενα να διευρύνεται δεδομένων των εξοπλιστικών προγραμμάτων της γείτονος, της αναβαθμισμένης στρατηγικής της σημασίας και του υπό εξέλιξη διευρυνόμενου ρόλου της στην περιοχή. Τα στρατιωτικά και γεωγραφικά πλεονεκτήματα της Τουρκίας στον κυπριακό χώρο σε σχέση με την Ελλάδα παραμένουν επίσης αμετάβλητα στην επόμενη δεκαετία.

Αυτοί οι υπολογισμοί υπογραμμίζουν ότι η στρατιωτική αναμέτρηση, ήτοι η απόπειρα επίτευξη των εθνικών στόχων με πολεμικά μέσα, δηλαδή σε ένα χώρο που πλεονεκτεί σημαντικά η Τουρκία – παραμένει όπως και στα προηγούμενα χρόνια μια μη ρεαλιστική επιλογή για την Κυπριακή Δημοκρατία.

Πολιτική – διεθνής παράγοντας – διεθνής νομοθεσία - διπλωματία
Τα δεδομένα ωστόσο είναι διαφορετικά στο μη στρατιωτικό πεδίο. Στον πολιτικό τομέα, στο διεθνές δίκαιο, στη διεθνή διπλωματία, η Κύπρος έχει περισσότερα πλεονεκτήματα ή λιγότερες αδυναμίες απ’ ό, τι η Τουρκία σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα. Είναι βασικά ο διεθνής παράγοντας που δίνει υπόσταση και κύρος και νομιμότητα στην Κυπριακή Δημοκρατία αναγνωρίζοντάς την ως τη μόνη αρχή στην Κύπρο, γεγονός που στερεί στην Τουρκία τη δυνατότητα ολοκλήρωσης των σχεδίων της για αναγνώριση της ντε φάκτο κατάσταση που δημιούργησε με τη βία των όπλων το 1974 και που διατηρεί μέχρι σήμερα με την κατοχή. Είναι κάτω από την πίεση της διεθνούς κοινής γνώμης που η τουρκική πλευρά οδηγείται σε διάλογο με βάση τη λύση της ομοσπονδίας. Οι επιτυχίες στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών για σεβασμό της ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου και για αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από το νησί ήταν και είναι ερείσματα προς αξιοποίηση σε μια διεθνή κυπριακή στρατηγική.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) αποτελεί ένα άλλο εξαιρετικής σημασίας στρατηγικό μοχλό, που ισχυροποιεί την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία θέλει να καταργήσει η Τουρκία. Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η εξάπλωση της γεωπολιτικής της επιρροής στον κυπριακό χώρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλοιώνουν την ένταση της τουρκικής κυριαρχίας και υπεροχής στον κυπριακό χώρο και στην περιοχή. Αποθαρρύνουν την περαιτέρω εξάπλωση της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής και πιέζουν για λύση στο νησί. Ενεργούν έμμεσα και άμεσα ως μορφή προστασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ιδιαίτερα η επιδίωξη της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ε.Ε. επιβάλλει σ’ αυτή να υιοθετεί θετικότερες συμπεριφορές και στο Κυπριακό, που να συνάδουν με τις απαιτήσεις της Ένωσης στο θέμα αυτό.

Δε μπορεί βέβαια να αγνοείται ταυτόχρονα ότι στα διάφορα διεθνή φόρα οι θέσεις των χωρών πολλές φορές διαμορφώνονται ανάλογα με τα συμφέροντα και δεδομένα των καιρών, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το δίκαιο και την ηθική. Για τούτο και οι παράγοντες αυτοί και οι εξελίξεις που συντελούνται στο διεθνές πεδίο θα πρέπει να παρακολουθούνται, να μελετώνται και να αξιολογούνται συνεχώς από τη Λευκωσία και ιδιαίτερα από την κυπριακή διπλωματία ώστε να λαμβάνονται οι σωστότερες αποφάσεις και να γίνονται οι καλύτερες ενέργειες για την προώθηση ή προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, προλαμβάνοντας ή αποτρέποντας αρνητικές εξελίξεις σε βάρος μας.


ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΠΟΤΡΟΠΗΣ
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω η Εθνική Στρατηγική σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα επιβάλλεται να είναι ειρηνική, με έμφαση στις πολιτικές διεργασίες και όχι στο στρατιωτικό τομέα ως μοχλό προώθησης των θέσεων της Κύπρου στο διεθνές πεδίο. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι το στρατιωτικό στοιχείο και η αμυντική δραστηριότητα πρέπει να υποτιμηθεί και να παραμεληθεί. Αντίθετα αυτά αποτελούν ουσιώδες μέρος της Εθνικής Στρατηγικής και σημαντικό εργαλείο αντιμετώπισης των κινδύνων, προκλήσεων και απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όσον αφορά τους στόχους της Εθνικής Στρατηγικής αυτοί σε αδρές γραμμές θα μπορούσε να λεχθεί ότι είναι :
· (α) Η απελευθέρωση της Κύπρου από την κατοχή και η προώθηση λύσης ομοσπονδίας στο κυπριακό πρόβλημα και
· (β) Η προστασία των ελευθέρων περιοχών και η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πιθανών προκλήσεων, κινδύνων και απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Πρόκειται βασικά για μια Εθνική Στρατηγική Αποτροπής που στοχεύει από τη μια να αποτρέψει την Τουρκία από το να εμμένει στους διχοτομικούς και επεκτατικούς της στόχους στην Κύπρο, ή από το ναδημιουργήσει νέα πολιτικά τετελεσμένα, αυξάνοντας το διπλωματικό και πολιτικό κόστος της εμμονής της σ’ αυτό το σκοπό στο διεθνές πεδίο. Από την άλλη η στρατηγική αυτή στοχεύει στο να αποθαρρύνει την Τουρκία στην υλοποίηση των στόχων της και να ματαιώνει οποιαδήποτε τυχόν σκέψη της για επιθετική ενέργεια σε βάρος των ελευθέρων περιοχών, αυξάνοντας το στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας τέτοιας ενέργειας για την ίδια και μειώνοντας δραστικά τα κέρδη στα οποία προσβλέπει.

Έχουμε υπογραμμίσει ήδη πιο πάνω ότι το πρώτο σκέλος μιας τέτοιας Εθνικής Στρατηγικής Αποτροπής θα πρέπει εκ των πραγμάτων να είναι καθαρά πολιτικό. Θα πρέπει να είναι ίσως και επιθετικό σε χαρακτήρα. Οι χειρισμοί σ’ αυτό το σκέλος της στρατηγικής είναι αποκλειστικά πολιτικοί, με ενέργειες και πρωτοβουλίες κυρίως στο διπλωματικό επίπεδο, με αξιοποίηση ευκαιριών όπου υπάρχουν ή όπου δημιουργούνται διεθνώς για την προώθησή των στόχων μας. Το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής αυτής είναι αμυντικό. Το μέρος αυτό εκτός του ότι στοχεύει να αποτρέψει τη δημιουργία πολιτικών τετελεσμένων και άλλων παρόμοιων ενεργειών σε βάρος του κυπριακού κράτους, με την χρήση πολιτικών μέσων, έχει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει προκλήσεις, κινδύνους και απειλές μη στρατιωτικής υφής αλλά και στρατιωτικού χαρακτήρα που επιβάλλουν την ύπαρξη και την αξιοποίηση στρατιωτικών πόρων και μέσων. Αυτές οι απειλές εκτείνονται από μεμονωμένα περιστατικά και χαμηλής έντασης επεισόδια μέχρι υψηλής έντασης και θερμό επεισόδιο κατά μήκος ή εντός της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, από τη μια, και ενδεχόμενης απόπειρας προέλασης ή ανάληψης στρατιωτικής δράσης στις ελεύθερες περιοχές, από την άλλη. Τα δεδομένα αυτά επιβάλλουν την ύπαρξη αποτελεσματικής άμυνας από μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας .

Η άμυνα λοιπόν έχει σημαντικό ρόλο να διαδραματίσει στα πλαίσια μιας Αποτρεπτικής Στρατηγικής στην προστασία των εθνικών συμφερόντων από εχθρική επιβουλή. Η Εθνική Φρουρά αποτελεί τον πυρήνα – το κύριο εργαλείο – αυτού του σκέλους της στρατηγικής.

Βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική και αξιόπιστη στρατηγική αποτροπής είναι η ικανότητα του αποτρέποντος να προβάλει υψηλό κόστος στον αποτρεπόμενο σε συνάρτηση με τα πιθανά κέρδη τα οποία προσβλέπει να επιτύχει με την πραγματοποίηση της ανεπιθύμητης για μας ενέργεια, καθιστώντας την ασύμφορη. Διερωτάται ωστόσο κανείς, συγκρίνοντας το στρατιωτικό δυναμικό μεταξύ της μικρής Κύπρου και της Τουρκίας σήμερα αλλά και στο προβλεπτό μέλλον, πόσο σοβαρά θα μπορούσε η Εθνική Φρουρά να αποτελέσει υπολογίσιμο κόστος για την τουρκική πλευρά.

Βέβαια, όσο μικρή και να είναι η Εθνική Φρουρά σε σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας, η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει την ύπαρξη της και το όποιο κόστος ή ζημιές της επιφυλάσσει. Όσο πιο ισχυρή είναι η Εθνική Φρουρά και όσο πιο υψηλό είναι το κόστος για τον αντίπαλο, τόσο πιο απρόθυμος θα είναι να υλοποιήσει τις απειλές του. Πέραν των στρατιωτικών ζημιών υπάρχει και το πολιτικό κόστος. Η Τουρκία δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος μιας διεθνούς κατακραυγής ή και ενδεχόμενης διασάλευσης των σχέσεων με την Ε.Ε και τις επιπτώσεις που θα έχει στις προοπτικές της ένταξης στην Ένωση ή και στη διεθνή ασφάλεια στην περιοχή. Ούτε μπορεί να μη λάβει υπόψη την αντίδραση του ΟΗΕ αλλά και τις οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν.


Ο ρόλος της Ελλάδας
Βέβαια δεδομένης της συντριπτικής στρατιωτικής της υπεροχής στον κυπριακό χώρο, η Τουρκία μπορεί να μην λάβει τόσο σοβαρά υπόψη τις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς. Όμως δεν μπορεί να αγνοήσει την πιθανή αντίδραση και εμπλοκή της Ελλάδας και το ενδεχόμενο ενός καταστροφικού ελληνοτουρκικού πολέμου με αφορμή μια θερμή αναμέτρηση στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό αυξάνει κατακόρυφα το κόστος της Τουρκίας αλλά και υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία του ρόλου της Ελλάδας όχι μόνο στην προώθηση των θέσεων μας στο Κυπριακό αλλά και στην άμυνα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γι αυτό όσο πιο ισχυρές είναι οι ένοπλες δυνάμεις της Κύπρου και της Ελλάδας τόσο πιο αποτελεσματική θα μπορούσε να είναι μια στρατηγική Κύπρου - Ελλάδας για αποτροπή της τουρκικής απειλής.

Δεν θα υπεισέλθω σε βαθύτερη ανάλυση σχετικά με το ποια πρέπει να είναι και πως πρέπει να διαμορφωθεί αυτή η Στρατηγική της Αποτροπής για να είναι αξιόπιστη και αποτελεσματική. Θα αρκεστώ μόνο να αναφέρω ότι θα πρέπει να υπάρχει κοινή και σαφής αντίληψη για τους σκοπούς, την έννοια και το περιεχόμενό της . Επίσης δεν πρέπει να σημαίνει ότι για οποιαδήποτε πρόκληση, κίνδυνο ή απειλή εξυπακούεται άμεση στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας. Δεν μπορεί το casus belli να ισχύει αυτόματα για όλο το φάσμα των απειλών και των κινδύνων γιατί χάνει την εγκυρότητα και την αξιοπιστία του και κατά συνέπεια αλλοιώνει την αποτρεπτική του αξία. Θα πρέπει να γίνει διαβάθμιση των προκλήσεων, των κινδύνων και απειλών, του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων των δύο πλευρών και σε ποιες από αυτές θα υπάρξει ελληνική εμπλοκή. Μιλούμε βασικά για μια Αποτρεπτική Στρατηγική στηριγμένη στο δόγμα της κλιμακωτής ή βαθμιαίας ανταπόκρισης. Οι χαμηλότερες στρατιωτικές κρίσεις σ'αυτή τη στρατηγική αντιμετωπίζονται από την τοπική άμυνα. Οι υψηλής έντασης κρίσεις μέχρι και θερμό επεισόδιο, ανάλογα με την ένταση τους θα καθορίζουν και το βαθμό εμπλοκής των Ελληνικών Ενόπλων δυνάμεων. Αυτά όλα ασφαλώς συνεπάγονται καλό σχεδιασμό, συντονισμό, οργάνωση και επικοινωνία.

Αναδιοργάνωση – Αναβάθμιση της Ε.Φ.
Αυτό μας φέρνει στο θέμα της αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της Εθνικής Φρουράς. Το είδος, η φύση και η έκταση των προκλήσεων, των κινδύνων και των απειλών κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας καθορίζουν το χαρακτήρα του στρατιωτικού δόγματος, του σχεδιασμού, τη μορφή της οργανωτικής διάταξης, το είδος των μέσων και του εξοπλισμού που απαιτείται για την αντιμετώπισή του.
Σαφώς η οργάνωση, όπως και η αναδιοργάνωση, καθορίζεται από τους σκοπούς και τους στόχους, καθώς και από την αποστολή του αμυντικού μας συστήματος και της Εθνικής Φρουράς. Όπως είναι τα δεδομένα σήμερα στον κυπριακό χώρο αλλά και με βάση τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως μέλος της Ε.Ε, η Εθνική Φρουρά πρέπει να διαμορφώσει μια τέτοια οργάνωση που να μπορεί να συμβάλει, τόσο στην αντιμετώπιση μη στρατιωτικών απειλών ( παράνομη μετανάστευση και λαθρεμπόριο δια μέσου της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, θεομηνίες, πυρκαγιές, κ.λπ) σε συνεργασία με άλλους φορείς και Υπουργεία, όσο και να επιληφθεί θεμάτων έρευνας και διάσωσης και να συνεισφέρει σε διεθνείς αποστολές στα πλαίσια της ΚΕΠΠΑ καθώς και στην άσκηση στρατιωτικής διπλωματίας. Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε διαφόρου τύπου στρατιωτικές προκλήσεις και απειλές χαμηλής έως υψηλής έντασης και ασφαλώς στο ενδεχόμενο απόπειρας τουρκικής προέλασης, που είναι η κύρια αποστολή της. Αυτά όλα σημαίνουν ότι η Ε.Φ., παρά το μικρό μέγεθός της, θα πρέπει να οργανωθεί σε μια όσο το δυνατό πιο ευέλικτη δύναμη που θα μπορεί να ανταποκριθεί τάχιστα όχι μόνο σε περιορισμένης κλίμακας επεισόδια αλλά και να είναι σε θέση με την επιστράτευση των εφέδρων και την εμπλοκή της Ελλάδας να μετεξελίσσεται σε δύναμη, που να μπορεί να προβάλει αποφασιστική και εφ’ όλης της ύλης προβολής άμυνα σε ενδεχόμενη τουρκική προέλαση. Η κατάργηση αχρείαστων εφεδρικών μονάδων και η συγχώνευση των με άλλες, η αύξηση του βαθμού επάνδρωσής τους, η σημαντική βελτίωση των μέσων επιτήρησης και επόπτευσης της Γραμμής Κατάπαυσης του Πυρός, η δημιουργία ευέλικτων μηχανοκίνητων μονάδων άμεσης επέμβασης αποτελούν μέρος ενός τέτοιου προγράμματος αναδιοργάνωσης και αναβάθμισης της άμυνας. Με τα μέτρα αυτά η Ε.Φ. θα καταστεί ένα πιο αποτελεσματικό όργανο αντιμετώπισης των διαφόρων προκλήσεων, κινδύνων και απειλών και η Αποτρεπτική Στρατηγική πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου