Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Ποιοι, πώς
και γιατί
έβαλαν κολοβή
την Κύπρο

στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους

Η διάσκεψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε) στη Θεσσαλονίκη στα τέλη της περασμένης εβδομάδας είναι η πρώτη στην οποία συμμετείχε η Κύπρος μετά την υπογραφή της συμφωνίας προσχώρησής της στις 16 Απριλίου 2003 στην Αθήνα. Το γεγονός όμως ότι, πέραν του μελλοντικού συντάγματός της Ε.Ε, σημαντικό μέρος των διακηρύξεων ή των προτάσεων που υπεβλήθησαν κατείχε η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, καθώς και η απόφαση διαμόρφωσης Ευρωπαϊκής Στρατηγικής Ασφάλειας, βάσει των εισηγήσεων Σολάνα, φέρνει στην επιφάνεια ένα κενό – μια τρύπα - που συνοδεύει την κυπριακή συμμετοχή από τη διάσκεψη της Κοπεγχάγης.

Στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης τον Δεκέμβριο του 2002, όταν η Κύπρος με άλλες εννέα υποψήφιες χώρες γινόταν δεκτή στους κόλπους της Ε.Ε, υποδεικνύαμε ότι στα συμπεράσματα της δανέζικης προεδρίας περνούσαν κάποιες πρόνοιες που επέβαλλαν περιορισμούς και επηρέαζαν αρνητικά το θέμα της ασφάλειας και τη στρατηγική αξία του νησιού. Μέσα στο κλίμα ευφορίας που υπήρχε τότε, δεν απέσπασαν τη δέουσα προσοχή. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό θέμα για το οποίο η τότε κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε επενδύσει πολλά και ωστόσο είχε υποβαθμιστεί εντελώς το αρνητικό του αποτέλεσμα και ο κυπριακός λαός παρέμεινε ανημέρωτος.

Ποιες όμως είναι αυτές οι περιοριστικές πρόνοιες, που βασικά προωθήθηκαν με πολύ έντεχνο τρόπο στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε για να ικανοποιήσουν την Τουρκία; Πώς επηρεάζουν στρατηγικά την Κύπρο και προς όφελος ποιων; Σε πιο βαθμό ανατρέπουν τις πολυδιαφημιζόμενες τότε προσδοκίες της Λευκωσίας στο θέμα της ασφάλειας και γιατί παρασιωπήθηκε το πρόβλημα αυτό; Με αυτά τα ερωτήματα ασχολείται το παρόν κείμενο, το οποίο υποδεικνύει τη σοβαρότητα του θέματος, εισηγείται τρόπους για την αντιμετώπιση του και τονίζει πως θα πρέπει κάποιοι, που χειρίζονταν τα θέματα αυτά, να δώσουν, έστω και καθυστερημένα, απαντήσεις και εξηγήσεις.

Οι πρόνοιες
Η ουσία των προνοιών γύρω από το θέμα αυτό περιλαμβάνονται στο Annex II, σελίδα 13 των Συμπερασμάτων της Προεδρίας της Κοπεγχάγης, που ανακοινώθηκαν αμέσως μετά τη Διάσκεψη της Ε.Ε. Οι διευθετήσεις, που σχετίζονται βασικά με την επιχειρησιακή λειτουργία του λεγόμενου Ευρωστρατού, είναι γνωστές ως ´´Berlin plus´´ και η εφαρμογή τους αφορούν μόνο μέλη της Ε.Ε που είναι και μέλη του ΝΑΤΟ και του «Συνεταιρισμού για την Ειρήνη».

Με αυτή την πρόνοια, που ήταν αποτέλεσμα μακρού και έντονου παρασκηνίου, για να ξεπεραστεί η αντίδραση της Τουρκία, αποκλείσθηκε με εύσχημο τρόπο η Κύπρος – όπως και η Μάλτα – από το να συμμετέχει στη διεξαγωγή επιχειρήσεων όπου χρησιμοποιείται υποδομή της Νατοϊκής Συμμαχίας, αφού δεν είναι μέλος ούτε του ΝΑΤΟ ούτε του Συνεταιρισμού για την Ειρήνη. Έτσι η Κύπρος, όπως αναφέρεται στις σχετικές αποφάσεις, δεν μπορεί να παίρνει μέρος και να ψηφίζει σε ιδρύματα και σώματα της Ε.Ε., περιλαμβανομένης και της Επιτροπής Πολιτικής και Ασφάλειας (« COPS»), όταν οι δραστηριότητες της σχετίζονται με την εφαρμογή των ανωτέρω λειτουργιών ή επιχειρήσεων. Ούτε δικαιούται η Κύπρος να είναι δέκτης στοιχείων της Ε.Ε που σχετίζονται με «εμπιστευτικές πληροφορίες» του ΝΑΤΟ.

Οι επιπτώσεις
Παρόλο που στο κείμενο γίνεται αναφορά και στη Μάλτα, ωστόσο στην πραγματικότητα οι περιοριστικές αυτές πρόνοιες επηρεάζουν μόνο την Κύπρο. Ο λόγος που η Μάλτα δεν επηρεάζεται τόσο είναι, πρώτο, γιατί δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα κατοχής και ανασφάλειας όπως η Κύπρος, αλλά και γιατί η γεωγραφική της θέση στη Μεσόγειο δεν έχει την ίδια σημασία σήμερα (σε σχέση με τα καθήκοντα Πήτερσμπεργκ) όπως είχε πριν και μετά τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεύτερο, η Μάλτα, σε αντίθεση με την Κύπρο, δεν έχει ενδιαφερθεί ή προτείνει να συνεισφέρει στρατιωτικά στη Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης (Δ.Τ.Α.). Για την ασφάλειά της η Βαλέτα έχει ειδικές ρυθμίσεις με την Ιταλία. Εξάλλου, σε αντίθεση με την Κύπρο, η Μάλτα δεν είχε ως ένα από τα κυριότερα κίνητρα τής ένταξής της στην Ε.Ε. την αναζήτηση ασφάλειας.

Οι ανωτέρω πρόνοιες της διακήρυξης της Κοπεγχάγης, λοιπόν, εξουδετερώνουν την πολυδιαδημισθείσαν συνεισφορά της Κύπρου στον περίφημο Ευρωστρατό (Δ.Τ.Α.), καθώς και την περιβόητη πρόταση των τότε αρμοδίων φορέων για χρησιμοποίησης του νησιού από τη Δ.Τ.Α., αφού για πολλά χρόνια - - ή όσο υπάρχει ΝΑΤΟ - και εφόσον δε δημιουργείται άλλη αυτοτελής στρατιωτική υποδομή για την Ε.Ε., η Ένωση δε θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς νατοϊκή στήριξη. Εν πάση περιπτώσει δεν προβλέπεται η δημιουργία δεύτερης υποδομής από την Ένωση. Άρα θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται η νατοϊκή υποδομή από την Ε.Ε και συνεπώς θα αποκλείεται συνεχώς η Κύπρος.

Στρατηγικές επιδράσεις
Το γεγονός αυτό εξουδετερώνει τη στρατηγική χρησιμότητα του νησιού και τα πλεονέκτημα που αυτή θα μπορούσε να προσφέρει στην Κυπριακή Δημοκρατία και για την οποία τόσο πολύς λόγος είχε γίνει - με αρκετή δόση υπερβολής - από τους υπεύθυνους φορείς της Λευκωσίας. Φτάνει να ανατρέξει κανείς σε παλαιότερες δηλώσεις από το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας της Δημοκρατίας, που πρόβαλλαν την άποψη ότι «για πρώτη φορά η Κύπρος αξιοποιεί τη γεωγραφική της θέση προς δικό της όφελος» – αγνοώντας ή καλύτερα υποτιμώντας τις δυνατότητες της Τουρκίας να αντιδράσει και να εξουδετερώσει μια τέτοια εξέλιξη – πράγμα για το οποίο εμείς προειδοποιούσαμε μέσω άρθρων, αναλύσεων και δηλώσεων μας..

Υπό το φως των δεδομένων αυτών η στρατηγική αξία της Κύπρου συνεχίζει να παραμένει στα χέρια των Βρετανών και βέβαια των Τούρκων εφόσον διαιωνίζεται η κατοχή. Τα στρατηγικά πλεονεκτήματα της Κύπρου (από τη στρατιωτική οπτική γωνία) τα εκμεταλλεύονται οι Βρετανοί μέσω των στρατιωτικών τους βάσεων στο νησί, στην άσκηση της εξωτερικής και αμυντικής τους πολιτικής στην περιοχή και πέραν από αυτή. Ταυτόχρονα οι Βρετανοί εξυπηρετούν είτε τις ΗΠΑ (κυρίως) είτε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όταν χρειαστεί. Η στρατηγική αξία της Κύπρου βρίσκεται επίσης στα χέρια της Τουρκίας, μέσω της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού, η οποία ασκεί στρατιωτικό και γεωπολιτικό έλεγχο με την ισχυρή παρουσία των κατοχικών της δυνάμεων στα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Βέβαια είναι πολύ απομακρυσμένο αν όχι απίθανο η Δ.Τ.Α. να χρησιμοποιήσει την Κύπρο στο προβλεπτό μέλλον για κάποια επιχείρηση στην περιοχή γιατί μεταξύ άλλων δεν κατέχει τέτοιες δυνατότητες, μέσα και τεχνολογία. Ούτε και προβλέπεται ότι θα μπορέσει να τις αποκτήσει στο σύντομο μέλλον. Αν προέκυπτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο χρησιμοποίησης της Κύπρου, είτε από τη Δ.Τ.Α. της Ε.Ε, είτε από κάποια άλλα κράτη, για να δράσουν σε συνεργασία με τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς, αυτό θα γινόταν μέσω των Βρετανικών Βάσεων, που διαθέτουν όλα τα αναγκαία μέσα, τεχνολογία, εμπειρία, εγκαταστάσεις και υποδομή και όχι από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η κοινή άμυνα;
Οι ανωτέρω πρόνοιες περιορίζουν και το ενδεχόμενο η Κύπρος στο προσεχές μέλλον – εάν προκύψει ανάγκη – να απολαμβάνει πλήρως τα οφέλη των μηχανισμών κοινής άμυνας των χωρών μελών της Ε.Ε, εάν για τη στρατιωτική τους προστασία θα χρησιμοποιείτο η νατοϊκή υποδομή, γεγονός που αποκλείει το νησί. Με αυτά τα δεδομένα η Κύπρος με την ένταξη στην Ε.Ε οχυρώνεται μεν πολιτικά και βελτιώνεται το αίσθημα ασφάλειας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ταυτόχρονα και στρατιωτική και προστασία του νησιού από την Ένωση, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός της Ε.Ε, αλλά και γιατί είναι μακρύς ο δρόμος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο αν ποτέ επιτευχθεί.

Αυτό σημαίνει ότι η Κύπρος, δεδομένης της συνεχιζόμενης κατοχής και της παρουσίας των κατοχικών δυνάμεων και της τουρκικής απειλής, είναι υποχρεωμένη να στηρίζεται ακόμη όχι στην στρατιωτική προστασία της Ε.Ε – που είναι μεν αναγκαία αλλά δεν είναι διαθέσιμη και ούτε μπορεί με τις ανωτέρω ρυθμίσεις να προσφερθεί – όσο στις δικές της δυνάμεις ως το πιο αξιόπιστο μέσο για την ασφάλειά της. Oπότε η αμυντική θωράκιση θα συνεχίσει ακόμη για την Κύπρο να είναι σημαντική δραστηριότητα. Σημαντικός θα συνεχίσει να είναι και ο ρόλος και η συνεισφορά της Ελλάδας προς την κατεύθυνση αυτή.

Τα δεδομένα όμως μετά την Κοπεγχάγη και το νέο σκηνικό και οι διαγραφόμενες συνθήκες στο Κυπριακό επιβάλλουν πολύ συνετούς, προσεχτικούς και σωστούς χειρισμούς στον τομέα της αμυντικής θωράκισης, που να εξυπηρετούν, από την μια, με αποτελεσματικότητα τους σκοπούς ασφάλειας του κυπριακού κράτους και, από την άλλη, τη στρατηγική της ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος.

Ταυτόχρονα η Κύπρος ως ισότιμο μέλος πια της Ε.Ε, θα πρέπει με διακριτικούς χειρισμούς και με προσεχτική στρατηγική – μέσα από τις ευκαιρίες που της προσφέρει η συμμετοχή της στους διάφορους μηχανισμούς της Ένωσης – και σε συνεργασία και συντονισμό με την Ελλάδα να προσπαθήσει να απαλλαγεί από τους περιορισμούς που της επέβαλαν στην Κοπεγχάγη, που καθιστούν κολοβή την κυπριακή συμμετοχή, τουλάχιστο σε κάποιους τομείς. Αυτό είναι βέβαια πρωτίστως έργο της κυπριακής διπλωματίας να μελετήσει, να θέσει σιωπηρά ως στόχο και να τον προωθήσει – όχι τόσο γιατί αφήνει ακάλυπτη στρατιωτικά την Κύπρο αλλά γιατί μειώνει το κύρος της συμμετοχής της ως ίσου εταίρου στην Ε.Ε αφήνοντας την κολοβή.

Στο μεταξύ όμως εγείρονται σοβαρά ερωτήματα, που δεν μπορεί να περάσουν απαρατήρητα και χωρίς να προβληματιστεί κανείς: Παρακολουθούσαν και γνώριζαν πράγματι οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας τις ζυμώσεις και τις διεργασίες που γίνονταν το 2002 στο θέμα αυτό και οι οποίες οδήγησαν τελικά στην κολοβή συμμετοχή της Κύπρου στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας και πιο συγκεκριμένα στον τομέα της κοινής άμυνας; Γιατί δεν αντέδρασαν έγκαιρα και προληπτικά στο βαθμό που ήταν δυνατό για να αποτραπεί το ενδεχόμενο αυτό; Γιατί παρασιωπήθηκε το αρνητικό αυτό γεγονός μετά την Κοπεγχάγη και αντί να τεθεί ως στόχος η σταδιακή διόρθωσή του, αντίθετα ορισμένοι προσπάθησαν να υποβαθμίσουν και ακόμη να ωραιοποιήσουν την κατάληξη αυτή, που στην πραγματικότητα ανέτρεπε κάθε προηγούμενη – πομπώδη - διακήρυξη για την κυπριακή συνεισφορά και συμμετοχή στον περιβόητο «Ευρωστρατό», καθώς και για τις προοπτικές στρατιωτικής ασφάλειας της Κύπρου εντός της Ε.Ε; Κάποιοι οφείλουν ως ένδειξη ελάχιστου σεβασμού προς τις δημοκρατικές αρχές και τον κυπριακό λαό να απαντήσουν σε τέτοια υψίστης σημασία για την ασφάλεια της Κύπρου ερωτήματα, και δεν αποκλείεται βέβαια να είναι σε θέση να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις. Δεν φάνηκε όμως μέχρι σήμερα από καμιά κατεύθυνση η πρόθεση κανενός να διαφωτίσει.

23/06/2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου